Το πέρασμα των γερανών

Απέναντι φωσφόριζαν τα Μοθωκόρωνα. Τις καθαρές καλοκαιριάτικες νύχτες τα ηλεκτρικά τους φώτα έλαμπαν σαν διαμάντια στον κόρφο του Μεσσηνιακού. Και καμιά φορά ζηλεύαμε που ημείς διαβάζαμε τα σχολικά μας βιβλία κάτω απ’ το αδύναμο φως του λαδολύχναρου. Και κάναμε όνειρα. Γιατί αυτά τα μικρά αστεράκια ήταν η συνέχεια του απέραντου γαλάζιου ουρανού, του αποσπερίτη και της πούλιας, ένα κέντημα που θύμιζε στην αθώα παιδική ψυχή μας τον άγνωστο κόσμο, τόσο κοντινό που νομίζαμε ότι αν απλώναμε τα χέρια μας θα τον πιάναμε. Έναν κόσμο με φώτα, που θέλαμε δικό μας. Ήταν ένα όνειρο που μας βασάνιζε.

 
Τις ξάστερες μέρες του Μάρτη, μετά από μια ανοιξιάτικη βροχή, στην απέραντη ακτή διακρίναμε σαν μικροσκοπικές μινιατούρες τα σπίτια της Κορώνης και αφήναμε το μυαλό μας να ταξιδεύει και να κάνει καινούρια όνειρα.
Και στο λιοβασίλεμα... Ω, Θεέ μου... Τις μαγικές οπτασίες μας στεφάνωναν τα πορφυρά σχήματα που ζωγράφιζαν οι ηλιαχτίδες, τα μενεξεδένια και χρυσά σχήματα που έφτιαχναν τα σύννεφα κι ο μακρινός ορίζοντας, που ρουφούσε τα εκστατικά μάτια μας.
 
Την ίδια εποχή, που η φύση φορούσε την ανοιξιάτικη πολύχρωμη φορεσιά της, παρακολουθήσαμε μαγεμένοι απ’ τον πύργο του Πικουλάκη τα κοπάδια των γερανών, σε ελλειπτικούς τριγωνικούς σχηματισμούς, που περνούσαν πάνω απ’ τον τόπο μας και πήγαιναν να ξεκαλοκαιριάσουν στο μακρινό Καύκασο.
 
Αυτά τα μεγάλα πουλιά έπαιρναν μαζί τους την ψυχή μας, την έβαζαν στα φτερά τους και την πήγαιναν σ’ έναν αλαργινό κόσμο, έναν κόσμο άγνωστο και γι αυτό μαγικό. Oι γερανοί κουβαλούσαν μαζί τους τις παιδικές επιθυμίες μας για φυγή, γιατί τα δεσμά των γυμνών βράχων που περιχαράκωναν το μικρό τόπο που γεννηθήκαμε, μας έκαναν να ασφυκτιούμε. Κι εμείς θέλαμε πιο ανοιχτούς ορίζοντες. Θέλαμε ν’ ανοίξουμε τα δικά μας φτερά και να ταξιδέψουμε μαζί με τους γερανούς στους τόπους του ονείρου.
 
Εκείνη την εποχή των αθώων παιδικών χρόνων, δεν μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε ότι κάποια μέρα, όσο πιο μακριά ταξιδεύαμε τόσο πια βασανιστικό θα ήταν το σαράκι του νόστου, τόσο περισσότερο θα θόλωνε η φαντασία μας με το “νόστιμον ήμαρ”. Καθένας από μας θα γινόταν ένας μικρός Oδυσσέας που η μοναδική επιθυμία θα ήταν η επιστροφή στη Μάνη. αυτό το σκληρό κι αδυσώπητο τόπο με τα άγρια βουνά, τη φουρτουνιασμένη θάλασσα και τα αθώα παιδικά όνειρα. Τα όνειρα που κάναμε χωμένοι στο απάγκιο στους Σπήλιους, ακούγοντας τα αφρισμένα κύματα να σπάνε στο Καλαμάκι και στην Πλάκα ή καθισμένοι στον πέτρινο ημικυκλικό καναπέ στου Κούτρου, ατενίζοντας τους γλάρους να ραμφίζουν τη θάλασσα και τις ψαρόβαρκες ν’ αρμενίζουν στον όρμο του Λιμανιού και στο Καραβοστάσι.
 
Το πέρασμα των γερανών
του Γιώργου Ι. Θεοδωρακάκου
 
 
 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.