H τοπωνυμική κατάληξη ‐οβα, ‐οβο

H τοπωνυμική κατάληξη ‐οβα, ‐οβο

Εάν κάποιος ανατρέξει στο βιβλίο: “Die Slaven in Griechenland”, Berlin 1941, του Γερμανού, γεννημένου και σπουδασμένου στη Ρωσία, Max Vasmer θα διαπιστώσει με έκπληξη ότι αναφέρονται πάνω από 2.000 ξενόγλωσσα τοπωνύμια του ελληνικού χώρου που χρεώνονται ως σλαβικά.

Για ορισμένα από αυτά ο συγγραφέας‐ερευνητής κάνει απόπειρα ετυμολογικής εξήγησής τους, για τα περισσότερα επικαλείται απλώς το γεγονός ότι υπάρχουν αυτούσια ή παρόμοια κάπου αλλού στο βαλκανικό χώρο. Για κανένα όμως δεν έχει πραγματοποιήσει λεπτομερή επί τόπου έρευνα ‐ αυτοψία, ώστε να διαπιστώσει, αν η αντίστοιχη τοποθεσία που τοπωνυμικά εξετάζει είναι συμβατή με την έννοια που υποκρύπτει η ονομασία του τοπωνυμίου.

Παρόλα αυτά, ο αναγνώστης που δεν έχει εντρυφήσει σε θέματα τοπωνυμικών ερευνών, πείθεται ότι έτσι έχουν τα πράγματα, όπως δηλαδή παρατίθενται, και επομένως συμπεραίνει ότι στους σκοτεινούς μεσαιωνικούς χρόνους οι Σλάβοι καταπλημμύρισαν την Ελλάδα, και επομένως εξαφάνισαν την ελληνική φυλή, προς δόξα βεβαίως και δικαίωση του αλήστου μνήμης Αυστριακού Jakob Philip Fallmerayer .

Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι από τα αναφερόμενα υπερδισχίλια ξενόγλωσσα τοπωνύμια του ελληνικού χώρου, τα 252 από αυτά (ποσοστό περίπου 12%) έχουν κατάληξη ‐ οβα, ‐ οβο, και για αυτές τις καταλήξεις ο Μ. Vasmer δεν κάνει καμία ειδικότερη αναφορά. Είναι φυσικό λοιπόν να εικάσουμε ότι τις θεωρεί ασυζητητί, ως σλαβικές, και προχωρεί στην όποια εξήγηση του κυρίου θέματος των σχετικών τοπωνυμίων. Εδώ λοιπόν βρίσκεται το πρώτο κρίσιμο ερευνητικό σταυροδρόμι, και εάν δεν αναζητηθεί με προσοχή η σωστή κατεύθυνση, χάνεται ο προορισμός, που είναι η αναζήτηση της ''τοπωνυμικής αλήθειας'', με αποτέλεσμα να παγιώνονται λαθεμένες αντιλήψεις.

Κατ ́ αρχάς τίθεται το ερώτημα, οι καταλήξεις ‐

οβα, ‐ οβο είναι σλαβικές ή όχι; Αυτός είναι ένας πρώτος σημαντικός τοπωνυμικός γρίφος τον οποίο αξίζει να τον αντιμετωπίσουμε.

Αρχικά, θα πρέπει να αναζητήσουμε τι λέει για αυτό το θέμα, ο γνωστός Fr. Miklosich στο σημαντικό λεξικό του: “Lexicon palaeoslovenico‐Graeco‐Latinum”, 1862‐1865.

Σύμφωνα με το εν λόγω λεξικό υπάρχουν οι παλαιοσλαβικές λέξεις:

oβη = τόπος χώρος, διάστημα τοπικό ‐ χρονικό.

oβ = περπατάω, περιπλανώμαι, διανυκτερεύω.

oβίτιτσε = πάροικος

όβτσα = πρόβατο

Στα βουλγαρική γλώσσα το πρόβατο λέγεται όφτσα. Στη λιθουανική avis (= αμνάδα), στην παλαιοσλαβική ovinu (= κριάρι) και ovica ( = αμνάδα), ακόμα και στην παλαιογερμανική ouwi (= αμνάδα) και στην αγγλοσαξωνική eowestre (= στάνη προβάτων).

Ίσως, οι παραπάνω λέξεις να σχετίζονται μεταξύ τους, γιατί αυτός που φυλάει πρόβατα, συνήθως περπατάει‐περιπλανιέται με το ποίμνιό του για αναζήτηση τροφής, και όπου βρει κατάλληλο βοσκοτόπι μένει για όσο χρονικό διάστημα κρίνει ότι είναι ωφέλιμο για το ποίμνιό του.

Υπάρχουν όμως αντίστοιχα και οι λατινικές λέξεις : ovis = πρόβατο. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι στη βλάχικη γλώσσα που είναι λατινογενής, το πρόβατο 36

ονομάζεται οάε παραφθορά της λατινικής λέξης ovis. οbeo = προσέρχομαι, περιέρχομαι, παρευρίσκομαι. οbero = περιπλανιέμαι.

με ανάλογη ίσως συσχέτιση μεταξύ τους που αναφέραμε προηγουμένως.

Τέλος, στην αρχαιοελληνική γλώσσα υπήρχαν οι εξής αντίστοιχες λέξεις :

όις (ομηρική) = πρόβατο. Αρχικά ήταν όFις όπου το αρχαιοελληνικό δίγαμμα (F) προφερόταν ως βαυ (κάτι δηλαδή μεταξύ β και φ).

οίη = χωριό. Σύμφωνα με το αρχαιοελληνικό λεξικό του Ι. Σταματάκου η λέξη οίη προέρχεται από το ωFία (κοινότης, σωματείο φυλή) που μαρτυρείται από το λακωνικό ωβά και σύμφωνα με το λεξικό του Ησύχιου (5ος αιώνας) στη Θεσσαλία αναφέρονται: ουαί = φυλές και ώβοι = τόποι μεγαλομερείς (= μεγαλοπρεπείς).

Οι σημασίες των λέξεων ωβά = κοινότητα, φυλή, ουαί = φυλές και ώβοι = τόποι μεγαλοπρεπείς μπορούν να συσχετιστούν ‐ ερμηνευτούν κάτω από ένα κοινό πλαίσιο, εφόσον θεωρηθούν ότι παράγονται από τη λέξη όις (όFις)= πρόβατο, γιατί οι πατριές βοσκών που εγκαθίστανται σε τόπους βουνών (βοσκοτόπια), μπορεί να δώσουν συμπαγείς οικισμούς σε υψηλά μέρη.

οιήτης και οιάτης = χωρικός.

Οιάτης = νομός (= βοσκότοπος) στο Δήμο Οία της αρχαίας Αττικής.

Οι παραπάνω λοιπόν λέξεις σχετίζονται με το όις = πρόβατο, δεδομένου ότι οι παλιότεροι μικροί οικισμοί όχι μόνο στα αρχαία χρόνια, αλλά και στους πρόσφατους αιώνες ήσαν ουσιαστικά πατριές κτηνοτρόφων, που έμεναν σε μια περιοχή και σιγά ‐ σιγά καταγίνονταν και με τη γεωργία, εφόσον δε αυτό ήταν πρόσφορο, τότε η εγκατάσταση έπαιρνε μονιμότερο χαρακτήρα.

Επομένως, και το βουνό Οίτη πρέπει ουσιαστικά να σημαίνει το βουνό με τους πολλούς βοσκότοπους. Αρχαία τοπωνύμια που πιθανόν να έχουν άμεση σχέση με το όις (oFis) είναι και η πόλης Βόιο της Δωρικής Τετράπολης (κοντά στη σημερινή Γραβιά, στις υπώρειες του Παρνασσού), καθώς και το όρος Βόιον της Δυτικής Μακεδονίας (στην Αρχαιότητα Βόιον ήταν η κορυφή της Πίνδου (ο Σμόλικας), μέρη κατάλληλα για κτηνοτροφία.

Επίσης, με τη βασική λέξη όις (όFις) θα πρέπει να συσχετίσουμε και τις αρχαιοελληνικές λέξεις οϊστός (ομηρική) = το βέλος, οβελός = σούβλα. Έτσι, στην πρώτη περίπτωση θα χάθηκε ο ήχος του F (βαυ) και παρέμενε το φωνήεν ι, ενώ στη δεύτερη περίπτωση θα συνέβη το αντίθετο.

Πράγματι, και οι δυο παραπάνω λέξεις σημαίνουν ουσιαστικά έναν άξονα που περιστρέφεται ‐ το κινούμενο βέλος, ως γνωστόν, εκτός από μεταφορική ταχύτητα παρουσιάζει και κάποια περιστροφική ταχύτητα λόγω των αναπτυσσόμενων τριβών και των γεωμετρικών ατελειών του ‐ απλώς στην πρώτη περίπτωση δεν συνοδεύεται με... όις(πρόβατο), ενώ στη δεύτερη περίπτωση συνοδεύεται με το όις... σουβλισμένο.

Από τους “Παράλληλους βίους” του Πλούταρχου και ειδικότερα τους βίους των Πελοπίδα ‐ Μάρκελλου, διαπιστώνεται ότι τοπωνύμιο Ova (Όβα), που σχετίζεται με τη λατινική λέξη ovis = πρόβατο, υπήρχε έξω από τη Ρώμη, το νωρίτερο από τον 3ο π. Χ. αιώνα, που έδρασε ο ύπατος Μάρκελλος, και το αργότερο το 2ο μ. Χ. αιώνα, που έγραψε ο Πλούταρχος τους εν λόγω βίους.

Συγκεκριμένα ο αρχαίος σοφός συγγραφέας κάνει μνεία μιας πόλης κοντά στη Ρώμη, όπου οι Έλληνες την ονόμαζαν Εύαν και οι Ρωμαίοι Όβα, στην οποία ο 38

Ρωμαίος ύπατος Μάρκελλος θα έπρεπε να τελέσει το μικρό του θρίαμβο και το μεγάλο του θρίαμβο στο Αλβανό Όρος, λόγω φθόνου των αντιπάλων του στη Ρώμη. Ας δούμε όμως με λεπτομέρεια την ενδιαφέρουσα αυτή αναφορά του Πλούταρχου που, πιστεύω, ρίχνει φως στο γλωσσικό γρίφο, ο οποίος σχετίζεται με τα ‐οβα, ‐οβο.

“Ενισταμένων δε των εχθρών τω Μαρκέλλω προς τον θρίαμβον επεί και πράξεις τινές υπολιπείς ήσαν έτι περί Σικελίαν και φθόνον είχεν ο τρίτος θρίαμβος, συνεχώρησεν αυτοίς τον μεν εντελή και μέγαν εις το Αλβανόν όρος εξελάσαι, τον δ' ελάττω καταγαγείν εις την πόλιν, ον Εύαν Έλληνες, Όβαν δε Ρωμαίοι καλούσι.Πέμπει δ' αυτόν ουκ επί του τεθρίππου βεβηκώς ουδέ δάφνης έχων στέφανον ουδέ περισαλπιζόμενος, αλλά πεζός εν βλαύταις υπ' αυλητών μάλα πολλών, και μυρρίνης στέφανον επικείμενος, ως απόλεμος και ηδύς οφθήναι μάλλον ή καταπληκτικός, ο και μέγιστον εμοί τεκμήριον εστι του τρόπω πράξεως, αλλά μη μεγέθει, διωρίσθαι τους θριάμβους το παλαιόν.Οι μεν γαρ μετά μάχης και φόνου των πολεμίων επικρατήσαντες τον Αρήιον εκείνον ως έοικε και φοβερόν εισήγον, ώσπερ εν τοις καθαρμοίς των στρατοπέδων ειώθεσαν, δάφνη πολλή καταστέψαντες τα όπλα και τους άνδρας . τοις δε πολέμου μεν μη δεηθείσι στρατηγοίς, ομιλία δε και πειθοί και δια λόγου πάντα θεμένοις καλώς οίον επιπαιανίσαι την απόλεμον ταύτην και πανηγυρικήν απεδίδου πομπήν ο νόμος. Και γαρ ο αυλός ειρήνης μέρος, και το μύρτον Αφροδίτης φυτόν, η μάλιστα θεών απέχθεται βία και πολέμοις. Όβας δ' ου παρά τον ευασμόν, ως οι πολλοί νομίζουσιν, ο θρίαμβος ούτος ονομάζεται και γαρ κακείνον εφ' ευάζοντες και άδοντες παραπέμπουσιν, αλλ' υφ' Ελλήνων εις το σύνηθες αυτοίς παρήκται τούνομα, πεπεισμένων άμα και Διονύσω τι της τιμής προσήκειν, ον Εύιον και Θρίαμβον ονομάζομεν. Ούχ ούτω δ' έχει το αληθές, αλλ' επί μεν τω μεγάλω θριάμβω βουθυτείν πάτριον ην τοις στρατηγοίς, επί δε τούτω πρόβατον έθυον. όβα δε τα πρόβατα Ρωμαίοι καλούσιν . εκ τούτου και τον θρίαμβον όβαν ωνόμασαν...”, που σημαίνει :

“Επειδή λοιπόν οι αντίπαλοί του αντιδρούσαν να τελέσει ο Μάρκελλος θρίαμβο, αφού είχαν μείνει ημιτελείς οι επιχειρήσεις στη Σικελία και προκαλούσε φθόνο ο τρίτος θρίαμβος, συμφώνησε ο ίδιος να παρελάσει για τον ολοκληρωμένο και μεγάλο θρίαμβο στο Αλβανό όρος και το μικρότερο θρίαμβο να τον τελέσει στην πόλη που οι Έλληνες την ονομάζουν ''Εύαν'' και οι Ρωμαίοι '' Όβα ''.Και τον τελεί όχι ανεβασμένος πάνω σε τέθριππο άρμα, ούτε φορώντας δάφνινο στεφάνι, ούτε περιβαλλόμενος από σαλπιγκτές, αλλά πεζός με σανδάλια, με συνοδεία πάρα πολλών ανθρώπων που έπαιζαν αυλούς και με στεφάνι μυρτιάς, έτσι που να φανεί περισσότερο απόλεμος και ευχάριστος παρά πολεμιστής. Αυτό για μένα είναι η μεγαλύτερη απόδειξη του κριτηρίου, το οποίο καθόριζαν παλαιότερα τους θριάμβους, με βάση δηλαδή τον τρόπο που πετύχαινε κάποιος τη νίκη και όχι με το μέγεθός της. Γιατί, όσοι νικούσαν τους εχθρούς με μάχη και φονικό, τελούσαν, όπως φαίνεται εκείνο το θρίαμβο του Άρη, όπως συνήθιζαν να εξαγνίζουν τα στρατόπεδα, στεφανώνοντας τα όπλα και τους άνδρες, με πολλή δάφνη, τους στρατηγούς όμως που δεν χρειάστηκε να πολεμήσουν, αλλά που με συνομιλίες και πειθώ και με συζητήσεις ρύθμιζαν σωστά τα πάντα, ο νόμος επέτρεπε την απόλεμη και πανηγυρική αυτή παρέλαση, για να γνωστοποιήσουν την επιτυχία με παιάνες.Γιατί ο αυλός είναι γνώρισμα της ειρήνης και η 40

μυρτιά της Αφροδίτης, που κατεξοχήν είναι η θεά που απεχθάνεται τη βία και τους πολέμους. Και ο θρίαμβος αυτός ονομάζεται ''οβα'', όχι ''ευασμός'', όπως νομίζουν οι πολλοί ‐ γιατί και σ' εκείνον παρελαύνουν με κραυγές χαράς και με τραγούδια ‐ αλλά το όνομα αποδίδεται από τους Έλληνες στη συνήθειά τους, καθώς έχουν πεισθεί ότι αρμόζει αυτή η τιμή και στο Διόνυσο, που τον αποκαλούμε Εύιο και Θρίαμβο.Η αλήθεια όμως δεν είναι αυτή, αλλά στο μεγάλο θρίαμβο ήταν πατροπαράδοτο να θυσιάζεται από τους στρατηγούς βόδι, ενώ σ' αυτόν το θρίαμβο θυσίαζαν πρόβατο. Και ''οβα'' ονομάζουν οι Ρωμαίοι τα πρόβατα . από αυτό ονόμασαν και το θρίαμβο '' οβα ''.”

Σήμερα, όμως, δεν υπάρχουν τέτοιου είδους τοπωνύμια στην Ιταλική χερσόνησο. (Η Padova π. χ. δεν μπορεί να ενταχθεί σε αυτή την κατηγορία τοπωνυμίων, αφού πρoέρχεται από τη λατινική Patavium, ούτε επίσης και η Μαdova, αφού προέρχεται από τη λατινική Mantua).

Το γεγονός αυτό μπορεί να εξηγηθεί, εάν λάβουμε υπόψη μας ότι η Ιταλία ως κέντρο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας επί πολλούς αιώνες είχε χάσει πλέον το γεωργικο‐κτηνοτροφικό χαρακτήρα της.

Είναι όμως πολύ σημαντικό ότι υπάρχουν δυο τοπωνύμια: το Ovodda (κωμόπολη) στη κεντρική Σαρδηνία, και το Ovilo (χωριό) στην ανατολική Σαρδηνία σε ορεινές μάλιστα περιοχές, κατάλληλες μόνο για κτηνοτροφία. Τα εν λόγω τοπωνύμια (Οvodda και Ovilo) μπορούμε να τα θεωρήσουμε κρίσιμα αρχαία τοπωνυμικά κατάλοιπα, που ενισχύουν την άποψή μας για το ‐οβα, ‐οβο.

Μετά τα παραπάνω αναφερθέντα προκύπτει το συμπέρασμα ότι: η λέξη όβα ή όβο σήμαινε οικισμό-χωριό (και υπέκρυπτε γλωσσικά και στις τρεις παραπάνω περιπτώσεις τη λέξη πρόβατο και την κτηνοτροφία), τόσο στο νότιο ελληνικό χώρο όπου μιλιόταν συμπαγώς η ελληνική γλώσσα όσο και στο χώρο της ορεινής Ηπείρου (Βορείου και Νοτίου) και Μακεδονίας όπου η ελληνική υποχώρησε έναντι της λατινικής, με αποτέλεσμα οι εκεί κάτοικοι να μιλούν τη λατινογενή (βλάχικη) γλώσσα, καθώς και στις περιοχές του βαλκανικού χώρου όπου διείσδυσαν αργότερα σλαβικοί πληθυσμοί.

Έτσι, η επίκληση από τον Μax Vasmer τοπωνυμίων σε ‐οβα, ‐οβο από τις περιοχές π. χ. της Σερβίας, Κροατίας, Σλοβενίας, Σκοπίων και Βουλγαρίας, για να ερμηνεύσει υποχρεωτικά ως σλαβικά κάποια αντίστοιχα ξενόγλωσσα ή ας πούμε ''κακόηχα'' τοπωνύμια με κατάληξη ‐οβα, ‐οβο του ελληνικού χώρου, δεν ευσταθεί.

Μάλιστα, εάν παρατηρήσει κανείς σήμερα την κατανομή των τοπωνυμίων αυτών στις χώρες της Βαλκανικής θα διαπιστώσει ότι τέτοιου είδους τοπωνύμια υπάρχουν: αρκετά στην Ελλάδα (βεβαίως αυτά, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, έχουν πια μετονομαστεί) ‐ στην Αλβανία ‐ στη FYROM ‐ στη Ρουμανία (όπου τα περισσότερα από αυτά εντοπίζονται στη νότια και δυτική Ρουμανία), ενώ εκεί που κυριαρχούν είναι στη Βουλγαρία.

Την εξήγηση για αυτό το θέμα μπορεί να δώσει η ύπαρξη των οροσειρών Rila, Pirin και Ροδόπης, και όχι μόνον αυτές, δηλαδή περιοχές που μετακινήθηκαν και εγκαταστάθηκαν δραστικά Βλάχικοι πληθυσμοί.

Εάν, τελικά, ένα τοπωνύμιο με κατάληξη ‐οβα, ‐οβο έχει βλάχικη ή σλαβική προέλευση, εξαρτάται, κατά τη γνώμη μας, από το γλωσσικό θέμα του, που σημαίνει ότι: 1)Εάν η ρίζα του θέματος είναι βλάχικη ή αλβανική, τότε το τοπωνύμιο οπουδήποτε και εάν απαντάται στη 42

βαλκανική χερσόνησο, έχει δοθεί από τους Βλάχους, διότι οι Βλάχοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, και ειδικά οι λεγόμενοι Αρβανιτόβλαχοι, γνώριζαν και την αλβανική γλώσσα.

2)Εάν η ρίζα του θέματος είναι σλαβική και ταυτόχρονα το ίδιο τοπωνύμιο απαντάται και σε άλλες χώρες της βαλκανικής χερσονήσου, τότε το τοπωνύμιο αυτό έχει δοθεί από Σλάβους.

Ο μηχανισμός δημιουργίας, τέτοιου είδους τοπωνυμίων με βλάχικη προέλευση θα ήταν ο εξής. Όταν εντοπιζόταν από τους Βλάχους νομάδες ποιμένες, που εισέδυαν σε νέες περιοχές, κάποιος κατάλληλος βοσκότοπος, αρχικά στήνονταν οι στάνες τους, και αργότερα, εφόσον δεν υπήρχε ολοκληρωτική μετακίνησή τους προς άλλη περιοχή η βλάχικη πατριά ‐ το λεγόμενο φαλκάρε ‐ παρέμενε εκεί και εξελισσόταν σε μικρό οικισμό και αργότερα, με τον καιρό, σε ολόκληρο χωριό.

Τέλος, ο Jakob Philip Fallmerayer στην πραγματεία του: “Περί της Καταγωγής των σημερινών Ελλήνων” που διαβάστηκε σε ανοικτή συνεδρίαση της Βαυαρικής Ακαδημίας Επιστημών το 1835, προκειμένου να υποστηρίξει τις υπερβολές του, επικαλέστηκε μια σειρά ξενόγλωσσων τοπωνυμίων της Πελοποννήσου, τα οποία θεώρησε ασυζητητί ως σλαβικά, χωρίς βεβαίως να προχωρήσει σε κάποια σχετική γλωσσική αναφορά. Ανάμεσα σε αυτά περιέλαβε και μερικά που έχουν κατάληξη ‐οβα, ‐οβο. Συγκεκριμένα, ανέφερε τα εξής : Άκοβα, Αράκλοβο, Ίσοβα (από το ‘‘Χρονικό του Μορέως’’), Μπερέσοβα (στην Κυνουρία), Ζίτσοβα (πάνω από το Μιστρά), Γιάλοβα, στην περιοχή από το ακρωτήρι Ματαπά έως τη Μεγαλόπολη τα : Τσίμοβα, Τσέκοβα, Βίποβο, Αράχοβα, Πάλοβα, Κόσοβα, Λεβέτσοβα,Σάιδοβα, Τρικότσοβα, Σάντοβα (μικρό ρυάκι), Σίτσοβα, Αναστάσοβα, Βάρσοβα (κοντά στο Μιστρά), στην αριστερή όχθη του Ευρώτα τα : Αράχοβα, Κατσίκοβο, στην Αρκαδία προς Ηλεία και Αχαΐα τα Γκλόκοβα, Τζελέχοβα, και τρεις (3) φορές Αράχοβα.

Από τα παραπάνω μόνο τα: Ίσοβα, Ζίτσοβα, Τσίμοβα, Τσέκοβα, Βίποβο, Πάλοβα, Λεβέτσοβα, Σάιδοβα, Σάντοβα, Τρικότσοβα, δεν εξετάζονται από τον M. Vasmer. Αλλά θα προσεγγίσουμε και αυτά μαζί με τα τοπωνύμια του Vasmer στο κεφάλαιο (Ε) του παρόντος. Για τη διάκρισή τους, θα θέσουμε δίπλα στο καθένα από αυτά, το γράμμα (F). Επειδή για αυτά δεν γνωρίζουμε τις ακριβείς τοποθεσίες τους, θα αρκεστούμε μόνο σε γλωσσικές αναφορές. Επίσης, σε γλωσσικές αναφορές περιοριζόμαστε και για όσα τοπωνύμια του Vasmer δεν γνωρίζουμε την ακριβή γεωγραφική τους θέση ‐ ταύτιση.

Πριν όμως κλείσουμε το παρόν κεφάλαιο, θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε, με συντομία, στον Fallmerayer. Αποτελεί ειρωνεία για τον άνδρα αυτόν που χαρακτηριζόταν στην πολιτική του σκέψη από απροκάλυπτη σλαβοφοβία ‐ δεν είχε ξεχάσει ποτέ την αρχαία έριδα των προγόνων του με τους Σλάβους της ανατολής, και ούτε είχε αποκλείσει τη μελλοντική εκδίκηση των Σλάβων κατά της Γερμανίας ‐ ότι έφτασε να αποκηρυχτεί στην Ελλάδα ως σλαβόφιλος, πανσλαβιστής και πράκτορας του τσάρου της Ρωσίας. Βεβαίως, υπάρχει μια εξήγηση, γιατί ο Fallmerayer έγινε νεροκουβαλητής στην προπαγάνδα των Σλάβων κατά της Ελλάδας. Άλλος δηλαδή ήταν ο κύριος στόχος του. Ήθελε να δείξει στους Ευρωπαίους, με κάθε τρόπο, το βάρβαρο της σλαβικής φυλής, και έτσι υποστήριξε σθεναρά ότι οι Σλάβοι ξερίζωσαν βίαια με επιδρομές, δηώσεις και εποικίσεις όλο το ελληνικό στοιχείο από όλη την Ελλάδα. Έτσι έβαλε στη φαρέτρα του κάθε στοιχείο που τον βόλευε, και μαζί πολλές στρεβλώσεις και υπερβολές.

Προκειμένου μάλιστα να απαντήσει στο ερώτημα όσων τον αντέκρουσαν: “Πως εξηγείται η διάσωση της ελληνικής γλώσσας στη Νότια Ελλάδα και ειδικότερα στην Πελοπόννησο, μετά την εξαφάνιση της ελληνικής φυλής;” έφτασε στο σημείο να παραδεχτεί ότι οι Σλάβοι που υπέταξαν και τελικά εξάλειψαν τους Έλληνες από τον 6ο έως τον 9ο αιώνα, υποτάχθηκαν και αυτοί και αφανίστηκαν με τη σειρά τους από τους Βυζαντινούς, στα πλαίσια της ανακατάληψης της Ελλάδας από τους τελευταίους.

Μάλιστα, οι Βυζαντινοί, σύμφωνα πάντα με τον Fallmerayer, μετά την εξαφάνιση των Σλάβων έφεραν ελληνόφωνους εποίκους από τα ανατολικά εδάφη της αυτοκρατορίας (Μικρασία) και έτσι εισήχθη στην Πελοπόννησο η βυζαντινή ή χριστιανική ελληνική, δηλαδή η γλώσσα του Φτωχοπρόδρομου και των Συναξαρίων.

Δεν μας εξηγεί όμως, γιατί σε αυτή την περίπτωση οι Μικρασιάτες έποικοι δεν έθεσαν νέα δικά τους τοπωνύμια στην Πελοπόννησο, αλλά κράτησαν τα παλιά που υπήρχαν, και επιπλέον πώς τα βρήκαν αυτά, αφού είχαν εξαφανιστεί οι προηγούμενοι κάτοικοι; Επίσης, αποκρύπτει συστηματικά στοιχεία που δεν βολεύουν το στόχο του. Συγκεκριμένα, σιωπά και δεν ασχολείται καθόλου με τους Βλαχόφωνους της Πελοποννήσου, ενώ για τους Βλαχόφωνους της Ρούμελης αφιερώνει τέσσερις (4) μόνον αράδες, παρότι είναι σίγουρο ότι γνωρίζει, από τις επισκέψεις του στο νεοσύστατο τότε Ελληνικό κράτος, ότι υπήρχαν σ' αυτό παντού σημαντικοί Βλαχόφωνοι πληθυσμοί. Και όταν δυο φορές αναφέρεται μονολεκτικά στους Βλάχους του βόρειου ελληνικού τόξου, τους αποκαλεί γενικώς Λατινοθράκες, επεκτείνοντας έτσι τα σύνορα της Θράκης μέχρι την Αδριατική (!)

Τι μπορεί να περιμένει όμως κανείς από ένα ερευνητή που, εκτός από την πολιτική, εμπλέκει στα θέματα της έρευνάς του και τη Θεία Δίκη; Συγκεκριμένα, στην υπόψη πραγματεία του αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής καταπληκτικά : “Εγώ προσωπικά κατέληξα με τον καιρό στο συμπέρασμα ότι ο Θεός διάλεξε τον ελληνικό λαό ως το κατ' εξοχήν αντικείμενο της οργής του και του επέβαλε όλες του τις τιμωρίες, για να δείξει στο ανθρώπινο γένος ότι μπροστά του Μεγάλος και Μικρός είναι εξίσου μηδαμινός” (!)

Πρέπει, μάλλον, να συμπληρώσουμε με τη σειρά μας ότι ο Θεός διάλεξε τον...Fallmerayer, για να συσπειρώσει τον ελληνικό λαό, από την αρχή της νεοελληνικής ιστορίας του, ώστε να ενδιαφερθεί νωρίς για τις ρίζες του, τις παραδόσεις του και τον πολιτισμό του, διαφορετικά οι Νεοέλληνες, με το χαρακτήρα που διαθέτουν, θα αδιαφορούσαν ακόμα μέχρι σήμερα... Είναι χαρακτηριστικά, εξάλλου, όσα γράφει ο Hans Eideneier : “Ο Fallmerayer με τη θεωρία του έγινε από μια άποψη ο καταλύτης κοινών σκέψεων Ελλήνων και Φιλελλήνων για το ποιες είναι οι αληθινές ελληνικές αξίες [...] και έμμεσα ο πατέρας μιας εθνικής ελληνικής επιστήμης, που αποφάσισε ότι καταπολεμώντας τον είχε χρέος και να αναζητήσει τις ρίζες της στην αυτόχθονη ιστορία και γλώσσα [...] με τους ισχυρισμούς του για το αίμα που ρέει ή δεν ρέει στις φλέβες των Ελλήνων συνετέλεσε στην αυτοσυνειδησία των Ελλήνων και του νέου τους κράτους πολύ περισσότερο από ολόκληρη τη φιλελληνική κίνηση της Κεντρικής Ευρώπης.”

 

Πηγή : Το βιβλίο του Στάθη Ασημάκη

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΜΕ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ‐OΒA, ‐ OΒO

 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.