Σπαρτιάτες οι Κυνηγοί της Αρετής

Σπαρτιάτες οι Κυνηγοί της Αρετής
 
''Αναζητούμε την αλήθεια την υπέρτατη. Αλλά δεν την αναζητούμε συζητώντας.
Την αναζητούμε πολεμώντας .Όχι μόνο στην μάχη. Πολεμώντας στην ζωή.
Δεν ζούμε διασκεδάζοντας . Διασκεδάζουμε ζώντας. Έχει μεγάλη διαφορά.''
 
Ο αρχαίος Σπαρτιάτης, ήταν απελευθερωμένος από τον φόβο του θανάτου, δεν καταλάβαινε τι σημαίνει καλοπέραση και σωματικός εθισμός. Δεν ερωτευόταν, αλλά σεβόταν τη γυναίκα. Ο συμπολεμιστής του ήταν το δεύτερο εγώ, ή μάλλον δυο άνθρωποι σε μια οντότητα. Η μάχη ήταν ιερή και ο πολεμικός παιάνας συνέγειρε τους Σπαρτιάτες, που αδιαφορούσαν για τους δειλούς και τιμωρούσαν με αμείλικτο τρόπο όσους δεν ακολουθούσαν τα δικά τους πρότυπα και θέσφατα.
 
 
Μα ήταν σκληροί και αδίστακτοι στη μάχη. Η Σπάρτη ήταν μια ιδιαίτερη κοινωνία, με συγκεκριμένη δομή και φιλοσοφία. Επειδή είναι και θέμα των ημερών, ξέρετε ότι οι Σπαρτιάτες είχαν υποχρεωτική δημόσια Παιδεία, σε αντίθεση με τους Αθηναίους, όπου η εκπαίδευσή τους ήταν μόνο ιδιωτική. Μιλάμε για μια πραγματικά αταξική κοινωνία, με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις προς τους πολίτες της. Είχαν επίσης συγκεκριμένες απόψεις για τη ζωή, το θάνατο, την αγάπη και τον έρωτα, την τέχνη, την μύηση και την αλήθεια. Και φυσικά για τον πόλεμο…
 
- Οι οπλίτες καλλωπίζονται πριν τη μάχη για να μην προσβάλλουν τους χθόνιους θεούς με την ατημέλητη εμφάνισή τους σε περίπτωση θανάτου τους.
 
- Από τη στιγμή που παρατάσσεται ο στρατός δεν επιτρέπεται καμιά μετακίνηση γιατί θεωρείται «αποφυγή» της μάχης και άρα πράξη ταπεινωτική.
 
- Επιτρέπεται η ανταλλαγή γυναικών μεταξύ των ομοίων και γι' αυτό δεν υπάρχει μοιχεία, ή ζήλια, καθότι «ο διπλανός μου δεν είναι άλλος. Είμαι εγώ ο ίδιος, μετά από τόσα χρόνια κοινής ζωής και δυσκολιών και τίποτα δεν μπορεί να παρεισφρήσει ανάμεσά μας».
 
 
Και οι γυναίκες; Τι ρόλο παίζουν οι γυναίκες σ αυτή την ενάρετη στρατοκρατική κοινωνία; Είναι καταδικασμένες στην αφάνεια, είναι φύσει αμαρτωλές, όπως στις μονοθεϊστικές θρησκείες, αποτελούν εμπόδιο στην πορεία του πολεμιστή για τη γνώση; H θέση των Σπαρτιατών είναι και σ αυτό διαφορετική. Οι γυναίκες είναι κυρίαρχες στον οίκο, οι άνδρες είναι κυρίαρχοι στον στρατώνα. «Γιατί εσείς οι Λάκαινες έχετε τόση επιρροή στους άνδρες σας;» γράφει ο Πλούταρχος, διασώζοντας το ερώτημα κάποιας Αθηναίας προς τη Γοργώ, τη σύζυγο του Λεωνίδα. «Γιατί είμαστε οι μόνες που γεννάμε άνδρες» απαντάει αυτή αποστομωτικά..
 
- Οι Σπαρτιάτισσες ήταν υπεύθυνες των οικονομικών του οίκου και κατά συνέπεια απολύτως σεβαστά πρόσωπα από τους άντρες τους, αφού η πληρωμή του συσσιτίου και συνεπώς η παραμονή των ανδρών στην κατηγορία των «ομοίων», εξαρτιόταν πλήρως από την οικονομική διαχείριση που θα έκαναν οι γυναίκες τους.
 
 
- Τα νομίσματα είναι μεγάλα και σιδερένια για να αποφεύγεται ο αποθησαυρισμός
 
- Στην Αθήνα κυβερνούν οι πλούσιοι αφού υπάρχει μεγάλη ανισοκατανομή του πλούτου. Στη Σπάρτη όμως πράγματι «κρατεί ο Δήμος», αφού όλοι διαβιούν με ισότητα και αξιοπρέπεια, ενώ για τη διακυβέρνηση του τόπου, επιλέγονται οι συνετοί και γενναίοι.
 
Στην πορεία του σπαρτιάτη πολεμιστή για την κατάκτηση της αρετής και μέσω αυτής στην προσέγγιση της γνώσης, τη θέαση του θείου και μετά τη μέθεξη με αυτό, τη «θέωση» την ίδια. Δεν είναι εύκολη πορεία αυτή. Αντίθετα. «H δική μας πορεία στη ζωή δεν είναι γραμμένη «με μελάνι», είναι γραμμένη με αίμα» λένε. Είναι πορεία μυητική, όπως σε όλα τα μυστήρια, είτε Ελευσίνια, είτε Καβείρια, είτε όλα τα άλλα. «Ποια, όμως, μύηση, σε ποιο μυστήριο είναι περισσότερο εναργής από τη μάχη την ίδια;», αναρωτιέται ο σπαρτιάτης γερουσιαστής.
 
Αν δεν ξεπεράσεις τον φόβο του θανάτου, πώς μπορείς να αντικρίσεις με αξιοπρέπεια την αλήθεια, αυτή που αποκαλούμε «θεό»; Πώς, όμως, θα ξεπεράσεις τον φόβο του θανάτου; Αρκούν οι προκατασκευασμένες και ακίνδυνες τελευτές των μυστηρίων; Αρκεί η προσομοίωση της πραγματικότητας ή μήπως απαιτείται πραγματική ενατένιση του θανάτου, κάτι που μόνο η μάχη εγγυάται;
 
Γι αυτό οι Σπαρτιάτες μάχονται, δεν μάχονται για να νικήσουν. Νικούν, επειδή μάχονται. H νίκη είναι τυπικά ο σκοπός, αλλά πραγματική ενδόμυχη επιδίωξή τους είναι η μάχη η ίδια. Το ταξίδι, δηλαδή, όχι ο προορισμός. Ποια μάχη, όμως; H μάχη στη ζωή, όχι μόνο στον πόλεμο. «Ηττημένος στη ζωή, τι αξία έχει αν νικήσεις στη μάχη; Ηττημένος από τον εαυτό σου, τι αξία έχει αν νικήσεις τον αντίπαλο;» μονολογεί ο σπαρτιάτης αξιωματικός. Γι αυτό ζουν λιτά και στερημένα, γι αυτό περιορίζουν τα πάθη και τις επιθυμίες τους, γι αυτό αποφεύγουν τον πλούτο και τις ταξικές διακρίσεις που οδηγούν σε αυτόν.
 
Είναι υπεράνθρωποι και ήρωες; Είναι διαφορετικοί και ανώτεροι; Όχι, φέρονται να ομολογούν οι ίδιοι. «H διαφορά μας από τους άλλους είναι πολιτική, όχι φυσική. Δεν διαφέρουμε επειδή υπερέχουμε. Υπερέχουμε επειδή διαφέρουμε» λένε. Είναι μια κοινωνία «ομοίων», μια αδελφότητα πολεμιστών, «ομοίων» στην περιουσιακή κατάσταση, αλλά «ομοίων» και στην καθημερινή ζωή. Όλοι ζουν «όμοια».
 
Όλοι επιδιώκουν την αρετή με τρόπο σκληρό και επώδυνο, αλλά ποια αρετή; «Αν γνωρίζεις είναι περιττό να ρωτάς, αν δεν γνωρίζεις είναι μάταιο» απαντά ο Σπαρτιάτης στον αθηναίο συνομιλητή του, όταν αυτός τολμά να του θέσει ένα τέτοιο ερώτημα. H αρετή βιώνεται, αλλά δεν περιγράφεται. Τι να περιγράψεις; Οι Αθηναίοι, λέει ο Δάμις, «έχουν μανία με τα λόγια, αντίθετα με εμάς». H σπαρτιατική κοινωνία δίνει αξία στη σιωπή, δίνει πρόγευση όσων πολύ αργότερα είπαν και έγραψαν οι πατέρες της Εκκλησίας.
 
Καμία άλλη κοινωνία, της Αρχαίας Ελλάδας, δεν εκτίμησε τόσο την αξία της σιωπής. H σιωπή είναι ανώτερη μορφή πάλης, που μέσα από την εξοικείωση με τον θάνατο, σε οδηγεί στη γνώση. Την εσωτερική αυτή πορεία είχε βιώσει ο Σπαρτιάτης. Ήταν ελεύθερος και εκούσια επέλεγε την αυτοθυσία κατά τη μάχη. Άλλωστε αυτό σημαίνει ελευθερία. Αυτό σε καθιστά ευδαίμονα. Και η αίσθηση της πληρότητας και της ευδαιμονίας σε μετατρέπει σε γενναίο και εύψυχο πολεμιστή.
 
 
H έννοια μιας μάχης όπως παράδειγμα η μάχη των Πλαταιών, έτσι όπως τη βιώνει ο ίδιος ο μαχόμενος σπαρτιάτης οπλίτης, είναι μεν συναρπαστική, είναι, όμως παράλληλα κοπιώδης για τον αμύητο στα στρατιωτικά. Είναι όμως ο τρόπος της βιωματικής πορείας του σπαρτιάτη πολεμιστή προς τη μύηση. Τη μύηση στη ζωή, άρα τη μύηση στον θάνατο. Είναι μια μελέτη του θανάτου για τον σπαρτιάτη και μέσω του θανάτου μια μελέτη υπέρβασης του κόσμου των θνητών. Είναι μια πορεία ά-τεχνη αφού οι Σπαρτιάτες απορρίπτουν την τέχνη, κάθε μιμητική τέχνη και πρώτα απ όλα το θέατρο με τις διονυσιακές καταβολές του.
 
 
Η χλαμύδα ήταν πάντα κόκκινη να μην είναι εμφανές το αίμα στον εχθρό και ενθαρρύνεται.
 
H Σπάρτη δεν είχε θέατρο την κλασική εποχή και τείχη της ήταν τα σώματα των ανδρών-πολεμιστών της… H γλώσσα του σπαρτιάτη συμπυκνωμένη και δωρική, συνάδει πρώτον με την προσωπικότητά του και δεύτερον με τους νόμους της πόλης. Ένας Σπαρτιάτης δεν έχει, ούτε μπορεί να έχει επιτήδευση στην έκφρασή του.
 
Αδιάφοροι για την συσσώρευση πλούτου αγχώδεις όμως για την συσσώρευση αρετής .Τόσης αρετής όσης απαιτείται ώστε η ποσοτική επαύξηση να επιφέρει ποιοτική μεταλλαγή .Υπέρβαση δηλαδή του κόσμου των θνητών εξύψωση δηλαδή του πολεμιστή σε ημίθεο. Σε όλη την ζωή τους ,από την ηλικία των επτά ετών μέχρι το τέλος , μια αργή αλλά σταθερά μυητική πορεία .
 
Η υιοθέτηση των ψηλών λοφίων στις περικεφαλαίες και των πλούσιων γενειάδων και μαλλιών που έκαναν τους μαχητές να φαίνονται πιό ψηλοί και επιβλητικοί. Στην ίδια χρήση του εντυπωσιασμού εντάσσεται και η επιβλητική πολεμική τελετή "Καστόρειον" που προηγείτο της επίθεσης των Σπαρτιατών κατά της εχθρικής παράταξης: οι οπλίτες παρατάσσονταν στεφανωμένοι με τα κράνη και τις ασπίδες μπροστά στα πόδια τους, και ο επικεφαλής βασιλιάς θυσίαζε μία κατσίκα στην Αρτέμιδα «Αγροτέρα», τον Απόλλωνα «Βαδρόμιο» και τις Μούσες, ενώ οι αυλοί έπαιζαν έναν ειδικό παιάνα προς τιμή των Διοσκούρων και των προγονικών ψυχών.
 
Αυτός ο πολεμικός παιάν συνέχιζε να παίζεται από τους αυλητές μέχρι την ολοκλήρωση των θυσιών και τη μελέτη του σφάγιου από τους μάντεις, και στη συνέχεια οι πολεμιστές φορώντας τις ασπίδες και τις περικεφαλαίες τους, άρχιζαν να τον ψάλλουν δυνατά όλοι μαζί, καθώς στρέφονταν κατά των εχθρών και βάδιζαν εναντίον τους. Περαιτέρω για τις διάφορες αρχαιοελληνικές τελετές στο βιβλίο του γράφοντος "Εορτές Και Ιεροπραξίες Των Ελλήνων".
 
Ένας από τους βασικούς κανόνες επιβίωσης του σχετικά ολιγάριθμου δωρικού σπαρτιατικού έθνους, μέσα σε υπερπολλαπλάσιους αριθμητικά αυτόχθονες πληθυσμούς και απέναντι σε εχθρικές του πελοποννησιακές πόλεις, υπήρξε το μή-καταμετρήσιμο του ένοπλου τμήματός του, δηλαδή του στρατού του. Για αιώνες πολλούς, κανένας ξένος δεν γνώριζε ποτέ, αφού αυτό καθίστατο αδύνατο όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, πόσοι ένοπλοι άνδρες ζούσαν και γυμνάζονταν πίσω από το φράγμα των πρώτων σπιτιών εκείνης της ατείχιστης πόλης / συμπλέγματος οικισμών, που λεγόταν Σπάρτη.
 
Από τη μία υπήρχε ο θεσμός της λεγόμενης "ξενηλασίας". Κανένας ξένος δεν επιτρεπόταν δηλαδή να εγκατασταθεί και να ζήσει στην πόλη για διάστημα αρκετό ώστε να κατασκοπεύσει, να εντοπίσει στρατηγικά σημεία και να καταμετρήσει τη δύναμη κρούσης που αυτή διέθετε. Μετά από κάποιες αυστηρά προκαθορισμένες ημέρες παραμονής, ο κάθε φιλοξενούμενος ώφειλε ν’ αναχωρήσει για την ιδιαίτερη πατρίδα του.
 
Η ανάγκη για την με κάθε τρόπο εξασφάλιση του μη-καταμετρήσιμου των ικανών για πόλεμο Σπαρτιατών, τους υποχρέωνε να κάνουν τις πιό ουσιαστικές πολιτικοστρατιωτικές κινήσεις τους τη νύκτα. Οι κάθε είδους συνελεύσεις των "ομοίων" και οι αναχωρήσεις των εκστρατευτικών σωμάτων γίνονταν πάντοτε τη νύκτα, όπως άλλωστε νύκτα γινόταν και η μεταφορά τραυματιών ή νικημένων τμημάτων του στρατού μέσα από τις πόλεις των συμμάχων που ποτέ δεν έπρεπε να δούν "τσακισμένο" Σπαρτιάτη πολεμιστή.
 
Υπό αυτή την αντίληψη των κρυφών και σιωπηλών κινήσεων του μάχιμου πληθυσμού της Σπάρτης, απαγορευόταν αυστηρά η κυκλοφορία σε μη ενεχόμενους σε αυτές τις κινήσεις, δηλαδή στους κάθε είδους ξένους ή στους μη πολίτες (δηλαδή τους είλωτες). Για την τήρηση της απαγόρευσης φρόντιζαν φρουρές οπλισμένων εφήβων που δεν συμμετείχαν ακόμη στις συνελεύσεις ή τις πολεμικές επιχειρήσεις.
 
Με δεδομένα τα πιό πάνω και με επίσης γνωστό ότι, ούτως ή άλλως, αρκετοί από τους είλωτες ακολουθούσαν στον πόλεμο -ως "παραστάτες"- τους Σπαρτιάτες οπλίτες, είναι φανερό ότι όποιος μη έχων την παραμικρή δουλειά με τα συμβαίνοντα είλωτας βρισκόταν στους δρόμους την ώρα της απαγόρευσης, ουσιαστικά αποτελούσε άμεση απειλή κατασκοπείας και ανατροπής του μη-καταμετρήσιμου των ένοπλων Σπαρτιατών. Αυτή ήταν λοιπόν η περίφημη "Κρυπτεία": αν έπεφτε πάνω στις ενέδρες των έφηβων Σπαρτιατών συλλαμβανόταν και εκτελείτο ως προδότης και εχθρός.
 
Χάρη στην "Κρυπτεία" και την "Ξενηλασία" η αρχαία Σπάρτη κατόρθωσε το ακατόρθωτο, δηλαδή να μην αποκαλύψει ποτέ στους εχθρούς της τις πραγματικές δυνάμεις της και να επιζήσει για αιώνες όταν πολυαριθμότερες πόλεις καταλαμβάνονταν, δηώνονταν, καίγονταν και εκθεμελιώνονταν από του πολέμου την οργή. Μέσα από πανέξυπνες τεχνικές χρήσης του μύθου, της δυναμικής των σημείων, των χρωμάτων και των συμβόλων, μέσα από τον έλεγχο της φήμης και τον καλό χειρισμό του οπτικού εντυπωσιασμού (Anton Powell, editor, "Classical Sparta. Techniques Behind Her Success", University of Oklahoma Press, Οκλαχόμα, 1989) η θρυλική Σπάρτη έμεινε απόρθητη και πανίσχυρη μέσα σε καιρούς θυελλώδεις και σαρωτικούς, κρύβοντας επιμελώς τις όποιες πληγές της και μετατρέποντας σε δύναμη τις αδυναμίες της.
 
Η αρχή του τέλους για την αρχαία Σπάρτη, δεν είναι τυχαίο ότι συμπίπτει χρονικά με την πρώτη φορά που υποχρεώθηκε αυτή σε αναγκαστική καταμέτρηση των αληθινών δυνάμεών της. Ήταν η τρομερή εκείνη ημέρα επί βασιλείας Κλεομένη του Γ που, με όλο της τον κανονικό στρατό ήδη κατασφαγμένο στα στενά της Σελλασίας, τα γερόντια και οι αγένειοι νεαροί της αναγκάστηκαν να παραταχθούν μπροστά της για να την υπερασπιστούν απελπισμένα ενάντια στον νικητή στρατό του Μακεδόνα Αντιγόνου Δώσωνος.
 
 
Η Αγωγή των Νέων
 
 
Μόλις γεννιόταν το παιδί, η μητέρα του το έπλενε με κρασί, για να πιστοποιήσει αν η κράση του ήταν γερή. Εάν το παιδί ήταν αδύναμο, πέθαινε. Αργότερα ο πατέρας του το πήγαινε στην Λέσχη, το μέρος όπου συνεδρίαζε το κρατικό συμβούλιο των γερόντων, οι οποίοι το εξέταζαν προσεκτικά. Αν εύρισκαν ότι το παιδί ήταν ελαττωματικό ή κακόμορφο, με εντολή των Εφόρων το πέταγαν στον Καιάδα, τον επονομαζόμενο Αποθέτη, μια σχισμή στο βουνό Ταΰγετο.
 
Μέχρι την ηλικία των επτά ετών, το παιδί μεγάλωνε με την μητέρα του, η οποία δεν χρησιμοποιούσε φασκιά, για να μη παραμορφωθεί το σώμα του, γίνει νευρικό ή πεισματάρικο. Απομάκρυναν δε κάθε τι από κοντά του, το οποίο θα έκανε το παιδί να νιώσει φόβο, να κλάψει ή να αισθανθεί άσχημα.
 
 
Οι Σπαρτιάτισσες ήταν τόσο φημισμένες, ώστε πολλές πλούσιες οικογένειες τις προσλάμβαναν για την ανατροφή των παιδιών τους, όπως την Σπαρτιάτισσα Αμέλια που ανέθρεψε τον Αθηναίο Αλκιβιάδη.
 
Όταν το παιδί συμπλήρωνε τα επτά του χρόνια, η πολιτεία το έπαιρνε από την μητέρα. Μια αυστηρή σε πειθαρχία και στρατιωτικού τύπου κυρίως εκπαίδευση, η ονομαζόμενη Αγωγή, άρχιζε και τελείωνε μετά από δώδεκα χρόνια. Τα αγόρια τα έβαζαν σε μια από τις πολλές ομάδες τις Αγέλες, οι οποίες ήταν υπό την επίβλεψη ενός ηλικιωμένου Σπαρτιάτη.
 
Στα δεκατρία τους χρόνια συμπλήρωναν την εκπαίδευση τους κάτω από την αρχηγία ενός συνετού και γενναίου νέου, τον επονομαζόμενο Είρενα, όλοι υπό την επίβλεψη του Παιδονόμου και εκπαιδεύονταν στην γυμναστική, το τρέξιμο, το πήδημα, το πέταγμα ακοντίου και δίσκου και επίσης μάθαιναν να υποφέρουν στον πόνο και στις κακουχίες, στην πείνα, δίψα, το κρύο, την κούραση και την έλλειψη ύπνου. Περπατούσαν ξυπόλυτα, πλένονταν στα κρύα νερά του Ευρώτα και ντύνονταν με το ίδιο ένδυμα καλοκαίρι και χειμώνα, που τους έδινε η πολιτεία μια φορά τον χρόνο. Δεν χρησιμοποιούσαν κλινοσκεπάσματα και κοιμόντουσαν πάνω σε καλαμιές και άχυρα, που τα έκοβαν χωρίς μαχαίρια, από τις όχθες του ποταμού Ευρώτα.
 
Το κύριο φαγητό τους ήταν ο μέλανας ζωμός, αλλά τα ενθάρρυναν να κλέβουν τροφή, για να συμπληρώνουν την ελάχιστη που ελάμβαναν, αν όμως συλλαμβάνονταν επ΄ αυτοφώρω τα τιμωρούσαν. Επίσης έτρωγαν πολύ μέλι. Επί ένα ολόκληρο μήνα, πριν να τελειώσουν τα γυμνάσια, επροπονούντο και έτρωγαν αποκλειστικά μέλι (εξ' ου και μήνας του μέλιτος).
 
Γράμματα μάθαιναν λίγα, ίσα να διαβάζουν και να γράφουν. Τα συμβούλευαν να μη σπαταλούν τις λέξεις, αλλά να μιλάνε επί της ουσίας (Λακωνίζειν). Μάθαιναν επίσης στρατιωτικά ποιήματα και τραγούδια πολεμικά, πώς να χορεύουν, και να απαγγέλλουν αποσπάσματα από τον Όμηρο.
 
Ο κύριος σκοπός της Αγωγής ήταν να πειθαρχήσουν τους νέους. Μια φορά τον χρόνο τα δοκίμαζαν για την αντοχή τους μπροστά στον βωμό της Ορθίας Αρτέμιδος, στο παιχνίδι που έκλεβαν τυριά και τα μαστίγωναν αλύπητα. Ήταν όμως τόσο σκληρή η δοκιμασία του εθίμου, που πολλά πέθαναν στην προσπάθεια τους να αποδειχτούν άξια. Αυτά τα οποία υπέφεραν χωρίς γογγυσμούς και κλάματα, τα στεφάνωναν.
 
 
Όσον αφορά τα κορίτσια, τα εκπαίδευαν σε ομάδες όπως και τα αγόρια, αλλά όχι με τόση σκληρότητα και αυστηρότητα. Έπαιρναν μέρος σε δημόσιους συναγωνισμούς, όπως αυτά, αλλά η εκπαίδευσή τους τελείωνε μόλις παντρεύονταν.
 
Στην ηλικία των είκοσι ετών, όταν η Αγωγή τελείωνε, άρχιζε η στρατιωτική θητεία του νέου. Υποχρεωτικά γινότανε μέλος στα κοινά γεύματα (συσσίτια), σε μια ομάδα από δεκαπέντε άτομα περίπου, που ζούσαν και δειπνούσαν μαζί σε δημόσιους καταυλισμούς, μέχρι τα εξήντα τους χρόνια (ένας από τους νόμους του Λυκούργου). Σ' αυτήν την ηλικία των είκοσι ετών, οι περισσότεροι άνδρες και οι γυναίκες, παντρεύονταν.
 
Στην ηλικία των τριάντα ετών, ώριμοι πια άνδρες, οι Σπαρτιάτες γίνονταν πολίτες με πλήρη δικαιώματα και υποχρεώσεις. Είχαν δικαίωμα να παίρνουν μέρος στην συνέλευση του λαού (Απέλλα) και να ασκούν δημόσια αξιώματα.
 
 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.