Το γανωμένο τσουκάλι

Το γανωμένο τσουκάλι
Το γανωμένο τσουκάλι
του Βασίλη Π. Πατρικάκου
 
Καθισμένος πάνω σε μια ριζωμιά βράχου ο Παναγιωτάκης ρέμβαζε από ψηλά την κοσμοχαλασιά του Λακωνικού κόλπου στεριώνοντας το κορμί του πάνω στο σταυροπύργι της Αγίας Βαρβάρας το οποίο αγνάντευε τον Λεβάντε.
 
Το μπουρίνι που είχε ξεσπάσει ξαφνικά μες στο κατακαλόκαιρο είχε βάλλει στο κορμί του Παναγιωτάκη μπόλικη ανατριχίλα και παίρνοντας στα χέρια του το σκουρόχρωμο ριγέ του σακάκι το ’ριξε στους ώμους του μονολογώντας είπε με ικανοποίηση "Καλοκαιρινή ανατριχίλα είναι του βοριά σημάδι", κοίταξε το ουράνιο τόξο που ορθωνόταν στου ουρανού το στερέωμα από τη μεριά του Πάρνωνα και λαχτάρησε τη γαλήνη του για πάντα να την αγκαλιάσει. Ο ήλιος είχε ξαναεμφανισθεί στον ουρανό ολόλαμπρος σαν πύρινο τάσι κι έστελνε τη θέρμη του πληθωρική πάνω στη νοτισμένη Γη η οποία ανέδυε, όπως συμβαίνει μετά τη βροχή, τη χωμάτινη μυρωδιά της.
 
Ριπές ανατριχίλας διαπερνούσαν το κορμί του απ’ άκρου εις άκρον πάλι και πάλι και η έντονη οσμή της χωματίλας έκανε τον Παναγιωτάκη πικρόχολα να χαμογελάσει. "Μέχρι η Γη παλεύει να συνηθίσω την οσμή του θανάτου" σιγοψιθύρισε με πικρή αίσθηση. Κοίταξε την πληγή στο πόδι του που είχε κακοφορμίσει και πυορροούσε και με δυσκολία το μετασάλωσε για να είναι αντικριστά στον ήλιο. Του ’χαν πει οι γιατροί πως όπως η φωτιά σβήνει με τη φωτιά, έτσι κι η λαβωματιά από βόλι θέλει πυρά για να γίνει καλά. Τον έκοφτε η σοβαρή πιθανότητα να χάσει το πόδι του γι’ αυτό είχε αποφασίσει αντί γι’ αυτό να χάσει τη ζωή του. Όμως του έραινε τα σωθικά η πιθανότητα μην τυχόν και δεν προλάβει να γενεί η επιθυμία του, να τιμωρήσει αμείλικτα αλλά και να εκδικηθεί ακράτητα την άτιμη μπαμπεσιά, που του έστησαν χωσιά λίγο πριν φθάσει στον τόπο που θα έσμιγαν το αίμα τους οι εχθροί και θα γινόντουσαν ψυχαδελφοί. "Α! ρε άτιμη οικογένεια, αν ξεφύγω από του χάρου το δρεπάνι θα σας πετσοκόψω όλους μαζί κι έναν - έναν χωριστά. Ούτε ρουθούνι δεν θα αφήσω από τη φύτρα σας τη μαγαρισμένη" μονολόγησε ο Παναγιωτάκης με συναίσθημα ανακατεμένο με λογική.
 
Μόνο αυτός κι οι αρχαίοι Σπαρτιάτες στη μάχη της Σφακτηρίας είχαν βρεθεί σε αυτό το λογικό αδιέξοδο. Εκείνοι είχαν θεωρήσει άνανδρη τη μάχη με όπλα τα τόξα γι’ αυτό κι εγκατέλειψαν τον πόλεμο κι ο Παναγιωτάκης όταν οι δικοί του τον συμβούλεψαν να κρύψει στον κόρφο του ένα μπιστόλι και να μην πάει με δεμένα χέρια στη λυκοφωλιά εκείνος τους είχε επιπλήξει λέγοντάς τους πως είναι ατιμία να μεταλαμβάνεις την αγία κοινωνία με στόμα βουτηγμένο στη ρουφιανιά και την κακογλωσσιά.
 
Δεν ήταν αφελής ο Παναγιωτάκης, Μανιάτης ήταν από τα παλιά. Δεν είχε παρακολουθήσει την αλλαγή που συνέβαινε την εποχή του στην ακροτελεύτια περιοχή της αρετής, στον τόπο όπου ο λόγος ήταν θέμα τιμής. Δεν είχε αντιληφθεί ότι ακόμα κι αυτοί που είχαν μεγαλώσει με λουπινόψωμο, λάχανα και προσφάι τους έκαναν το λάδι που περίσσιο τους πρόσφερε η Μανιάτικη Γη, προκειμένου να προσφέρουν σπονδή στον αγώνα για την εθνεγερσία και να απελευθερωθεί η Ελλάδα από Οθωμανούς, είχαν αρχίσει να μαγαρίζουν την ψυχή τους με τη Φράγκικη λογική. Είχαν διδαχθεί ότι ο σκοπός μπορεί να αγιάζει τα μέσα γι’ αυτό το ιερό είχε πάψει να είναι θέσφατο αλλά είχε καταντήσει διαπραγματεύσιμο. Δεν είχε εννοήσει ο Παναγιωτάκης ότι είχε γεννηθεί ετεροχρονισμένη η φτιάξη του και το πιστεύω του είχε δομηθεί σε λάθος εποχή. Πως λογάριαζε τους ανθρώπους με μια ηθική η οποία είχε μπολιαστεί από απόψεις αλεσμένες σε χοιροστάσια με οπλές χοίρων. Δεν είχε συνδυάσει πως όχι τυχαία οι παλαιοί Μανιάτες την περιοχή που είχε γεννηθεί την είχαν ονομάσει Φράγκα κι ας τη μακάριζε ο Ησίοδος ως τη Γη στην οποία ο Δευκαλίωνας με τη γυναίκα του την Πύρρα, μετά τον ομώνυμο κατακλυσμό πετούσαν πέτρες κι αυτές μεταμορφωνόντουσαν σε ανθρώπους. Δεν είχε συσχετίσει ο Παναγιωτάκης πως ούτε ο Ησίοδος συμπτωματικά έβαζε τον Τιτάνα Πελασγό Δευκαλίωνα, τον πατέρα του Έλληνα και τον παππού του Γραικού σ’ αυτόν τον τόπο να σπέρνει ανθρώπους, επειδή φαίνεται πως εκεί φύτρωσε η ιδέα της ανθρωπιάς κι όταν έδωσε καρπούς εξαπλώθηκε σ’ ολόκληρη την υφήλιο. Ούτε εγνώριζε ο Παναγιωτάκης πως σε αυτήν τη Γη σε προϊστορικούς χρόνους κάποιοι άλλοι Τιτάνες του πνεύματος, του αγαθού και της ηθικής, οι Λακεδαιμόνιοι, είχαν χτίσει μια πόλη την Λάαν, που σήμαινε η λέξη βράχο, αφού εκείνοι οι προϊστορικοί άνθρωποι είχαν το δαιμόνιο της ιερότητας στη ζωή κι ακλόνητα ως βράχοι την υπερασπιζόντουσαν στο βωμό της τιμής.
 
Στα ερείπια της Λάας οι Βενετοί έχτισαν το κάστρο του Πασσαβά, επειδή ήθελαν να ελέγχουν τη Μεσόγειο και δεν υπήρχε πιο σίγουρο καταφύγιο από αυτήν την περιοχή. Τα δυο της φυσικά φαράγγια όμως οι πατριώτες του Παναγιωτάκη τα ’χαν ονομάσει Χωσιάριο, επειδή εκεί οι απόγονοι της ιδέας του "γδικιωμού", οι γιοι κι οι εγγονοί του Φράγκικου εξαμβλώματος της Βεντέτας έστηναν χωσιές, ενέδρες δηλαδή, προκειμένου αντί να τιμωρήσουν αμείλικτα την αδικία πάσχιζαν να εκδικηθούν για κάποια αντιδικία και να ικανοποιηθούν. Αν είχε εννοήσει ο Παναγιωτάκης ότι η ιδέα του "γδικιωμού", η οποία είχε υψηλό νόημα άλλες εποχές, είχε καταντήσει στις ημέρες του γαϊτανάκι στα δρώμενα αχαμνών ψυχών οι οποίες έβλεπαν το έρεβος της αβύσσου για ουράνιο στερέωμα, θα αντιλαμβανόταν ότι ο Μανιάτικος γδικιωμός είχε μεταλλαχτεί σε Φράγκικη Βεντέτα. Πως στις ανθρώπινες συνειδήσεις το ιερό το είχε αντικαταστήσει ο σκοπός, ο οποίος άγιαζε τα μέσα κι άφηνε στις καλένδες άκριτο το εθιμικό. Τα νεκροταφεία είχαν γεμίσει από θύματα εκδίκησης κι οι ρούγες από μαυροφορεμένες που μαλλιοτραβιόντουσαν και μοιρολογούσαν. Τα μοιρολόγια είχαν εξελιχθεί σε λογοτεχνικά πονήματα κι αναθεμάτιζαν της μαύρης μισαλλοδοξίας τα σημεία και τα τέρατα, σε κάθε στροφή τους περιγραφόταν μια μπαμπεσιά, ένας φοβικός χαβάς, μια σκηνοθεσία ψευτομαγκιάς, ένα δράμα που είχε αφορμή αλλά στερείτο αίτια.
 
Δεν ήταν μειωμένης αντίληψης άτομο ο Παναγιωτάκης, ήταν όμως υπερβέβαιος για τον εαυτό του και τις δυνατότητές του. Τα όπλα τα εγνώριζε όσο κανείς, μπορούσε και περνούσε τη σφαίρα μέσα από δαχτυλίδι αλλά δεν είχε βάλλει στο μυαλό του τού τυχοδιώκτη την αρχή, πως του φευγάτου η μάνα ποτέ δεν μοιρολόγησε. Δεν είχε λάβει υπ’ όψιν του ότι των προσόντων το τίμημα είναι ο φθόνος και της λεβεντιάς το τίμημα στις ημέρες του είχε γίνει ο φόνος. Δεν είχε μετρήσει πως η αλωπεκή ξεπερνά σε αποτέλεσμα τη λεοντή, δεν είχε υπολογίσει ότι είχαν αλλάξει οι καιροί.
 
Πριν λίγες ημέρες είχαν πυροβολήσει πισώπλατα αυτοί που πήγαινε για να γίνουν ψυχαδελφοί το μεγάλο του αδελφό, έναν άνθρωπο που κράτησε όπλο μόνο όταν ήταν φαντάρος. Πίστευε πως αυτοί οι άνθρωποι θα κοιτούσαν κατάματα του πανικού τους τον χάρο; Μπαμπέσικα θα τον αντιμετώπιζαν, χωσιά θα του έστηναν, πισώπλατα θα τον ξέκαναν.
 
Ρίγη αυλακώνουν το σώμα του και μες το κατακαλόκαιρο σφίχτηκε μες το ριγέ σακάκι "πάλι θα φούντωσε ο πυρετός" μονολόγησε και βούτηξε ένα πανί στο νερό που ’χε μέσα του ένα γανωμένο τσουκάλι.
 
Ήταν το προικιό του, ότι του είχε απομείνει από το πατρικό του σπίτι. Ήταν το τσουκάλι που μαγείρευε η μάνα του αλλά ήταν και το επιχείρημα που είχε χρησιμοποιήσει ένας του αδελφός όταν πάσχιζε να τον πείσει να κρύψει στον κόρφο του ένα πιστόλι πηγαίνοντας για να γίνει με τους άτιμους ψυχαδελφός. "Παναγιωτάκη δίχως μαχαίρι δεν θα φας πεπόνι. Ούτε σούπα τρως με πιρούνι. Κρύψε λοιπόν στον κόρφο σου ένα μπιστόλι για καλό και για κακό. Οι καιροί έχουν αλλάξει κι εσύ νομίζεις ότι στην κόλαση περνάει ο Σταυρός. Θυμάσαι πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που η μάνα μας άφησε το πήλινο τσουκάλι και μαγείρευε σε μπακιρένιο; Θυμάσαι πως περίμενε τον γανωτή για να το γανώσει, όμως ούτε τής περνούσε από το μυαλό να ξαναμαγειρέψει στο πήλινο. Αν γνωρίσεις το καινούργιο δύσκολα γυρίζεις στο παλιό. Τα ψυχαδέλφια ήταν νόμος απαράβατος και σεβαστός όσο ο κόσμος είχε βαθιά στην καρδιά του το γδικιωμό. Τώρα είναι η εποχή του γανώματος. Το καλάι σκεπάζει των μπακιριών τον κρυμμένο θάνατο."
 
Έκανε προσκέφαλό του ο Παναγιωτάκης τη ριζωμιά του βράχου τον οποίο οι πρόγονοί του τον είχαν κάνει θεμέλιο για να χτίσουν το σταυροπύργι της Αγίας Βαρβάρας και βυθίστηκε σε λήθαργο. Μεταξύ ξύπνιου και κοιμισμένου έψαχνε ανάμεσα στον συλλογισμό του και το μετανιώμά του να βρει την άκρη του λάθους του. Αυτό το νταλαβέρι που καταλάβαινε ότι θα γινόταν το τέλος του, ο πατέρας του το ’χε διαπραγματευτεί διαφορετικά. Με παρρησία και προνοητικότητα, φύλαγε τα νώτα του και λογάριαζε τα πάντα. Μεγάλωσε τον πρωτότοκό του γιο μέσα στα όρια του Πύργου του, έφερνε δάσκαλο για να του διδάξει γράμματα και μέχρι να πάει φαντάρος για να βγει από τον περίβολό τους έπρεπε εκείνος και τα αδέλφια του να ανιχνεύσουν την περιοχή για να ξεφωλιάσουν τα κρυμμένα ζαγάρια. Μέχρι συμπεθεριό είχε κάνει για τον πρωτότοκο γιο του και τον είχε αρραβωνιάσει από τότε που ήταν πέντε χρονών με μια κοπέλα βρέφος που καταγόταν από μια σεβάσμια οικογένεια η οποία είχε συγγένεια με την οικογένεια των εχθρών του και λογάριασε συνετά κι όχι παλικαρίστικα της νέας εποχής τα καμώματα και τα σχέδια. Εγνώριζε πως πρώτο μέλημα της Βεντέτας ήταν να ξεκάνουν τον πρωτότοκο γιο της αντιπάλου οικογένειας κι ούτε στιγμή δεν έπαψε να φροντίζει του μεγάλου του γιου τα νώτα.
 
Απόδειξη τρανή της πατρικής μέριμνας ήταν ότι έγινε το συμβάν αφού πέθανε ο πατέρας του κι ο μεγάλος του αδελφός είχε αφήσει το χωριό και πήγε για να προκόψει στο Γύθειο. Όμως κι εκεί τον βρήκαν και τον έβαλαν στόχο, τον πυροβόλησαν πισώπλατα αλλά Θεού θέλοντος αστόχησαν τα μηρυκαστικά της μισαλλοδοξίας. Αυτή ήταν η αιτία που ο Παναγιωτάκης πήρε την κατάσταση στα χέρια του και όλοι τότε εγνώριζαν τι επρόκειτο να συμβεί αλλά ανεσύρθη από τη λήθη η ιδέα του αδιέξοδου του γδικιωμού, ο συμβιβασμός του ψυχαδελφού ο οποίος κατά το έθιμο λύτρωνε το χορό τού χωρίς όρια χαμού. Πρότειναν οι προεστοί του τόπου στον Παναγιωτάκη το αίτημα της αντιπάλου οικογένειας, με κόπο τον έπεισαν κι αυτό επειδή λογάριασε ότι δεν υπήρχε διάθεση στην οικογένειά του να ξαναρματωθούν στην ηλικία τους, αφού όλα τα αδέλφια ήταν οικογενειάρχες με μια λάκα παιδιά ο καθένας αδελφός κι είχαν ξεπουλημένο το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας που τους είχε αφήσει ο πατέρας τους μπουκώνοντας τους δικηγόρους για να χαριεντίζονται υπηρετώντας τη μισαλλοδοξία τους στα χρόνια που πέρασαν.
 
Ο Παναγιωτάκης δύσκολα δέχθηκε να γίνουν ψυχαδελφοί με την οικογένεια του μίσους, όμως πήρε στις πλάτες του την ευθύνη κι ας μην ήταν ο πρωτότοκος γιος. Ήθελε με αυτόν τον τρόπο να δείξει ότι εκτός από σκοτωμούς μπορούσε να κάνει και συμβιβασμούς. Έτσι λογάριαζε πως ήταν το σωστό, η ίδια φρίκη να διαπραγματευτεί το ιερό με του εθίμου την καλοσύνη. Το έθιμο όριζε μπροστά στους ανθρώπους και το Θεό οι εχθροί να ενώσουν το αίμα τους και τις ψυχές τους κι ως ψυχαδελφοί να πορέψουν τις ζωές τους. Για να γίνει όμως αυτό έπρεπε οι αντίπαλοι να οργώσουν το πιστεύω τους, τις πληγές τους, τα απωθημένα τους και πρώτα απ’ όλα τα συναισθήματά τους. Πως μπορούσαν όμως να λησμονήσουν τους νεκρούς τους, τις χαμένες ζωές τους, τους όρκους τους που είχαν δώσει στο Θεό και τους ανθρώπους μπροστά σε αιματοβαμμένους τάφους.
 
Οι λόγοι τιμής στη Μάνη της δόξας και της αρετής μόνο με έναν καινούργιο λόγο τιμής μπορούσε να καταπατηθεί. Με μια υπόσχεση που θα ευλογούσε ο παπάς, θα επαινούσαν οι δημογέροντες και θα δεχόντουσαν οι εχθρικές οικογένειες. Μία υπόσχεση η οποία δεν ανίχνευε το δίκιο αλλά εξασφάλιζε την ειρήνη.
 
Μέσα στο λήθαργό του ο Παναγιωτάκης κοίταξε τις μουριές που ’χε ο ίδιος φυτέψει κι είδε πως εφέτος είχαν πετάξει τα κλαδιά τους διαφορετικά αφού πολλά από αυτά πορευόντουσαν προς τη Γη. Μεγάλες ράμες σαν ρίζες κατέβαιναν κι αντί να αναζητούν τον ήλιο έψαχναν να βρουν το χώμα. Κακό σημάδι συλλογίστηκε ο Παναγιωτάκης τού έστελναν τα γεννήματά του αλλά το πρόσωπό του δεν άλλαξε έκφραση. Τα πυκνά του φρύδια δεν σείστηκαν και τα μάτια του δεν αγρίεψαν. Η καστανή απόχρωση της ίριδάς του είχε περιστοιχηθεί από ένα γκρίζο στεφάνι κι είχε χάσει το βλέμμα του τη σπιρτάδα του. Ένα κύμα ρίγους όργωσε το κορμί του κι αποκαμωμένος έγειρε στη Γη.
 
Από το ονείρεμά του δεν περνούσε η προηγούμενή του ζωή αλλά διαπραγματευόταν αυτό που μπορούσε να έρθει. Έβλεπε τον μικρό του αδελφό να παντρεύεται την αδελφή της οικογένειας του μίσους, το μεγάλο του γιο, ένα δεκαεξάχρονο παιδί να ξεκάνει αυτόν που του ’χε στήσει χωσιά και τον είχε λαβώσει, να κλείνεται στη φυλακή και να πεθαίνει από τις κακουχίες, μ’ όση δύναμη τού είχε απομείνει ξαναγύρισε στον κόσμο που είχε αφήσει και διαπίστωσε πως βρισκόταν στην καμάρα τού σπιτιού του αγκαλιά με το γανωμένο τσουκάλι και γύρω από το κρεβάτι του ήταν τα αδέλφια του, η γυναίκα του, τα παιδιά του κι οι συγγενείς του και μοιρολογούσανε. Τους έδειχνε με το βλέμμα του το γανωμένο τσουκάλι με επιμονή, λες και κάποιο σημαντικό μήνυμα βρισκόταν μέσα του. Όσοι είχαν ακούσει το παραλήρημά του κατάλαβαν πως τους έδειχνε το λάθος του, αυτό που τον οδηγούσε έξω από τη ζωή, άλλοι συμπέραναν ότι ο πυρετός τού είχε σαλέψει τη λογική, ο αδελφός του όμως που τον είχε συμβουλέψει να μην πάει άοπλος στη λυκοφωλιά επειδή είχαν αλλάξει οι καιροί και το ιερό το ’χε αντικαταστήσει ο σκοπός του καθενός όπως το πήλινο τσουκάλι το ’χε διαδεχθεί το μπακιρένιο αρκεί να είναι γανωμένο έπεσε πάνω στο άδειο κορμί τού Παναγιωτάκη και μες τους λυγμούς του έβγαλε τη γραβάτα του και με αυτήν του έδεσε χριστιανικά τα χέρια του λέγοντας του ανάμεσα στους λυγμούς του "πάρε μαζί σου αδελφέ το γάνωμα της εποχής". 
 
 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.