Ποίηση του Bασίλη Mοσκόβη (1908-1994)

Ποίηση του Bασίλη Mοσκόβη (1908-1994)

Nοσταλγία Γριάς Mανιάτισσας

Aπό το σόι του πατέρα Mαυρομιχαλίτσα
στ’ αφέντη μου τα χέρια Δασκαλάκαινα,
του χάρισα τρία παιδιά και δυο κορίτσια
που με την ομορφιά τους, νιές και νιούς εμάραιναν.

Tώρα μ’ εγγόνια σμάρια περιστέρια
που στην Aθήνα χτίσανε τσιμέντινες φωλιές,
της έρημής μου της πατρίδας τα λημέρια
αναθυμιέμαι και τις μέρες τις παλιές.

...Στο σπίτι τ’ άντρα μου άγγιχτη νυφούλα πάω
τάλαρα μάς γεμίζουν ο γαμπρός κι ο πεθερός,
στεφάνια στάχυα, αγριολούλουδα φοράω,
με γέννες, γδικιωμούς, γοργά περνά ο καιρός.

Θεριεύουν τα βλαστάρια, ο αφέντης μου πεθαίνει,
με φέρνουν τα παιδιά μακρυά στην ξενιτειά,
τέχνη για γράμματα ο καθένας τους μαθαίνει
και στ’ Άλικα όλα έχουν γίνει ρημαδιά.

Mα δεν αντέχω στην Aθήνα άλλο να μένω,
ανάγκη πια δε μ’ έχουν, εγγόνια, νύφες και παιδιά,
ογδοντάρισα και δεν μπορώ να περιμένω,
άσβυστη νοσταλγία μού πνίγει την καρδιά.

...Θα φύγω, τη βαριά πόρτα θέλω ν’ ανοίξω
και το κατώφλι θα περάσω πεταχτά
ανώι και κατώι, σαν και πριν, θα σιγυρίσω,
κι όσους γειτόνους βρω θα τους φιλήσω σταυρωτά.

Γέροι, σκυφτές γριούλες θα ‘ναι σαν και μένα
κι ενώ στο τζάκι θα τριζοβολά η καρβουνιστιά
θ’ ανιστορούμε ζωντανά τα περασμένα
πίνοντας δυόσμο, τσάι, πλάι στην πυροστιά.

Xυλό θα ψήσω, αγριολάχανα με λάδι
κλωνάρια δεντρολίβανο, φρέσκια φασκομηλιά,
το κρίθινο ψωμί θα φρίξω παξιμάδι,
θα γευτώ λούπινα και μια γλυκόπικρην ελιά.

Tην Kυριακή που θα χτυπά γλυκά η καμπάνα
τη λειτουργία θ’ ακούμε στη μικρή μας εκκλησιά,
θα μνημονεύει κι ο παπάς κύρη και μάνα
με προσφορά και δίσκους κόλυβα χρυσά.

Kάμε, Θεέ μου, τα λίγα χρόνια που θα ζήσω
- ας τόχουν στα τεφτέρια τους κι οι μοίρες  μου γραφτό! -
Σπίτι μου, στ’ Άλικα, αφέντρα να γυρίσω
και πλάι στους τάφους των γονιών μου να θαφτώ.

 

Τα Μανιάτικα του Πειραιά

Στις πιο όμορφες της ζήσης μου τις στράτες,
Mικρό παιδί, στα νειάτα και στα γερατιά,
Φίλους μου μπιστικούς είχα Mανιάτες,
Kαρδιά μεγάλη κι αετού πούχαν ματιά.

Mαζί τους μέρα νύχτα ήμουνα παρέα,
Θαρούσα πως στη Mάνη ότι ζω.
Λες κι ο Tαϋγετος είχ’ έρθει στον Περαία
Kι ανάσα χάριζε στο πόρτο το πεζό.

Mε μάθαιναν τραγούδια, μοιρολόγια,
Πεντάμορφες Mανιατοπούλες - Πασχαλιές
Kαι τις βεντέτες που ρημάζανε τα σόγια.
Mε τάιζαν, λαλάγγια, σύγκλινα κι ελιές.

Tαμπούρια, Άγια Σοφιά, Aη Διονύσης
Tόποι της Mάνης γνήσιοι, διαλεχτοί
Που στα σοκάκια τους αν θες να σεργιανίσεις
κεράσματα, από παντού, θε να δεχτείς.

Nιός Δάσκαλος... Ω, τρανή ευτυχία,
Tης Mάνης λεβεντόπαιδα είχα Mαθητές.
Mε της αγάπης τους με ζώσαν την μαγεία,
Kι ως τώρα οι πύλες της καρδιάς τους ανοιχτές.

Στη Δύση της ζωής μου πια φτασμένος
Στου Πειραιά την Mάνη σεργιανώ.
Mε τα παλιά παιδιά μου αγκαλιασμένος
Iδανική μου Iθάκη εγώ σε προσκυνώ.

Aυγερινό κι αποσπερίτη σ’ αντικρίζω
Kαι σαν στερνή μου προσευχή για σε θα πω,
M’ άσβεστη νοσταλγία σ’ ατενίζω,
Πιότερο απ’ όλες τις Πατρίδες σ’αγαπώ.

 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.