ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Άποψη της Καλαμάτας τη δεκαετία του 1680.
 
ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
 
Η Καλαμάτα, στο μυχό του Μεσσηνιακού κόλπου, ανάμεσα στον επιβλητικό Ταΰγετο και τον ευλογημένο μεσσηνιακό κάμπο, προσμετρά βίο μακραίωνο. Ο τόπος κατοικείται από τους προϊστορικούς χρόνους, όπως μαρτυρεί ο ΄Ομηρος («Φηράς ζαθέας», δηλαδή πανίερες Φαρές, την αποκαλεί ο ποιητής) και η παρουσία οικισμού ιχνηλατείται και κατά τους μετέπειτα χρόνους (αρχαίους, ρωμαϊκούς και βυζαντινούς). Το 1209, στη διάρκεια της 4ης Σταυροφορίας και μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204, η πόλη περνά στα χέρια των Φράγκων. Τότε ενισχύεται το «αχαμνόν» Κάστρο της από το Γοδεφρείδο Βιλεαρδουίνο, το οποίο όμως στο πέρασμα των αιώνων δεν κατάφερε να προβάλει σθεναρή αντίσταση ούτε στους μετέπειτα
κατακτητές του, Ενετούς και Οθωμανούς. Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, η Καλαμάτα εξακολούθησε να παραμένει μια ασήμαντη σε μέγεθος, κτίσματα και οικονομική σημασία πόλη. Το 1805 είχε μαζί με το προάστιο των Καλυβίων 400 οικογένειες, από τις οποίες έξι μόνο ήταν τουρκικές.
 
Όλοι μάλιστα οι ξένοι περιηγητές που την επισκέφτηκαν οι περισσότεροι λίγο πριν την Επανάσταση του 1821 (Leake, Gell, Stackelberg, Hallerstein)— της προσδίδουν χαρακτηριστικά τουρκόπολης. Ωστόσο, δεν παραλείπουν να αναφερθούν στο εύφορο του εδάφους της, με τις χωρίς διακοπή ελιές, μουριές, συκιές, πορτοκαλιές, λεμονιές και τα κυπαρίσσια. Τόσο στις περιγραφές των ξένων περιηγητών όσο και στις γκραβούρες της εποχής κυριαρχεί το μεσαιωνικό Κάστρο της, δίπλα στα χειμαρρώδη νερά του Νέδοντα και σε απόσταση μισής ώρας από τη θάλασσα, χωρίς όμως οδική σύνδεση με αυτήν.
 
Άποψη της Καλαμάτας (Coronelli).
 
 
Εδώ υπήρχαν οι πρώτοι οικισμοί της Καλαμάτας: Η κυρίως πόλη, στα ριζά του Κάστρου, γύρω από τους τότε ναΐσκους των Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, Υπαπαντής, Αγίου Γεωργίου (ΝΑ του Κάστρου), Αγίου Αθανασίου (στη διασταύρωση των οδών Υπαπαντής και Μητροπολίτου Μελετίου), Αγίου Νικολάου παλαιού (στην πλατεία Φραγκόλιμνας), Αγίων Αποστόλων· και ένα προάστιο, τα Καλύβια, απέναντι απότο Κάστρο, δυτικά του Νέδοντα. Με εξαίρεση τη γύρω από το Κάστρο περιοχή, η υπόλοιπη κατηφορική έκταση προς την ακτή ήταν ένας απέραντος κάμπος γεμάτος λίμνες και τέλματα, που σχηματίζονταν από τα όμβρια ύδατα και τις διακλαδώσεις του Νέδοντα.
 
Όμως, η επαρχιακή αυτή πολίχνη κατάφερε να λάμψει στο ελληνικό στερέωμα χάρη στον πρωταγωνιστικό της ρόλο, τόσο κατά την προετοιμασία όσο και στα πρώτα βήματα της Επανάστασης. Τότε γράφτηκαν και τα δύο μνημειώδη κείμενα ελευθερίας: Η «Προειδοποίησις προς τας Ευρωπαϊκάς Αυλάς» και η με αποδέκτη την αμερικανική κυβέρνηση «Προκήρυξις». Αξιομνημόνευτο είναι ότι στην Καλαμάτα τυπώθηκε και η πρώτη επί ελεύθερου ελληνικού εδάφους εφημερίδα, η Σάλπιγξ ελληνική.
 
 
 
Το 1828 βρίσκει την Καλαμάτα πρωτεύουσα του Τμήματος της Κάτω Μεσσηνίας, σύμφωνα με την καποδιστριακή διοικητική διαίρεση, κατεστραμμένη
όμως από τη λαίλαπα του Ιμπραήμ (1825). Η πόλη κατοικούνταν από μερικές εκατοντάδες ψυχές (362 οικογένειες)2, οι οποίες αγωνίζονταν να αναγεννηθούν από την τέφρα της πυρκαγιάς. Ανάγλυφα αποδίδουν το μέγεθος της καταστροφής οι δημογέροντες της πόλης (Πανάγος Λογοθέτης, Ιωάννης Κ. Κυριακός, Διονύσιος Τζάνες), στην αναφορά τους προς τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, στις 8 Ιουλίου του 1828: «Η πόλις Καλαμάτα μόλις διακρίνεται υπό τα ερείπιά της και οι ελεεινοί κάτοικοι, μετά τριών ετών περιπλάνησιν, επανέρχονται τέλος πάντων διά να κατοικήσουν πάλιν
εις οικίας αστέγους και ερήμους»3. Η ανταπόκριση του Καποδίστρια υπήρξε άμεση. Διέταξε την ανοικοδόμηση της πόλης, ενώ το επόμενο έτος την επισκέφθηκε ο ίδιος, εκδηλώνοντας έμπρακτα το ενδιαφέρον του γι’ αυτήν.
 
Στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, με το νέο διοικητικό σύστημα της Αντιβασιλείας, η Μεσσηνία αποτέλεσε ένα νομό και η Καλαμάτα έγινε, το 1835, η πρωτεύουσα του νομού αντί της Κυπαρισσίας (Αρκαδιάς). Την ίδια χρονιά δημιουργήθηκε και ο «Δήμος Καλαμών». Η Καλαμάτα, πρωτεύουσα πια δήμου και νομού, ευεργετήθηκε διττά:
 
Αφενός γιατί, συγκεντρώνοντας όλες τις αρχές του νομού (δικαστήριο, ταμείο, εφορία, φρουραρχείο, κ.ά.), προστατεύτηκε από τις μέχρι τότε επιδρομές των Μανιατών, αφετέρου γιατί απέκτησε το συγκριτικό πλεονέκτημα της προσέλκυσης νέων κατοίκων, όχι μόνο από την ενδοχώρα της και τους γειτονικούς νομούς, Λακωνίας και Αρκαδίας, αλλά και από το εξωτερικό.
 
Σφραγίδα Μεσσηνιακής Γερουσίας, με το έμβλημα «ΠΑΤΡΙΣ Κ ΔΙΚΑΙΩΜΑ, ΚΛΜΤΑ 1821».
 
Πολύ σύντομα η Καλαμάτα εξελίχθηκε σε ισχυρό εμπορικό και οικονομικό κέντρο. Γι’ αυτό κινητήριος δύναμη στάθηκε όχι μόνο η διοικητική της αναβάθμιση, αλλά κυρίως η γειτνίαση με τη θάλασσα, καθώς και η παραγωγή και εμπορική διακίνηση (εξαγωγές) των παραδοσιακών προϊόντων του μεσσηνιακού κάμπου:
των κουκουλιών και μεταξιού, των σύκων, του λαδιού και της σταφίδας. Στη δεκαετία του 1840, μάλιστα, και προκειμένου να διευκολυνθεί το εμπόριο, ακούστηκαν οι πρώτες φωνές για την κατασκευή της εθνικής οδού Καλαμάτας-Μεσσήνης, γιατί ουσιαστικά οι μεταφορές τότε γίνονταν ακτοπλοϊκά· κυρίως, από τις υποτυπώδεις εγκαταστάσεις της δυτικής Παραλίας (Ανάληψης) του πρώτου παράλιου οικισμού της πόλης— όπου βρισκόταν και το Τελωνείο (Ντουάνα), καθώς και από το φυσικό όρμο του Αλμυρού, γιατί ακόμη δεν υπήρχε λιμάνι. Παράλληλα, ο πλούτος αυτών των προϊόντων
δεν άργησε να τροφοδοτήσει και τις επιτόπιες μεταποιητικές μονάδες βυρσοδεψίας, μεταξουργίας, ελαιουργίας κ.ά.
 
Τη δεκαετία του 1850 ιδρύεται Υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας (1857) και η πόλη, με τη μεταξοβιοτεχνία, γεύεται την εμπειρία της πρωτοβιομηχανίας (μεταξουργεία Φουρναίρ, Φελς). Έτσι, συνεχίστηκε η παράδοση της μεταξοϋφαντικής τέχνης της φημισμένης, από την περίοδο της τουρκοκρατίας, Μονής Καλογραιών, και άνοιξε ο δρόμος και σε άλλους «βιομηχανικούς» κλάδους που αναπτύχθηκαν δυναμικά στην πόλη τις επόμενες δεκαετίες. Στο πλαίσιο των εμποροβιοτεχνικών αυτών δραστηριοτήτων αναδύθηκαν, δίπλα στους παλιούς προκρίτους, νέες κοινωνικές δυνάμεις (Εφέσιοι, Βίκτωρ Τζαν, Στρούμπος, Λεονταρίτης, Παπαφωτεινός, Ψάλτης κ.ά.), οι οποίες διεκδίκησαν νέες προοπτικές για την πόλη, κυρίως μέσα από την απόκτηση μεταφορικών υποδομών (δρόμων και λιμανιού), γεγονός που θα εξασφάλιζε τη σύνδεση της επάνω πόλης με την Παραλία και τη μεσσηνιακή ενδοχώρα και θα δημιουργούσε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για ένα πιο δυναμικό άνοιγμα της μεσσηνιακής πρωτεύουσας προς τον έξω κόσμο.
 
Σφραγίδα Επαρχιακής Δημογεροντίας Καλαμάτας, 1830.
 
Μια σειρά από δημόσια και δημοτικά έργα, κυρίως επί νομάρχη Καλλισπέρη και δημαρχεύοντα Θεόδωρου Χατζή Καρτερούλη, έδωσαν νέα πνοή στην πόλη. Τότε, περί το 1860, τέθηκαν τα θεμέλια του πρώτου Γυμνασίου (σημερινού Δημοτικού Ωδείου), καθώς και των τριών σημερινών μεγαλοπρεπών ναών του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, της Υπαπαντής του Σωτήρος και του Αγίου Νικολάου Φλαρίου. Την ίδια εποχή η ανάπτυξη που είχε σημειωθεί στην ανατολική Παραλία οδήγησε στην ίδρυση του οικισμού με την επωνυμία Νέαι Καλάμαι (1860) και στη μεταφορά και κατασκευή, εδώ, των δημόσιων καταστημάτων του Τελωνείου (στην απόληξη της σημερινής οδού Φαρών, 1863), προμηνύοντας τη μελλοντική επέκταση της Καλαμάτας προς τη θάλασσα. Όμως, η εμπορική και ψυχαγωγική της ζωή παλλόταν ουσιαστικά στην επάνω πόλη, της οποίας το νότιο όριο έφθανε τότε μέχρι το ύψος
περίπου του σημερινού ναού του Αγίου Νικολάου του Φλαρίου, γύρω από τις πλατείες Άνω (Παπλωματάδικα), Κάτω (23ης Μαρτίου) και Φραγκόλιμνα.
 
Με δεδομένη, μάλιστα, την παντελή έλλειψη οιουδήποτε συγκοινωνιακού μέσου, εκτός από τα υποζύγια, η πόλη εξακολουθούσε να είναι αποκομμένη από την Παραλία. Απόδειξη ότι, ενώ τη δεκαετία αυτή έγινε απόπειρα συστηματικής πολεοδομικής παρέμβασης, εκπονήθηκαν δύο χωριστά Σχέδια: ένα για την κυρίως πόλη το 1867 και ένα για την Παραλία της το 1868.
 
Τις επόμενες δεκαετίες, και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, η Καλαμάτα διανύει τη μεταβατική περίοδο του οικονομικού, κοινωνικού και οικιστικού της
μετασχηματισμού. Σε αυτό συνέβαλε αποφασιστικά η ολοκλήρωση βασικών έργων υποδομής, όπως η κατασκευή της επαρχιακής οδού Καλαμάτας-Νησίου το 1872, της «εθνικής οδού (ή λεωφόρου) Παραλίας Καλαμών» (Αριστομένους, 1871-1875) και, αργότερα της «δημοτικής οδού Παραλίας Καλαμών» (σημερινής Φαρών, δεκαετία 1890). Άλλα έργα ήταν η σταδιακή διευθέτηση της κοίτης του ποταμού Νέδοντα (από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι το 1939), που ταλάνιζε την πόλη με τις πλημμύρες του επί δεκαετίες, η κατασκευή γεφυρών, η σιδηροδρομική σύνδεση της Καλαμάτας με
την Αθήνα (1896) και, φυσικά, η κατασκευή του λιμανιού της (1882-1901). Τα συγκεκριμένα ζωτικής σημασίας έργα σηματοδότησαν το πέρασμα της πόλης από τη φάση της εσωστρέφειας προς μια ανοιχτή κοινωνία και έδωσαν περαιτέρω ώθηση στην οικονομία της, κατατάσσοντάς την στα πέντε πρώτα βιομηχανικά κέντρα της χώρας, μετά τον Πειραιά, την Ερμούπολη, την Πάτρα και την Αθήνα.
 
Η συνακόλουθη με την οικονομική πρόοδο διεύρυνση του αστικού πληθυσμού της πόλης —στην 25ετία μεταξύ 1870 και 1896 στην Καλαμάτα σημειώθηκε η μεγαλύτερη κινητικότητα μετά την Αθήνα, τον Πειραιά και την Πάτρα4— ενθάρρυνε και την οικοδομική δραστηριότητα, η οποία οδήγησε αναπόφευκτα στην οικιστική επέκταση της Καλαμάτας νοτιότερα, γεφυρώνοντας σταδιακά την απόσταση μεταξύ του Κάστρου και της ακτής. Στο νέο
 
Πολεοδομικό Σχέδιο του 1905, που σφράγισε τη φυσιογνωμία της μεσσηνιακής πρωτεύουσας τον 20ό αιώνα, αποτυπώνεται ευκρινώς η σύνδεσή της με το λιμάνι και γενικότερα η επέκταση του πολεοδομικού ιστού, καθώς και η διάνοιξη νέων δρόμων και νέων πλατειών (Βασιλέως Γεωργίου Β΄, Ταξιαρχών κ.ά.). Είναι σαφές ότι έχουμε τη συγκρότηση μιας αποτελεσματικότερης, σε σχέση με το Σχέδιο του 1867, λειτουργικής διάρθρωσης της πόλης, έτοιμης
να παρακολουθήσει τη νέα πραγματικότητα. Και η νέα πραγματικότητα είναι το λιμάνι.
 
Το λιμάνι έχει πια διαμορφωθεί. Εχει κατασκευαστεί η «δεξαμενή» του, ο λιμενοβραχίονας (μώλος), ο αντιβραχίονας και το τελωνείο. Γύρω του αναπτύσσεται μια πρώτη στοιχειώδης οικιστική συγκέντρωση, η οποία τις επόμενες δεκαετίες θα εξελιχθεί σε μια μικρή νέα αγορά, με ναυτικά γραφεία, αντιπροσωπείες ελληνικών και ξένων εταιρειών, αλλά και σε ψυχαγωγικό κέντρο για τους Καλαματιανούς, κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, με πολυτελή για την εποχή σπίτια, ξενοδοχεία, κοσμικά καφενεία και εστιατόρια («Πανελλήνιο», καφενεία Κίσκηλα, Σαμαρτζή κ.ά.).
 
Η Καλαμάτα, ως ενιαίο σύνολο πια (επάνω πόλη και Παραλία), είχε αποβάλει τον επαρχιώτικο χαρακτήρα της και είχε εξελιχθεί σε μία σύγχρονη πόλη, με ηλεκτροφωτισμό (1899), ηλεκτροκίνητο τραμ (1910), δεύτερο σιδηροδρομικό σταθμό (Παραλίας, 1904), πολυσύχναστο λιμάνι και όμορφα διώροφα νεοκλασικά κτήρια. Τότε παρατηρείται και μια σημαντική πνευματική και πολιτιστική κίνηση (λέσχες, σωματεία, θέατρο, κοσμικά κέντρα όπως ο Κήπος της Εδέμ, δημόσια και ιδιωτικά σχολεία, εφημερίδες). Η Καλαμάτα ζούσε τη δική της belle epoque.
 
Την περίοδο του μεσοπολέμου συνεχίστηκε η ακμάζουσα οικονομική πορεία της πόλης, χάρη και στην αλευροβιομηχανία (Ευαγγελίστρια) και
καπνοβιομηχανία (Καρέλια, Δαμηλάτη, Τσιλιβή, Πτωχούλη), που συμπλήρωναν το βιομηχανικό της προφίλ. Παράλληλα, συνεχίστηκε και ο εκσυγχρονισμός της (διανοίξεις και ασφαλτοστρώσεις δρόμων, διαμόρφωση και καλλωπισμός πλατειών, ύδρευση το 1937 κ.ά.). Φυσικό επακόλουθο ήταν η κατακόρυφη αύξηση του πληθυσμού της (1920: 20.800 κάτ., 1928: 28.960 κάτ.), παρά τη συνεχιζόμενη μεταναστευτική ροή πολλών Καλαματιανών νέων προς την Αμερική και τα μεγάλα αστικά κέντρα της εποχής. Στη δημογραφική αυτή έκρηξη συνέβαλε και η άφιξη αρκετών χιλιάδων
προσφύγων της Μικράς Ασίας μετά το 1914, αλλά κυρίως μετά το 1922, γεγονός που σημάδεψε όχι μόνο την κοινωνική διαστρωμάτωση της πόλης, αλλά και το γεωγραφικό της χάρτη. Και αυτό γιατί ο οικοδομικός της ιστός επεκτάθηκε έξω από τα όρια της «παλιάς» και «νεότερης» πόλης, λόγω της ίδρυσης προσφυγικών συνοικισμών.
 
Οι προσφυγογειτονιές δημιουργήθηκαν στον Άγιο Ιωάννη του Αβραμιού, στην Αγία Τριάδα, στην Πλεύνα, στον Άγιο Κωνσταντίνο, στου Κορδία,
στην Ανάληψη και στην Ανάσταση. Δηλαδή στις παρυφές της πόλης, σε απομακρυσμένα δημοτικά και ιδιωτικά απαλλοτριωθέντα οικόπεδα ή δίπλα σε εργαστήρια και κατοικίες χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων, κυρίως στη δυτική πλευρά της κοίτης του Νέδοντα. Πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι, παρ’ όλες τις επεκτάσεις, το κέντρο βάρους της Καλαμάτας εξακολούθησε να βρίσκεται πάντα στον κάθετο άξονα Κάστρο - λιμάνι, με τη διαφορά ότι από τη δεκαετία του 1930 είχε μετατοπιστεί νοτιότερα της πλατείας 23ης Μαρτίου, γύρω από το Σιδηροδρομικό Σταθμό και την πλατεία Βασιλέως Γεωργίου Β΄. Η τελευταία, παρότι προβλεπόταν από το Πολεοδομικό Σχέδιο του 1905, διαμορφώθηκε ολοκληρωτικά το 1939. Έτσι η Καλαμάτα, μετά από έναν και πλέον αιώνα (1830-1940), παγίωσε αισθητικά τη μορφή της, η οποία στα βασικά της σημεία (κεντρικές πλατείες και δρόμους, ποτάμι, λιμάνι) παραμένει η ίδια.
 
ΠΗΓΗ: ΚΑΛΑΜΑΤΑ: ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΕ ΠΛΑΤΕΙΕΣ ΚΑΙ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΑΡΧΕΙΩΝ
 
 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.