Oι Mανιάτες στην Επανάσταση του 1821

Oι Mανιάτες στην Επανάσταση του 1821

Προπαρασκευαστικές δραστηριότητες

Η Μάνη γεωγραφικά βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο του ακρωτηρίου Ταινάρου και ορίζεται σε Ανατολική και Δυτική Μάνη. Η Ανατολική Μάνη βρέχεται από τον Λακωνικό κόλπο και εκτείνεται από το ακροταίναρο έως την σημερινή πόλη του Γυθείου και η Δυτική Μάνη βρέχεται από τον Μεσσηνιακό κόλπο και εκτείνεται από το ακροταίναρο έως τον Αλμυρό της Μεσσηνίας. Η Μάνη στα τετρακόσια χρόνια της τουρκοκρατίας διατηρήθηκε ελεύθερη, όχι γιατί οι Τούρκοι δε θέλησαν να την υποτάξουν. Χύσανε πολύ αίμα για να την κατακτήσουν, αλλά το φρόνημα των κατοίκων της και μόνο αυτό εξουδετέρωνε τις συνεχείς και ορμητικές επιθέσεις των Τούρκων. Οι αγώνες των Μανιατών για τη διατήρηση της ελευθερίας της Μάνης ήταν σκληροί και μακροχρόνιοι, γι' αυτό κάθε φορά που παρουσιαζόταν κάποιο σχέδιο για απελευθερωτικό αγώνα του έθνους, οι σκέψεις ατόμων και ομάδων στρεφόταν στην Μάνη.

Πρώτος με το Θούριό του ο Ρήγας Φεραίος καλούσε τους Μανιάτες σε δράση με τους στίχους:

"Μανιάτες και Σουλιώτες, λιοντάρια ξακουστά, ως πότε σταις σπηλιαις σας, κοιμάστε σφαλιστάς" Ο Ρήγας Φεραίος, μελετώντας το πρόβλημα της εθνέγερσης, είδε πως ο ξεσηκωμός του Γένους έπρεπε να ξεκινήσει από τη Μάνη και στους Μανιάτες στήριξε τις ελπίδες του για την επιτυχία της Επανάστασης. Στο πόρισμά τους οι ανακριτικές αρχές της Βιέννης, που ανέκριναν το Ρήγα και από το άλλο ανακριτικό υλικό διαπιστώσανε ότι:

"Είχεν ο Ρήγας την απόφασιν νά μεταβη εις την χερσόνησον του Μορέως,....προς τους αύτοθι οικούντας Έλληνας στασιαστάς, τους Μανιάτας, απογόνους των όντας των αρχαίων Σπαρτιατών, να προσελκύση την εμπιστοσύνη των, να κυρήξη την ελευθερίαν, και έπειτα, βοηθούμενος υπ' αυτών, να ελευθερώσει όλην την χερσόνησον του Μορέως δια της βίας από του τουρκικού ζυγου...". Οι φημισμένοι καπεταναίοι των κλεφτών του Μοριά, Ζαχαριάς, Παναγιώταρος, Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, ο ηρωϊκός Σκηλόγιαννης στα Ορλωφικά, και στη συνέχεια, οι διορισθέντες ηγεμόνες της Μάνης (Μπέηδες) ήταν πασίγνωστοι σε όλο το κόσμο και ιδιαίτερα στα Ευρωπαϊκά κράτη, σαν αγωνιστές της ελευθερίας και επίδοξοι ελευθερωτές των σκλαβωμένων Ελλήνων. Οι Μανιάτες σταθερά προσανατολισμένοι στην ιδέα και την ελπίδα της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τον Τουρκικό ζυγό δεν δίστασαν να έρθουν σε επαφή με τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη και να ζητήσουν την βοήθεια του. Σύνδεσμος μεταξύ των Μανιατών και του Ναπολέοντα ήταν οι Στεφανόπουλοι, Κορσικανοί από τους εγκατασταθέντες στην Κορσική Στεφανόπουλους του Οιτύλου, οι οποίοι μετέφεραν στον μπέη Τζανέτο Γρηγοράκη επιστολή του Βοναπάρτη, της οποίας το περιεχόμενο έχει έτσι:

"Ο αρχιστράτηγος της στρατιάς της Ιταλίας προς τον αρχηγό του ελεύθερου λαού της Μάνης.

Πολίτη, Έλαβα από την Τεργέστη ένα γράμμα στο οποίο εκφράζετε την επιθυμία να γίνετε χρήσιμος στη Γαλλική Δημοκρατία, υποδεχόμενος τα σκάφη της στα λιμάνια σας. Θέλω να πιστεύω ότι θα κρατήσετε το λόγο σας με εκείνη την πίστη που ταιριάζει σ' έναν απόγονο των Σπαρτιατών. Η Γαλλική Δημοκρατία δεν θα φανεί αχάριστη έναντι του έθνους σας.

Χαιρετισμούς και αδελφοσύνη.

Υπογραφή:Βοναπάρτης".

Οι ελπίδες όμως των Μανιατών για την απελευθέρωση της Ελλάδας διαψεύσθηκαν καθώς και τόσες άλλες φορές. Καλύτερα όμως από κάθε άλλον γνώριζαν την ανδρεία, την φιλοπατρία και την πολεμική αρετή των Μανιατών οι απόστολοι της Φιλικής Εταιρείας, οι οποίοι και δεν εδίστασαν να επιλέξουν την ελεύθερη Μάνη σαν ορμητήριο του μεγάλου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821. Από τον Σκουφά μυήθηκε ο Ηλίας Χρυσοπάθης, που ήταν και αυτός Μανιάτης, και οι Φιλικοί της Κωνσταντινούπολης φρόντισαν να μυήσουν τον Κυριάκο Καμαρινό και τα παιδιά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ,το Γιωργάκη και τον Ανέστη, που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη ως όμηροι της πίστεως του πατέρα τους. Μετά την μύησή τους ο Χρυσοσπάθης και ο Καμαρινός εστάλησαν από την Φιλική Εταιρεία στη Μάνη για να μυήσουν τους Μανιάτες και να ετοιμάσουν την επανάσταση. Ο Καμαρινός μύησε τον Πετρόμπεη, ο οποίος με τη σειρά του μύησε τους: Αθανάσιο Καμαρινό, Αναγνώστη Δημητρόπουλο, Λιμπέριο Αθανασάκη, Παναγιώτη και Διονύσιο Τρουπάκη.

Από τον Ηλία Χρυσοσπάθη μυήθηκαν οι: Καπετάν Νικολάκης Χριστέας, Γιάννης Καπετανάκης-Μαυρομιχάλης, Πανάγος Χριστέας, Ιωάννης Χρυσοσπάθης, Γιάννης Χατζάκος.

Από τον Κυριάκο Καμαρινό μυήθηκαν και οι: Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και αρχιμανδρίτης Γαβριήλ. Ο Π.Τρουπάκης μύησε τους: Παναγιώτη Τρουπάκη, Νικόλαο Βενετσανάκη και τον Ανδρουβίστας Θεόκλητο. Ο Χριστόφορος Περραιβός μύησε τους: Αντώνμπεη Γρηγοράκη, τον Ιωάννη Κουγέα, τον Βενετσάνο Γαϊτανάρο, τον Μονεμβασίας Χρύσανθο, τον Δημήτριο Γρηγοράκη. Αλλά ο Χριστόφορος Περραιβός κατόρθωσε κάτι πιο σημαντικό για τον απελευθερωτικό αγώνα. Συμφιλίωσε τις ισχυρότερες οικογένειες της Μάνης που ήταν σε έριδα και επέτυχε την υπογραφή του Πατριωτικού Συμφώνου στις Κιτριές, από τους εκπροσώπους των τριών ισχυρότερων οικογενειών της Μάνης, δηλαδή μεταξύ των Μαυρομιχαλαίων, Τρουπάκηδων και Γρηγοράκηδων.

Το Πατριωτικό Σύμφωνο περιελάμβανε και τα ακόλουθα: "Δια του παρόντος ημών ιδιοχειροϋπογεγραμμένου γράμματος υποσχόμεθα μεθ' όρκου της αγιωτάτης και ορθοδόξου ημών πίστεως και με την δύναμην του τρομερού όρκου, όπου αυτοπροαιρέτως δια την σωτηρίαν του Γένους μας εκάμαμεν, ότι να διαφυλάξωμεν τας ακολούθους συνθήκας: Α. Ημείς αι τρείς γενεαί, δηλαδή Μαυρομιχάληδες, Γρηγοράκηδες και Τρουπάκηδες,... υποσχόμεθα με την δύναμιν των ρηθέντων φοβερών όρκων να βασιλεύη εις το εξής εις τα σώματα μας μια ψυχή, μια συμπνοία, μια θέλησις και να μη δύναται ποτέ κανένα εσωτερικόν αίτιον να διασείση ή να αδυνατίση ένα τοιούτον ιερό δεσμό".

Σε συνέχεια το Πατριωτικό αυτό Σύμφωνο περιλαμβάνει και τα εξής: "...Να είμεθε έτοιμοι συμφώνως και προθύμως να πράξωμεν τα όσα ήθελε προσταχθώμεν από τους ανωτέρους και εγκρίτους του Γένους μας δια το Γενικό συμφέρον της Πατρίδος μας Ελλάδος, ωσάν όπου είμεθα υπόχρεοι και εν αυτώ ωρισμένοι να χύσωμεν και την ύστατην ρανίδα του αίματός μας οπόταν η χρεία το καλέσει...".

Όταν ο Χρ. Περραιβός προσκόμισε το παραπάνω σύμφωνο των Μανιατών στο Συμβούλιο της Ανωτάτης Αρχής (Φ.Ε.) στην Κωνσταντινούπολη προκάλεσε τον ενθουσιασμό των μελών του, τα οποία αποφάσισαν να στείλουν ευχαριστήριο έγγραφο στους υπογράψαντας το Πατριωτικό Σύμφωνο, αναφέροντας τα ακόλουθα: "Και εις ημάς αυτούς και εις όλον το Πανελλήνιον είναι εγνωσμένον της ψυχής υμών το ευγενές, ελεύθερον και αγέρωχον, το οποίον καθ'ο κτήμα των αθανάτων ημών προγόνων, σεις μόνον διεσώσατε τέσσαρας ήδη σχεδόν αιώνας. Δι' αυτό ουν τούτο θέλετε μείνη, καθώς εστ, μακαριστοί αθάνατοι ήρωες, φυλάξαντες ασβέστως τους λαμπρούς τούτους σπινθήρας, τους οποίους ελπίζομεν τόσον ημείς όσον και πάν το ελληνικόν, ν' αναδείξητε εν καιρώ φωτεινοτάτους και ακτινοβόλους πυρσούς ίνα δι' αυτών οδηγήσητε τους εν πελάγει δειλίας πλέοντας εις όρμους γενναιοψυχίας,ηρωϊσμού και σωτηρίας." Στο ίδιο συγχαρητήριο έγγραφο η Ανωτάτη Αρχή, γνωστοποιούσε στον αρχηγό των Μανιατών τον διορισμό του Αλέξανδρου Υψηλάντη ως Γενικού Εφόρου. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται με τρανό τρόπο η τεράστια αξία της συμμετοχής των Μανιατών στο προετοιμαζόμενο μεγάλο ξεσηκωμό. Τα κατορθώματα των Φιλικών και οι δραστηριότητες εξεχόντων Μανιατών προκαλέσανε κατάσταση επαναστατικού αναβρασμού στη Μάνη και εξασφαλίσανε την καθολική συμμετοχή των Μανιατών στον αγώνα. Για την καλύτερη οργάνωση της σχεδιαζόμενης Επανάστασης και για να εξασφαλιστεί περισσότερο πολεμικό υλικό, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ζήτησε και έλαβε από την Ανωτάτη Αρχή ένα σημαντικό ποσό το οποίο εχορήγησε ο ομογενής έμπορος της Κωνσταντινούπολης Παν. Σέκερης. Τον Ιανουάριο του 1821 φθάνει στην Σκαρδαμούλα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης φιλοξενούμενος του Παν. Τρουπάκη - Μούρτζινου. Ο ερχομός του προξένησε μεγάλο ενθουσιασμό στους Μανιάτες και μεγάλη ανησυχία στους Τούρκους που διέταξαν τον Πετρόμπεη να τον συλλάβει. Ο Πετρόμπεης όχι μόνο αγνόησε τη διαταγή του πασά της Τριπολιτσάς αλλά επιτάχυνε το ρυθμό της προετοιμασίας της Επανάστασης.

Ο καθηγητής κ. Απ. Δασκαλάκης περιγράφει τις τελευταίες ημέρες προετοιμασίας του μεγάλου ξεσηκωμού όπως παρακάτω: "Κατά τας δύο τελευταίες εβδομάδας ο επαναστατικός οργασμός λαμβάνει μορφήν πολεμικού συναγερμού. Οι Μανιάται έχουν εγκαταλείψη τας εργασίας των και συναθροιζόμενοι εις τας πλατείας των χωριών των ετοιμάζουν «μπαρουτόβολα» με την βοήθειαν των γυναικών και των παιδιών. Οι Καπεταναίοι καταβάλλουν αγωνιώδεις προσπαθείας δια να προμηθευτούν μολύβι και μπαρούτι προς διανομήν και επιτόπιον κατασκευήν σφαιρών. Όλαι αι προμήθειαι σίτου, κριθής και λουπίνων παραδίδονται και οι ΄΄φούρνοι΄΄ οι οποίοι συνήθως ευρίσκονται εις την αυλή εκάστης κατοικίας, είναι ανημμένοι ημέραν και νύκταν προς κατασκευήν παξιμαδιού (καυκάλας) δια τους σάκους των πολεμιστών. Οι κώδωνες των εκκλησιών αντηχούν αδιαλείπτως και οι Ιερείς αναπέμπτουν ευχάς υπέρ των πολεμιστών και δια την ευόδωσιν του παρασκευαζομένου απελευθερωτικού αγώνος."

Αρχή της Επανάστασης

Για τις τελευταίες προετοιμασίες της κήρυξης της Επανάστασης του '21 ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, γιός του Θεόδωρου, γράφει: "Αναπτυσσομένης της ιδέας περί της Επαναστάσεως, ο σπινθήρ της Ελευθερίας ήναπτε τον ενθουσιασμό των Ελλήνων, οίτινες διενοούντο περί της ενάρξεως του πολέμου. Όθεν την 17ην Μαρτίου (1821) οι πρόκριτοι της Μάνης συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τουρκών." Πράγματι την 17ην Μαρτίου του 1821 συγκεντρώθηκαν στην Αρεόπολη (Τσίμοβα) οι πρόκριτοι της Μάνης και όλοι οι ένοπλοι Μανιάτες με αρχηγό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη(είχε εκλεγεί αρχηγός από τη Συνέλευση των Κιτριών) και ορκίστηκαν κάτω από το λάβαρο του Αγώνα, που το στήσανε προ του ιερού ναού των Ταξιαρχών "Νίκη ή Θάνατος", κηρύσσοντας την έναρξη της Επαναστάσεως. Στη συνέχεια ξεκίνησαν για την Καλαμάτα ειδοποιώντας και τα λοιπά επαναστατικά στρατεύματα της Μάνης, όσα ευρίσκοντο εκτός της Αρεόπολης, να συγκεντρωθούν σε ορισμένα σημεία για να βαδίσουν όλοι μαζί προς κατάληψη και απελευθέρωση της Καλαμάτας. Ο Ι. Θ. Κολοκοτρώνης στα Ελληνικά Υπομνήματα γράφει: "...κατά δε την 23ην Μαρτίου οι Μαυρομιχαλαίοι, Μούρτζινοι και λοιποί πανστρατιά εισήλθαν εις Καλαμάς, ότε αμαχητεί παρεδόθη ο Βοεβόδας μεθ' όλων των εκεί ευρεθέντων Τούρκων υπέρ των 150..."

Από το Φωτάκο μαθαίνουμε πολλά ονόματα αγωνιστών που εισέβαλαν τότε στην Καλαμάτα: "Πρώτοι λοιπόν εισήλθον κατά την 22αν Μαρτίου 1821 εις τας Καλάμας, οι Σταυριανός Καπετανάκης, Ιωάννης Ν.Καπετανάκης, Μιχαήλ Ν.Καπετανάκης, Ηλίας Π.Μαυρομιχάλης. Ταυτοχρόνως ήλθον ο Γαλάνης Κουμουνδουράκης, την δέ πρωίαν της 23ης Μαρτίου ήλθον ο Κατσής Μαυρομιχάλης, ο Ηλίας Κατσάκος-Μαυρομιχάλης, τη ιδία δε ημέρα ήλθον ο Γεώργιος Καπετανάκης, ο Ιωάννης Καπετανάκης, ο Παναγιώτης και Διονύσιος Μούρτζινοι, ο Παναγιώτης Μπουκουβαλέας, ο Γεώργιος Ντουράκης, ο Παναγιώτης Ντουράκης, ο Παναγιώτης Βενετσανάκος και άλλοι πολλοί. Αυτοί ήσαν με τον Θ.Κολοκοτρώνην. Ακολούθως ήλθον ο Πανάγος Κυβέλος, Νικόλαος Χριστέας, Ηλίας Χρυσοσπάθης, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Κυριακούλης Κουτράκος, Χρισόδουλος Καπετανάκης, Κωνσταντίνος Πιεράκος, Δημήτριος Πουλικάκος, Θεόδωρος Μεσικλής, Ιωάννης Γρηγοράκης, ο Σκλαβούνος από τον Πύργο της Μάνης και ο Πιέρος Βοϊδής.

Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης ίδρυσε αμέσως με τους προεστούς τη λεγόμενη Μεσσηνιακή Γερουσία και στις 28 Μαρτίου εξέδωσε διακήρυξη προς τις Ευρωπαϊκές Αυλές, την οποία υπέγραψε ο ίδιος σαν αρχιστράτηγος και τα άλλα μέλη της Γερουσίας ήτοι τους:Ιωάννη και Γεώργιο Καπετανάκη, Νικ. Χρηστέα, Π. Κυβέλο, Ιωαννη Κατσή - Μαυρομιχάλη, Κ. Κουτράκο, Π. Μούρτζινο, Π. Πατριαρχέα, Π. Πικουλάκη και Π. Λογοθέτη. Μετά την κατάληψη της Καλαμάτας οι επαναστατημένοι οπλαρχηγοί χωρίστηκαν σε τρεις φάλλαγγες.

Να πως περιγράφει στα απομνημονεύματα του ο Θ.Κολοκοτρώνης τα γεγονότα που ακολούθησαν: " Εις τας 23 Μαρτίου επιάσαμεν τους Τούρκους εις την Καλαμάτα, τον Αρναούτογλου σημαντικόν Τούρκον της Τριπολιτσάς. Είμεθα 2000 Μανιάτες, ο Πετρόμπεης, ο Μούρτζινος, Κυβέλος. Δυτική Σπάρτη 100 ήτον οι Τούρκοι μαζεμένοι, ως 10.000 η φήμη τους μεγάλη. Η Ανατολική Σπάρτη εκινήθη την ίδια ώρα. Ο Τζαννετάκης με την Κακοβουλία εκκινήθη δια τον Μυστρά. Οι Τούρκοι της Μπαρδούνιας και Μυστρά υπάγουν, τραβιούνται εις την Τριπολιτσά. Οι Τούρκοι είχαν βάλει την υποψία, επροσκάλεσαν προεστούς και δεσποτάδες και αυτοί επήγαν. Ήταν έμβα του Μαρτίου. Δεν τους εσκότωσαν. Οι Σπαρτιάται αφού επήραν λάφυρα, προχωρούν και πολιορκούν τη Μονεμβασιά. Εις την Καλαμάτα εκάμαμε συνέλευσην, πόθεν να πρωτοκινήσωμεν τα στρατεύματα. Οι Καλαματιανοί εκατάφεραν τον Μπέη να πάμε εις την Κορώνη δια να μη βάλουν σπαθί οι Τούρκοι εις τους Χριστιανούς, εγώ δεν εστέρχθηκα, είπα να πάμε εις την παλαιάν Αρκαδία, εις το κέντρο, δια να βοηθούμε τους άλλους. Του Μούρτζινου αρρώστησε το παιδί του, ο Διονύσιος, και έτσι δεν εκίνησαν όλοι οι Μανιάτες, έλαβα 200 από αυτόν και 70 από τον Μπέη με τον καπετάν Βοϊδή και με 30 δικούς μου εγένηκαν 300, και έκοψα ευθύς δύο σημαίες με σταυρό και εκίνησα".

ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΣΤΟΝ ΕΝΟΠΛΟ ΑΓΩΝΑ

Οι Μανιάτες της Ανατολικής Μάνης με αρχηγό τον Γεώργιο Τζαννετάκη (1000 περίπου άτομα ) κινήθηκαν στο εσωτερικό της Λακωνίας, κατέλαβαν το Φρούριο του Μυστρά και στις 21 Ιουλίου 1821 κατέλαβαν την Μονεμβασιά ύστερα από πολιορκία. Ταυτόχρονα με την πολιορκία της Μονεμβασιάς άρχισε και η πολιορκία των Μεσσηνιακών Φρουρίων (Μεθώνης, Κορώνης, Νεοκάστρου) από την άλλη φάλαγγα Μανιατών πολεμιστών της Δυτικής Μάνης, υπό τους Καπεταναίους Αντώνη, Ηλία και Ιωάννη Μαυρομιχάλη. Η παράδοση του Φρουρίου υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου του 1821. Η τρίτη φάλαγγα με αρχηγό τον Θ. Κολοκοτρώνη και 300 Μανιάτες κινήθηκαν προς την Γορτυνία. Μαζί του ήταν ο Αναγνωσταράς, ο Παπαφλέσσας και ο Π. Κεφάλας. Στις 28 Μαρτίου του 1821 ο Κολοκοτρώνης με τους Μανιάτες δίνει την πρώτη μάχη με τους Τούρκους στη γέφυρα του Αγίου Αθανασίου κοντά στην Καρύταινα.

Για τη νικηφόρα αυτή μάχη ο Φωτάκος γράφει: Την 28ην Μαρτίου άνοιξε ο πόλεμος (...) έπιασεν εις την θέσιν Άγιος Αθανάσιος ο Κολοκοτρώνης με τους Μανιάτες (...). Επολέμησε με τους Μανιάτες πολλήν ώρα και δεν άφησε τους Τούρκους να προχωρήσουν (...).Δεν δύναμαι να μνημονεύσω τα ονόματα όλων των Καπεταναίων Μανιατών, διότι δεν ευρίσκεις την άκρην". Τον ενθουσιασμό του από τη μάχη αυτή ο Κολοκοτρώνης τον εξέφρασε με αυτά τα λόγια: "Οι Σπαρτιάται έκαμαν τότε έναν πόλεμο, που εμιμήθηκαν τον Λεωνίδα τριακόσιοι ήταν οι πρώτοι, χίλιοι επτακόσιοι οι Τούρκοι..." Προτού αναφερθούμε στη συμμετοχή των Μανιατών στις σημαντικότερες μάχες του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του έθνους μας θα παραθέσουμε μερικές μαρτυρίες και κρίσεις ιστορικών συγγραφέων για να γίνει αντιληπτή η τεράστια προσφορά των Μανιατών στον αγώνα αλλά και το ηθικό τους φρόνημα.

Ο Φωτάκος, υπασπιστής και γραμματέας του Θ.Κολοκοτρώνη γράφει στα απομνημονεύματα του: "Κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς (Ιούνιος 1821) οι στρατευμένοι Έλληνες (πλην των Μανιατών) ήταν τελείως αγύμναστοι και δεν ήξεραν να γεμίσουν ούτε τα ντουφέκια τους. Πολλοί από αυτούς έβαναν στις κάνες των ντουφεκιών τους πρώτα το βόλι και κατόπιν το μπαρούτι! Ενώ οι Μανιάτες, οι οποίοι εθαυμάζοντο από τους αδαείς, μπορούσαν να περάσουν το βόλι μέσα από τις πολεμίστρες των Φρουρίων! Έλεγαν δε οι αδαείς συντρόφοι τους :" Η ντουφεκιά του Μανιάτη βροντά περισσότερο από κανόνι!"

Και ο Αμβρόσιος Φραντζής γράφει σχετικώς τα ακόλουθα: "Οι άλλοι Έλληνες κατά την έναρξιν της Επαναστάσεως εταράττοντο πολύ από τα κανόνια ή τας βόμβας,έπιπτον πρηνείς επί προσώπων...είναι δε αληθές ότι οι Μανιάται εδίδασκον τους Έλληνας της Κορώνης, κατ' αρχάς, πως να προφυλάττωνται εις τας μάχας και πώς να μεταχειρίζωνται τα όπλα, έως ου ιδόντες τους τρόπους αυτούς οι Έλληνες και εξασκηθέντες δι'ολίγας ημέρας έφθασαν να γίνουν εμπειρώτεροι και ικανώτεροι (από πριν)." Σε άλλο σημείο ο Φωτάκης γράφει: "Ούτως η Μάνη κατόπιν παρουσιάσθη με όλους τους Μανιάτας της εις την πολιορκίαν της Τριπολιτσάς (...) Εις τα Βέρβενα, εις το Βαλτέτσι και όπου αλλού ευρέθησαν ο Κυριακούλης, ο Ηλίας (Μαυρομιχάλης) και οι λοιποί καπεταναίοι Μανιάται δεν επληρώθησαν, αλλά μόνον τους έδιδον οι Πελοποννήσιοι τα πολεμοφόδια και την τροφήν των.Αυτοί όμως είχον την υψηλοφροσύνην τάχα, " ότι δουλεύουν και πολεμούν δια να ελευθερώσουν τους βλάχους", ούτως έλεγον οι Μανιάται τους άλλους Πελοποννήσιους. Αυτό δε το αγέρωχον εξακολούθουν να το έχουν διότι ήσαν ελεύθεροι επάνω εις την ξερήν πέτραν. Μετά την μάχη του Βαλτετσίου ο Κανέλλος Δεληγιάννης επαραχώρησε την αρχηγίαν της Καρύταινας εις τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην. Έπειτα όμως οι Έλληνες έδιδαν την αρχηγίαν εις τους Μανιάτας καπεταναίους, τον Κυριακούλην και Ηλίαν Μαυρομιχάλην και τον Μούρτζινον (Διον.Τρουπάκην) ως μάλλον εμπειροπόλεμους(...) διότι και οι Τούρκοι τους εφοβούντο. Εις αυτούς ως ανωτέρους υπήκουον οι Έλληνες και αυθορμήτως τους έδιδαν και τροφήν."

Από τον φιλότουρκο Γάλλο περιηγητή Πουκεβίλ όταν ήταν φυλακισμένος στην Τρίπολη από τους Τούρκους πληροφορούμαστε: "Τα βράδια, ένα απόσπασμα από είκοσι Αλβανούς αμπάρωνε την πόρτα της καμάρας μας και φύλαγε φρουρά σ' ένα διπλανό δωμάτιο, όχι για να μην το σκάσουμε, αλλά για να προστατεύει αυτή την πτέρυγα του παλατιού από τυχόν νυχτερινές επιδρομές Μανιατών, που ο πασάς τους τρέμει, ακόμα κι όταν βρίσκεται αμπαρωμένος στο σεράι του." Σε άλλο σημείο του βιβλίου του συνεχίζει: "Τέλος , το άγριο θάρρος των Σπαρτιατών μεταβιβάστηκε στους απογόνους τους αναλλοίωτο και αυξήθηκε περισσότερο από την καταπίεση. Μάρτυρας των κατορθωμάτων τους ο Έλληνας κάτοικος των πεδιάδων, βλέπει με μυστική ευχαρίστηση τους Τούρκους να ταπεινώνονται από αδιάκοπες ήττες. Γιατί είναι σπάνιο να μη θριαμβεύσουν οι Μανιάτες στην αναμέτρησή τους με τους στρατούς του πασά. Επιστρέφοντας ύστερα από τη μάχη στα βουνά τους, απλώνουν, σ' ένδειξη της νίκης τους, τα όπλα και τα ματοβαμμένα λάφυρα του εχθρού. Στην περίοδο της αιχμαλωσίας μου, έκαναν τον πασά να τρέμει ακόμα και μέσα στο σεράι του. Είχε ορκιστεί να τιμωρίσει την προσβολή και τη ζημιά που του είχαν προξενήσει λεηλατώντας το πλοίο το φορτωμένο με τους φόρους της επαρχίας. Πολλά τμήματα του ιππικού του πήραν διαταγή να βαδίσουν προς τις κλεισούρες, να επιβλέπουν τις εισόδους τους, να παρεμποδίζουν το εμπόριο της Μάνης, να μη φείδονται κανενός από τους κατοίκους της, με μια λέξη να τους προξενούν τη μεγαλύτερη ζημιά. Οι Λάκωνες που έχουν πολλούς φίλους μέσα στην επαρχία, πληροφορημένοι έγκαιρα για τις κινήσεις που τους απειλούσαν, έτρεξαν στα όπλα και σε λίγο έπιασαν τις συνηθισμένες θέσεις. Οι πιο ατρόμητοι ανάμεσά τους, μοιρασμένοι σε μικρά αποσπάσματα, προκάλεσαν τους καβαλάρηδες του πασά και τους νίκησαν. Περικυκλωμένοι καμιά τριανταριά σ' ένα χωριό από περισσότερους από εκατό ντελάληδες τους είδαν να ξεφυτρώνουν κάποια στιγμή ανάμεσά στους εχθρούς τους, κατατρυπώντας τους με σφαίρες...Κι όταν υπερτερούσαν στην εκστρατεία, δεν είχαν πια κανένα μέτρο. Κυριαρχούσαν στον Μοριά και τα αποσπάσματα τους βάδιζαν φανερά προς την Τριπολιτσά. Ο πασάς ένοιωσε πως έπρεπε να δώσει τέλος σ' έναν πόλεμο που φανέρωνε την αδυναμία του. Εξαγόρασε, λοιπόν, μιαν ειρήνη, ντροπιασμένη όμως και βραχυπρόθεσμη. Οι γυναίκες αυτών των Μανιατών, το ίδιο θαρραλέες με τα παιδιά τους, μοιράστηκαν μερικές φορές μαζί τους τούς μεγαλύτερους κινδύνους. Ωστόσο, όταν εκείνα σκοτώνονται, τα κλαίνε, γιατί τα αγαπούν με μιαν τρυφερότητα άξια θαυμασμού."

Στη Νεώτερη Γεωγραφία των Δημητραίων, έργο του τέλους του 18ου αιώνος, έργο γραμμένο από ανθρώπους που μελέτησαν και μάθανε τα πράγματα του καιρού τους διαβάζουμε: "...δεν ήταν σπάνιο να ιδή τινάς εις τον Μιστρά ένα Μανιάτη αρματωμένο να περιπατή με ένα φρόνημα Λακωνικό, με μια καταφρόνεσι εις τους Τούρκους Σπαρτιατική. Οι Τούρκοι μάλιστα οι Μιστριώται τους έτρεμαν". Στην ιστορία του ο Φρατζής περιγράφει για τη μάχη του Αγ.Αθανασίου: "...ο Θ. Κολοκοτρώνης μετά των μετ' αυτού Μανιατών αντέκρουσαν αυτούς γενναίως, και η μεταξύ των μάχη διήρκεσε επέκεινα των 5 ωρών. Εν δε μέρος των Μανιατών μη έχοντες πλέον πολεμοφόδια, ως παραναλώσαντες πάντα όσα είχον εις την μάχην, ζητήσαντες δε από τον Θ. Κολοκοτρώνην και αποτυχόντες, ως μη έχοντος και αυτού εις την στιγμήν, εκτύπον τους Οθωμανούς με τας πέτρας όντες εφ'υψηλής θέσεως οι Μανιάται."

Ο Βασίλης Πατριαρχέας στο βιβλίο του, "Το δίπτυχον της Εθνεγερσίας", γράφει: "Η περί την χρήσιν των όπλων άσκησις των Μανιατών ήτο συστηματική και οι άρρενες από μικράς ηλικίας εγίνοντο έμπειροι δια την ευθυβολίαν και ένεκα του ιδιορρύθμου κοινωνικού βίου, της κατ' οικογένειας οργανώσεως και επί αιώνας διαβιώσεως, του ανεξαρτήτου πολιτικού βίου, και του καλλιεργουμένου αδούλωτου φρονήματος σύμπαντος του πληθυσμού ανδρών τε και γυναικών. Η όλη γεωγραφική θέσις, το δυσπρόσιτον και δυσέμβολον εις ξένην επικυριαρχίαν εδάφος, η σκληραγωγία της λιτής ζωής, εις φυσικόν περιβάλλον όξυναν τον νουν και την φαντασίαν και συνετέλεσαν εις την διαμόρφωσιν ιδίας ατομικότητος, αι διατηρούμεναι ζωηρές παραδόσεις της Ελληνικής φυλής, δια των μεγάλων οικογενειών του τόπου, συμπαρομαρτούσης και της Χριστιανικής Θρησκείας, δι' ευλαβούς προσηλώσεως εις τα βασικά δόγματα, άτινα εκαλλιεργούντο ιδιαζόντως,ως μαρτυρούν το τε πλήθος των ευκτηρίων Οίκων, ναών και μοναστηριών και των κληρικών(...) εδημιούργησαν φιλελεύθερον πνεύμα,από της πρώτης ημέρας της Οθωμανικής κυριαρχίας επί του Μορέως, ώστε κατά τους χρόνους της Εθνεγερσίας του ΄21 οι Μανιάτες εχρησίμευσαν, διδάξαντες τους καμπίσιους Έλληνας την χρησιμοποίησιν των όπλων και την τέχνην του πολέμου..."

ΒΑΛΤΕΤΣΙ

Μετά τη νικηφόρο μάχη του Αγίου Αθανασίου, στον Αλφειό ποταμό, ο Κολοκοτρώνης προσπάθησε να δημιουργήσει στρατόπεδο στην Καρύταινα αλλά η προσπάθειά του απέτυχε, όταν οι έξι χιλιάδες άνδρες που είχε συγκεντρώσει, διαλύθηκαν αμαχητί όταν δέχτηκαν επίθεση των Τούρκων. Ο Κολοκοτρώνης όμως δεν πτοήθηκε αλλά παντού διαλαλούσε και έγραφε ακούραστα για την ανάγκη της πολιορκίας της Τριπολιτσάς. Οι Μανιάτες οπλαρχηγοί συμφώνησαν με τη γνώμη του και στρατολόγησαν αρκετούς περίοικους της Τριπολιτσάς και εν συνεχεία κατέλαβαν το Χρυσοβίτσι, το Διάσελο, την Αλωνίσταινα, τα Βέρβενα, την Πιάνα δημιουργώντας ένα μεγάλο κλοιό γύρω από την Τρίπολη. Η άφιξη του Μουσταφάμπεη στην Τρίπολη στις 6 Μαϊου πτόησε τους πολιορκητές. Ο Κων. Παπαρηγόπουλος στην "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" γράφει: "Ο Κολοκοτρώνης πρότεινε να καταληφθεί αμέσως το Βαλτέτσι κι ευτυχώς ο Ηλίας Μαυρομιχάλης εκτέλεσε πρώτος το έργο. Λίγο μετά συγκεντρώθηκαν εκεί κι άλλοι οπλαρχηγοί, η δύναμή τους έφτασε τους 845 άνδρες, όλων δε αρχηγός ήταν ο θείος του Ηλία, Κυριακούλης, και στους αγωνιστές περιλαμβανόταν κι ο αδερφός του Ηλία, ο Ιωάννης, δεκατεσσάρων ετών. Ο Κολοκοτρώνης τους υπέδειξε πώς να οχυρωθούν, έθεσε τα άλλα σώματα σε ετοιμότητα, ο ίδιος δε αεικίνητος, κοιμόταν στο Βαλτέτσι, προγευμάτιζε στην Πιάνα και δειπνούσε στο Χρυσοβίτσι. Στις 12 του μήνα ο Μουσταφάμπεης βάδισε στο Βαλτέτσι με 6.500 πεζούς, 1.500 ιππείς και 2 πυροβόλα με σκοπό να σπάσει αυτό το μέρος του αποκλεισμού, να προελάσει στη Λακωνία και να δαμάσει όλη την Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης, ευρισκόμενος τη στιγμή εκείνη στο Χρυσοβίτσι, δυόμισι ώρες από το Βαλτέτσι, δεν συμμετείχε στην αρχή του αγώνα, τον οποίο κατεύθυναν ο Κυριακούλης και ο Ηλίας πίσω από πρόχειρα οχειρώματα, τα λεγόμενα ταμπούρια. Τρεις ώρες μετά έφτασε ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι κι ο Πλαπούτας από την Πιάνα κι άρχισαν να βάλλουν κατά των εχθρών. Οι αγωνιστές του Κυριακούλη πήραν θάρρος και συνέχισαν να ανθίστανται μέχρι το βράδυ κρατώντας τις θέσεις τους. Γύρω στα μεσάνυχτα ο Κολοκοτρώνης μπήκε στο Βαλτέτσι και αγκάλιασε τους αγωνιστές όλο χαρά. Μετά γύρισε στους δικούς του αγωνιστές, αφήνωντας στη θέση του άλλους και την επόμενη, με την επανάληψη της μάχης, οι ευρισκόμενοι μέσα στο Βαλτέτσι άρχισαν την επίθεση και έτρεψαν τους Τούρκους σε φυγή, συμπαρασύροντας όλη τη δύναμη του Μουσταφάμπεη. Ο Κολοκοτρώνης είχε δώσει τέτοιες διαταγές, ώστε όλα τα εφόδια των Τούρκων έπεσαν στα χέρια των δικών μας μαζί με τα επίχρυσα και επάργυρα όπλα τους, τα οποία πετούσαν για να φύγουν πιο εύκολα. Δεν εξακριβώθηκε ο αριθμός των θυμάτων και των δυο πλευρών στο διήμερο αυτό αγώνα. Οι Τούρκοι πολεμώντας στην ύπαιθρο υπέστησαν μεγάλες απώλειες από τους Έλληνες, οι οποίοι δεν είχαν πολλούς τραυματίες και νεκρούς. Σωστά η νίκη στο Βαλτέτσι θεωρήθηκε ο θεμέλιος λίθος της πελοποννησιακής ανεξαρτησίας και δίκαια εξυμνήθηκε σαν ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα κατορθώματα της επανάστασης". Στη μάχη του Βαλτετσίου που διήρκησε μιάμιση μέρα (12-13 Μαϊου 1821) αποκορυφώθηκε η ανδρεία των Μανιατών και μάλιστα των καπεταναίων της Μαυρομιχαλαίων εκ των οποίων ο Ηλίας απεκλήθη ήρωας του Βαλτετσίου. Ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων γράφει:"της μεγάλης νίκης (του Βαλτετσίου) πνεύμα υπήρξε ο Κολοκοτρώνης ήρως δέ ο Ηλίας Μαυρομιχάλης".

ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΣΤΗ ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

Μετά τη μάχη του Βαλτετσίου η Επιτροπή των Καλτετζών διέταξε τους Ηλία και Κυριακούλη Μαυρομιχάλη να ενισχύσουν τον Αγώνα των επαναστατημένων Ελλήνων στη Στερεά Ελλάδα, να φυλάσσουν τις διαβάσεις των Γερανείων και να κτυπήσουν τα τουρκικά στρατεύματα που θα επιχειρούσαν να περάσουν από τη Στερεά Ελλάδα στην Πελοπόννησο προς ενίσχυση των ομοεθνών τους. Στη Θήβα έφθασαν ο Ομέρ Βρυώνης και ο Μεχέτ Πασάς με 14.000 στρατιώτες. Ο Μεχμέτ Πασάς επιτίθεται κατά του Ηλία Μαυρομιχάλη και του Τσαλαφατίνου που βρισκόντουσαν με Δερβενοχωρίτες στο Κριεκούκι. Η μάχη ήταν σκληρή. Σκοτώθηκαν 40 Έλληνες και 70 Τούρκοι. Οι Τούρκοι υποχώρησαν προς τη Θήβα και οι Έλληνες γύρισαν στην Κάζα. Στα Μεγάλα Δερβένια έφθασαν ο Αντώνης Μαυρομιχάλης, ο Παπαφλέσσας, ο Π. Κολοκοτρώνης και οι πασάδες υποχρεώθηκαν να μείνουν ο ένας στην Αθήνα και ο άλλος στη Θήβα. Στη συνέχεια ο Ηλίας Μαυρομιχάλης εστάλη στην Αθήνα για να αναλάβει την πολιορκία της Ακρόπολης, αλλά παρά την ριψοκίνδυνη προσπάθειά του δεν κατάφερε να την εκπορθήσει. Μετά από 40 ημέρες δέχτηκε πατριωτική έκκληση του Επισκόπου Καρυστίας Νεοφύτου και μετέβη στην Εύβοια μαζί με τον θείο του Κυριακούλη και τον Ηλία Τσαλαφατίνο, φημισμένο Μανιάτη οπλαρχηγό για να βοηθήσουν τους επαναστατημένους Ευβοείς. Όταν ο Ομέρ Μπέης έμαθε την άφιξη του Ηλία Μαυρομιχάλη στην Εύβοια έστειλε στρατεύματα και κατέλαβαν την στρατηγική θέση των Στύρων. Ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με 500 Μανιάτες και ο οπλαρχηγός Βάσσης με άλλους 500 ντόπιους πολεμιστές κινήθηκαν κατά των Τούρκων. Οι κακές καιρικές συνθήκες όμως και η κακή συνεννόηση των δύο οπλαρχηγών έφερε σε τρομερά δύσκολη θέση τον Ηλία Μαυρομιχάλη ο οποίος αναγκάστηκε με επτά Μανιάτες να οχυρωθεί σ' έναν άστεγο μύλο, το λεγόμενο Κοκκινόμυλο. Να πώς περιγράφει ο Φιλήμων την ηρωική αντίσταση των επτά Μανιατών και το ένδοξο τέλος του Ηλία Μαυρομιχάλη:

"Ο Ηλίας...μετά μόνον επτά οπισθοβατών εισέρχεται εντός τινος ανεμομύλου ερειπωμένου και επί του λόφου κειμένου πλησίον των Στύρων. Ονομάζεται ούτος Κοκκινόμυλος. Ενταύθα παρίσταται η τελευταία του δράματος πράξις. Ο Ομέρ-Βελης (δηλ. ο Ομέρ Μπεής) ορμά αθρόος κατά των εγκλείστων, όπως λάβει τούτους αναρπάστους και τούτο μη δυνηθείς πολιορκεί αυτούς πανταχόθεν διά πυκνού στίφους. Η στιγμή επέστη ,μετά δίωρον έτι αντίστασιν. Αι πυριτιδοβολαί εξηντλήθησαν. Ο Ηλίας σύρει το ξιφος, ίνα μη συλληφθή αιχμάλωτος. Εξορμά ίνα διασχίση τούς εχθρούς και πίπτει νεκρός. Το ίδιον έδωκαν ηρωϊκόν τέλος και οι ανυποχώρητοι απ' αυτού Λάκωνες, ενός ή δύο διασωθέντων. Ο Ομέρ Βελής εκέρδισεν ούτω την λαμπροτέραν νίκην..". Ο Άγγλος Ιστορικός Γκόρντον γράφει: "Οι Τουρκοι αναγνωρίσαντες τον Ηλίαν Μαυρομιχάλην προσπάθησαν να τον συλλάβουν (κατά την έξοδο από τον μύλο) ζωντανόν, αλλ'ουτος εβύθισε το εγχειρίδιόν του εις το στήθος του και ηυτοκτόνησε". Και ο επίσης Άγγλος Ιστορικός Άλιζον Φίλλιπς γράφει: "Ο θάνατός του ήτο το πρώτον πλήγμα της Επαναστάσεως κατά το έτος τούτο (1822) και επροξένησε μεγάλην λύπην, διότι προς τη ανδρεια, η οποία ήτο συνήθης παρά τοις αρχηγοός της Επαναστάσεως, εκοσμείτο (ο Ηλίας Μαυρομιχάλης) υπό αφιλοκερδους φιλοπατρίας, ήτις δεν ήτο τόσον κοινή".

Όταν μαθεύτηκε ο ηρωικός θάνατος του Ηλία Μαυρομιχάλη στην έδρα της Πελοποννησιακής Γερουσίας (στην Ακροκόρινθο) ο Πρόεδρος αυτής Δημ. Υψηλάντης θέλησε να την ανακοινώσει με τρόπο περιφραστικό στον Πετρόμπεη, ο οποίος ήταν Αντιπρόεδρος της Γερουσίας και ο οποίος, αφού άκουσε με ψυχραιμία το θλιβερό συμβάν, είπε στον Δημήτριο Υψηλάντη: "Μη με λυπάσαι. Έκαμα γυιό στρατιώτη, ο οποίος επλήρωσε το χρέος του προς την Πατρίδα!". - Κατακαϋμένη Μάνη, με τα παιδιά που βγάνεις, ποτέ να μην πεθάνεις!- Ο Ιστορικός Φιλήμων αναφέρει, ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έλεγε "πως μόνο ο Ηλίας ηδύνατο να διαφιλονικήση ποτέ τη στρατιωτική ηγεσία της Πελοποννήσου".

ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ

Μετά τη Βοιωτία ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης κατ' εντολή του Μαυροκορδάτου πηγαίνει στο Μεσσολόγγι με δυο χιλιάδες Μανιάτες για να ενισχύσει το διεξαγόμενο αγώνα στη Δυτική Στερεά Ελλάδα και Ήπειρο. Με 4 πλοία έφτασαν στο Φανάρι της Ηπείρου με σκοπό να ανοίξει δρόμο προς τη Κιάφα και να εξασφαλίσει τον ανεφοδιασμό των Σουλιωτών. Οι Σουλιώτες έστειλαν αμέσως ενισχύσεις ,αλλά στις 4 Ιουλίου 3.000 Τούρκοι χτύπησαν τη δύναμη του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη στη Σπλάντζα του Φαναρίου με αρχηγό τον Μουσταφάμπεη. Οι Μανιάτες που δεν είχαν ολοκληρώσει τις αμυντικές τους προετοιμασίες αιφνιδιάστηκαν. Πολλοί οπλαρχηγοί πρότειναν να εγκαταλειφθεί η τοποθεσία. Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης όμως θεώρησε την υποχώρηση ταπεινωτική και διέταξε αμέσως και μέσα στη νύχτα την κατασκευή ενός ξερολίθινου τείχους 200 περίπου μέτρων μήκους και 1 μέτρου ύψους. Την επόμενη μέρα 4/7/1822 οι Τούρκοι επετέθησαν εναντίον των Ελλήνων, αλλά καθηλώθηκαν από τα πυκνά πυρά των ταμπουρωμένων Μανιατών. Κατά τη διάρκεια της μάχης μια σφαίρα χτύπησε θανάσιμα τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Να πώς περιγράφει ο Ιστορικός Κόκκινος το δραματικό και ένδοξο τέλος του ήρωα: "Μία σφαίρα βρήκε τότε τον Κυριακούλη εις την μασχάλην. Ο ήρως κατέπεσε και ελιποθύμησε, και κυμα αίματος ανάβλυσεν από την εσωτερικήν πληγήν του στήθους έφθασε εις τα χείλη του. Οι άνθρωποί του τον μετέφεραν αμέσως εις το οχύρωμα, όπου εκείνος αντιληφθείς το επικείμενον τέλος του, διεμοίρασε τα όπλα του μεταξύ των συμπολεμιστων του, έδωσε εντολή εις τον ιπποκόμον του να πάρη την αιματοβαμμένην ζώνην του και να την παραδώση εις την οικογένειάν του εις την Μάνην και εξέπνευσε". Οι πολεμιστές κράτησαν τις θέσεις όλη την ημέρα, αλλά τη νύχτα, λυπημένοι για το θάνατο του αρχηγού τους, έφυγαν για το Μεσσολόγγι όπου και έθαψαν το νεκρό ήρωα στον χώρο όπου αργότερα ανεγέρθει το Ηρώον της Ιεράς Πόλης και αποκαλείται "Κήπος Ηρώων".

Μετά τη μάχη της Σπλάντζας και την καταστροφική στο Πέτα καθώς και την απομάκρυνση των Σουλιωτών στα Ιόνια Νησιά ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιουταχής αρχίζουν την Α' πολιορκία του Μεσολογγίου. Οι Μανιάτες παρά την τρομερή αιμορραγία που είχαν υποστεί συγκρουόμενοι δύο ολόκληρα χρόνια με τους Τούρκους, βλέποντας ότι η Ρούμελη, αν μείνει αβοήθητη, υπήρχε κίνδυνος να υποκύψει, έσπευσαν να βοηθήσουν. Στις 23 Νοεμβρίου 1822 ο Πετρόμπεης μαζί με τον Ζαϊμη και τον Ντελληγιάννη με χίλιους άντρες φτάνουν στη Ρούμελη. Ο Ηλίας Τσαλαφατίνος και ο Κουμουντουράκης, Μανιάτες οπλαρχηγοί, με ένα μέρος των συμπολεμιστών μπήκαν στο Μεσολόγγι για να ενισχύσουν την φρουρά. Ο Πετρόμπεης με 500 περίπου άνδρες κινήθηκε για να ξεσηκώσει τους ντόπιους κατοίκους και να χτυπήσει τους Τούρκους από τα νώτα τους. Οι Τούρκοι όταν επετέθησαν, τη νύχτα των Χριστουγέννων, απωθήθησαν με επιτυχία από τους πολιορκημένους και έτσι λύθηκε η Α' πολιορκία του Μεσολογγίου, με μεγάλη φθορά των Τούρκων.

ΔΕΡΒΕΝΑΚΙΑ

Την εποχή που ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης βρισκόταν στην Ήπειρο, στην Ανατολική Στερά Ελλάδα εμφανίζεται ο Δράμαλης, επικεφαλής 50.000 περίπου ανδρών, καίει τη Θήβα και κατευθύνεται προς την Πελοπόννησο. Η κυβέρνηση τότε σκέφτηκε να φρουρήσει τα στενά προ του Ισθμού για να παρεμποδίσει την κάθοδο του Δράμαλη. Έστειλε λοιπόν μαζί με άλλους καπεταναίους και το Μανιάτη Τσαλαφατίνο, να καταλάβουν τις διαβάσεις του Γερανείου. Η μικρή αυτή όμως δύναμη αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να συμπτυχθεί με άλλες δυνάμεις στην Κόρινθο. Η Ελληνική Κυβέρνηση (δηλαδή το "Εκτελεστικό") πανικοβλήθηκε από την εισβολή του Δράμαλη και έσπευσε να διασωθεί στα πλοία που βρίσκονταν στον Αργολικό Κόλπο. Ο Κολοκοτρώνης μαθαίνοντας την εισβολή του Δράμαλη στο Άργος αμέσως συναντήθηκε με τον Πετρόμπεη, τον Υψηλάντη και τον Κρεββατά και σε σύσκεψη αποφασίστηκε: 1ον) 200 άνδρες με τους οπλαρχηγούς Κατσάκο και Μπαρμπιτσιώτη να καταλάβουν το κάστρο του Άργους ώστε να καθυστερήσουν το Δράμαλη και 2ον) να κάψουν τους καρπούς ώστε να δημιουργήσουν πρόβλημα ανεφοδιασμού στο Δράμαλη. Όταν οι 200 άνδρες έφθασαν στο κάστρο του Άργους είδαν με έκπληξη και χαρά να κυματίζει η Ελληνική Σημαία.

Να τι είχε συμβεί όπως γράφει στην ιστορία του ο Δ. Τρικούπης: "Κατήντησε δε εις τόσην αδυναμίαν (το Εκτελεστικό),ώστε ούτε καν τον άργυρον να προφυλάξη εδυνήθη, τον εκ των εκκλησιών και μοναστηρίων συναχθέντα και κατατεθέντα έν τινι πλοίω, όθεν τον ήρπασαν ναύται έξωθεν ορμήσαντες επί λόγω οφειλομένων μισθών. Μόνος ο Θανάσης Καρίγιαννης, Μανιάτης, ευρεθείς εν Άργει ταις ημέραις εκείναις της φυγής, της αρπαγής, της καταπιέσεως και του τρόμου, και ευρών δέκα ομόφρονάς του ανέβη αυθόρμητος και άφοβος εις το φρούριον του Άργους και ύψωσε σημαία". Ο Πρόκετ Ώστεν στην ιστορία του γράφει ότι η κατάληψη του φρουρίου του Άργους "ανήκει εις τας γενναιοτέρας και αποτελεσματικοτέρας εκδουλεύσεις του αγωνος εκείνου". Επειδή όμως το νερό του Φρουρίου δεν επαρκούσε για μέρες, στο Κάστρο παρέμειναν οι άντρες του Μπαρμπιτσιώτη και του Καρίγιαννη ενώ οι λοιποί με τον Υψηλάντη,τους Μαυρομιχαλαίους και τον Πάνο Κολοκοτρώνη απεχώρησαν και κατέλαβαν διαβάσεις ώστε να εμποδίσουν την προέλαση του Δράμαλη προς την Τρίπολη. Εν τω μεταξύ οι Έλληνες είχαν πυρπολήσει τη συγκομιδή των Αργολικών Κάμπων και ο Δράμαλης βρισκόμενος σε δύσκολη θέση αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Αυτήν την απόφαση της οπισθωχώρησης μάντευσε ο Κολοκοτρώνης που συνέλαβε το σχέδιο του εγκλωβισμού του Δράμαλη στα στενά των Δερβενακίων που προσεφέροντο για τον "εξ ενέδρας" πόλεμο. Το σχέδιο έγινε αποδεκτό και αποφασίστηκε να προωθηθούν αμέσως επίλεκτα τμήματα υπό τον Παπαφλέσσα,Υψηλάντη και Νικηταρά,καθώς και οι Μανιάτες των σωμάτων Δουράκη, Καπετανάκη, Κουμουνδουράκη και Χρυσοσπάθη για να καταλάβουν τα στενά των Δερβενακίων. Έτσι στις 26 και 27 Ιουλίου 1822 γράφτηκε η πιο λαμπρή ίσως σελίδα της Επανάστασης του 1821. Η στρατιά του Δράμαλη, οπισθωχωρούσα, δέχτηκε φοβερή, αιφνιδιαστική επίθεση των Ελλήνων επαναστατών και η φθορά της ήταν τόση που άγγιξε τα όρια της αποδεκάτισης.

ΜΑΝΙΑΚΙ

Ο στόλος του Αιγυπτίου Ιμπραήμ Πασά φθάνει στις 24 Φεβρουαρίου του 1825 στη Μεθώνη και αποβιβάζει 4.000 πεζούς και 500 ιππείς. Ο στρατός αυτός που ήταν καλά εκπαιδευμένος και οργανωμένος από Γάλλους αξιωματικούς ενισχύθηκε με άλλους 6.000 πεζούς,500 ιππείς και ισχυρό πεδινό πυροβολικό. Στην περίοδο εκείνη ο Ιμπραήμ βρήκε τους Έλληνες επαναστάτες σε πολύ άσχημη κατάσταση. Ο εμφύλιος των πολιτικών με τους στρατιωτικούς τους είχε διαιρέσει και το μίσος είχε κυριαρχήσει σε όλες τις εκδηλώσεις των βασικών παραγόντων της επανάστασης. Ο Κολοκοτρώνης είχε φυλακισθεί από τους πολιτικούς του αντιπάλους, οι οποίοι όμως μπροστά στον κίνδυνο που διέτρεχε η Επανάσταση και κάτω από την πίεση του λαού, τον απελευθέρωσαν και του ανέθεσαν την ηγεσία του στρατιωτικού τμήματος για την απόκρουση του Ιμπραήμ. Παράλληλα με τον Κολοκοτρώνη κινήθηκε και ο Παπαφλέσσας, τότε Υπουργός Εσωτερικών, που είχε πρωτοστατήσει για την απελευθέρωση του Κολοκοτρώνη. Ο Παπαφλέσσας οχυρώθηκε στο χωριό Μανιάκι(στη Μεσσηνία) με 700 περίπου πολεμιστές, μεταξύ των οποίων και αρκετοί Μανιάτες, με επικεφαλής τον Βοϊδή Μαυρομιχάλη. Η μάχη ήταν άνιση και ο τόπος ακατάλληλος. Οι Έλληνες της Πελοποννήσου πολέμησαν γενναία αλλά όμως ήταν αδύνατον να συγκρατήσουν την πλημμυρίδα των στρατιωτικών δυνάμεων του Ιμπραήμ, κατά τον ιστορικό Φραντζή 900 ήταν οι Έλληνες,2.500 οι Αιγύπτιοι. Ο Παπαφλέσσας βρήκε ηρωϊκό θάνατο όπως και οι Μανιάτες οπλαρχηγοί Πιέρος και Βοϊδής Μαυρομιχάλης, Θ. Καπετανάκος και Δ. Πουλικάκος.

O IMΠΡΑΗΜ ΣΤΗ ΜΑΝΗ

Μετά τη μάχη στο Μανιάκι (1/6/1825) ο Ιμπραήμ ξεχύθηκε στην Πελοπόννησο την οποία κυρίευσε και ρήμαξε, πλην της Μάνης. Στους τελευταίους μήνες του 1825 μετέχει με αρκετό στρατό στη δεύτερη πολιορκία του ηρωϊκού Μεσολογγίου που διήρκησε έναν χρόνο περίπου και έληξε με την ηρωϊκή έξοδο των πολιορκημένων, που έμεινε σαν φωτεινό ορόσημο στην Ιστορία των νεότερων Ελλήνων. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου ο Ιμπραήμ επανέρχεται στην Πελοπόννησο, καταλαμβάνει ένα μέρος της Αχαΐας και στέλνει επιστολή στον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη και τον διατάσσει εντός δέκα ημερών να προσέλθει μαζί μ' όλους τους προκρίτους της Μάνης να τον προσκυνήσουν αλλιώς θα κυριεύσει και θα αφανίσει τη Μάνη. Και ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης απάντησε ως εξής:

"Ελάβομεν το γράμμα σου, εις το οποίον είδωμεν να μας φοβερίζεις ότι αν δεν σου προσφέρομεν την υποταγήν μας θέλεις εξολοθρεύσεις τους Μανιάτες και την Μάνην. Διά τούτο και ημείς σε περιμένομεν με όσες δυνάμεις θελήσεις".

Ο Ιμπραήμ μετά την άρνηση των Μανιατών να τον προσκυνήσουν, με 800 πεζούς και ιππείς από την Καλαμάτα εξορμά για να τους υποτάξει. Οι Μανιάτες, 2000 περίπου άντρες, οχυρώνονται στη Βέργα του Αλμυρού. Η Βέργα ήταν ξερολίθινο τείχος ύψους ενός μέτρου περίπου και μήκους περισσότερο του χιλιομέτρου, που κτίστηκε από τους Μανιάτες, σαν ταμπούρι. Εκεί ήταν όλοι οι αρχηγοί των Μανιατών:ο Κωνσταντόμπεης, ο Μπεζαντές Γιωργάκης, ο Αναστάσης και Ηλίας Κατσάκος, ο Διονύσιος Τρουπάκης - Μούρτζινος, ο Στέφανος και Νίκος Χρηστέας, ο Γ. και ο Στ. Καπετανάκης, οι Κατσιφαραίοι, ο Γαλάνης Κουμουντουράκης, ο Κοσσονάκος, ο Σ. Πικουλάκης κι όλοι οι ελεύθεροι Μεσομανιάτες. Πρώτο επιτίθεται το ιππικό των Αιγυπτίων το οποίο αναγκάζεται να υποχωρήσει λόγω της μορφολογίας του χώρου, ακολουθούν οι άτακτοι που ορμούν στο τείχος, αλλά αποδεκατίζονται από τα εύστοχα πυρά των αμυνόμενων. Φτάνει τακτικός στρατός, με επικεφαλής Ευρωπαίους αξιωματικούς και επιχειρεί με αλλεπάλληλες επιθέσεις να ανατρέψει την άμυνα. Οι Μανιάτες ακλόνητοι στις θέσεις τους προκαλούν μεγάλες απώλειες στους επιτιθέμενους. Στην ένατη επίθεση των Αιγυπτίων, ένας ανώνυμος Μανιάτης οπλαρχηγός με 20 άνδρες βγήκε από το τείχος χωρίς να γίνει αντιληπτός και επιτίθεται στα νώτα του εχθρού. Οι Αιγύπτιοι που δέχτηκαν την επίθεση, αιφνιδιάστηκαν και τράπηκαν σε φυγή, μεταδίδοντας τον πανικό σε ολόκληρη την εχθρική παράταξη που υποχωρεί (22/6/1826). Τις δύο επόμενες μέρες συνεχίστηκαν οι επιθέσεις των Αιγυπτίων κατά της Βέργας, αλλά οι επιθέσεις ήταν κάπως ασθενέστερες και εύκολα αποκρούστηκαν από τους Μανιάτες. Να πώς περιγράφει ο ιστορικός Φραντζής τα συναισθήματα του Ιμπραήμ για την αποτυχία του στη Βέργα καθώς και για τη μάχη του Δυρού: "...κατ' εκείνην την στιγμήν άξιον θέας ήτο να βλέπη τις πίπτοντας τους εχθρούς σωρηδόν έξωθεν του τείχους, οίτινες και δειλιάσαντες, τελευταίον οπισθοδρόμησαν. Αλλ' ο αλαζών Ιμπραχήμης ιδών την ανέλπιστον εκείνην θραύσιν του στρατεύματός του, πλήρης θυμού διέταξε πάραυτα και επεβιβάσθησαν 3.500 Οθωμανοί εις τα εν Καλάμαις ελλιμενισμένα εχθρικά πλοία, διατάξας ν' αποβιβασθώσι κατά το όπισθεν μέρος της Μάνης εις μίαν δύσβατον θέσιν, επ' ελπίδι του, ότι οι Έλληνες ήθελον αφήσει κενήν την θέσιν της Βέργας, και ήθελον τρέξει προς υπεράσπισιν των οικογενειών των, ώστε τούτου γενομένου να εισβάλη τότε ο Ιμπραχήμης εκ των όπισθεν εις την Μάνην από το μέρος της Βέργας. Προ δε της ανατολής του ηλίου (την 23 Ιουνίου) έφθασαν τα εχθρικά πλοία εις το Βηρόν (Διρό),μεταξύ της Τζίμοβας και του Πύργου, μη όντος εκεισε λιμένος, και άνευ αναβολής απεβίβασαν εις την ξηράν τους 3.500 εχθρούς, αλλά με μεγάλην δυσκολίαν δισ το δύσβατον και το πετρώδες του τόπου, ως εκ περιστάσεως δέ αγαθής ευρέθησαν κατά το μέρος εκείνο 209 οπλοφόροι Μανιάται, εκ δε των προκρίτων ο Πιέρος Μαυρομιχάλης, ο Δημήτριος, υιός του Π. Μαυρομιχάλη (ει και νέος τότε ων), οίτινες διέταξαν τους ρηθένετες 200 οπλοφόρους να κτυπώσιν αφόβως τους εχθρούς, διέταξαν δε ταυτοχρόνως και έκρουσαν τούς κώδωνας των Εκκλησιών, προσκαλέσαντες τους Ιερείς, άνδρας, γυναίκας και παίδας όσους ευρέθησαν. Έγραψε δ' εν ταύτω και ο Δ.Π. Μαυρομιχάλης προς τω εν Αλμυρώ ευρισκόμενον Ελληνικόν στράτευμα την εις το Βηρόν κατάπλευσιν των εχθρικών πλοίων, και την απόβασιν των εχθρών. ...Αλλ'εν τοσούτω η εν Βηρώ απόβασις των εχθρών εξηκολούθει αφ' ενός μεν μέρους με κραυγάς, αφ΄ετέρου δε με τον κτύπον των κωδώνων των Εκκλησιών, ώστε έφθασαν και τινες ακόμη ολίγοι οπλοφόροι Έλληνες, και εν πλήθος γυναικών Μανιατισσών, και δύο Αρχιερείς μετά των Ιερέων. Και οι μεν Μανιάται επυροβόλουν με τα όπλα, αι δε γυναικες εμάχοντο με τας πέτρας και τα δρέπανα, ώστε όχι μόνον εφονεύοντο και επληγώνοντο οι αποβιβαζόμενοι εχθροί, αλλά και δια το πετρωδες και το δύσβατον του τόπου, ούτε να φυλαχθώσιν εδύνατο, ούτε να πλησιάσωσι ποσως δια να τοις βοηθώσι και να πυροβωλωσι με τα κανόνια κατά των Μανιατών. Επί κεφαλης δε τόσων ανδρων, όσω και των γυναικων ίσταντο οι Αρχιερείς και οι Ιερείς εμψυχούντες, και προτρέποντες αυτούς εις την των εχθρών αντίκρουσιν με όλην των την καρτερίαν, και γενναιοψυχίαν. Αι δε πέτραι έπιπτον ως χάλαζα επι των κεφαλών των εχθρών".

Mετά την αντίσταση των Μανιατών και Μανιατισσών στον όρμο του Διρού, οι Αιγύπτιοι αναγκάστηκαν να επιβιβαστούν καταδιωκώμενοι στα πλοία τους και να επιστρέψουν στην Καλαμάτα. Τον Αύγουστο του 1826 ο Ιμπραήμ με μια νέα επίθεση, αυτή τη φορά στην Ανατολική Μάνη, προσπάθησε να την υποτάξει. Αλλά και πάλι οι ηρωικοί Μανιάτες ταμπουρώθηκαν στο χωριό Πολυάραβο και με επιτυχία αντιμετώπισαν τους Αιγύπτιους και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν οριστικά το σχέδιο της υποταγής της Μάνης. Με τις νικηφόρες μάχες στο Αλμυρό, στο Διρό και στον Πολυάραβο οι Μανιάτες, άνδρες και γυναίκες, για άλλη μια φορά απέδειξαν το υψηλό, γενναίο και αδούλωτο φρόνημά τους. Δεν υπολόγισαν το πανίσχυρο και καλά οργανωμένο στράτευμα του Ιμπραήμ που είχε καθυποτάξει όλη την Πελοπόννησο, και μαζί με τα στρατεύματα του Κιουταχή Πασά, που δρούσαν στην Στερεά Ελλάδα, είχε οδηγήσει την Ελληνική Επανάσταση σε πολύ κρίσιμο σημείο. Αλλά, ο Θεός όπως είχε πει ο Κολοκοτρώνης υπέγραψε την ελευθερία της Ελλάδος και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή του και φάνηκε ότι είχε δίκιο από την εξέλιξη των γεγονότων. Η απελευθέρωση αυτή ήρθε στις 8 Οκτωβρίου του 1827 με τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου.

της Άλκηστης Κωστάκου από τη Καφιόνα

Πηγή:mani.org.gr 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.