ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ (Μετάφραση)

ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ (Μετάφραση)
 ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ
(Μετάφραση)
Ως στόχος ετέθη από τον υπογράφοντα η πιστή απόδοση τού αρχαίου κειμένου χωρίς γλωσσικούς πλατειασμούς και ερμηνευτικές περιφράσεις. Ο Θουκυδίδης είναι στρυφνός, αρέσκεται δε σε φράσεις γέμουσας ελλειπουσών ευκόλως (δυσκόλως) εννοουμένων λέξεων, δι’ ο και οι υπάρχουσες αποκλίσεις τών μεταφραστών. Ο υπογράφων ανέγνωσε πλειάδα μεταφράσεων (π.χ. Ελ. Βενιζέλου, Ι.Κακριδή, κ.ά. μέσω Internet). Συνήθως εκφεύγουν τής αυστηρής εννοίας τής μετάφρασης, και κινούνται σε σημαντικό βαθμό στο χώρο τής παράφρασης –άλλη πλέον, άλλη ολιγότερον- με μοιραίο συνεπακόλουθο την περίφραση και τον αναπόφευκτο ενίοτε πλατειασμό. Ο Θουκυδίδης είναι δύσκολος, όχι παντού σαφής. Κάθε μετάφραση σε εκάστη νέα επισταμένη ανάγνωση θα επιδέχεται αναθεωρήσεων. Κάθε προσπάθεια μετάφρασης ενέχει χρησιμότητα.      
Ως σημαντικότερο μεταφραστικό «εργαλείο» ο γράφων χρησιμοποίησε το «Λεξικό Ελληνικής Γλώσσης» του Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, βάσει και του Θησαυρού του Ερρίκου Στεφάνου, 1852.
{Οι εντός παρενθέσεως λέξεις ή φράσεις δεν υπάρχουν στο αρχαίο κείμενο, προκύπτουν από την έννοια, και σκόπιμο εκρίθη να παρεμβληθούν ως ερμηνευτικά συμπληρώματα κατανόησης τού κειμένου}. 
 
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
Ο Θουκυδίδης, στην Ιστορία του για τον Πελοποννησιακό πόλεμο, τη Σ(Ξ)υγγραφή, όπως τιτλοφορείται -ο πραγματικός τίτλος δεν είναι γνωστός- παραθέτει και 45 δημηγορίες, δηλ. δημόσιες ομιλίες διασήμων και μη. Ίσως οι δημηγορίες αυτές να συνιστούν το πιο δραματικό μέρος της Συγγραφής. Μία από αυτές, στο βιβλίο Β’, εδάφια 35~46, η οποία όμως ξεχωρίζει από τις άλλες, είναι ο Επιτάφιος τού Περικλέους,. Ξεχωρίζει διότι δεν χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από ιστορική αφήγηση. Αντίθετα, συνιστά ένα πανηγυρικό ρητορικό σχήμα, με κύριο στόχο το εγκώμιο τού πολιτεύματος, τον ύμνο τής Αθήνας. Η αρίθμηση είναι όπως δίδεται στα οκτώ βιβλία τής Συγγραφής (μάλλον πρόκειται για μεταγενέστερη διαίρεση).
Ο Επιτάφιος τού Περικλέους και η Πλάτωνος Απολογία τού Σωκράτους συνιστούν τα δύο θεμελιακά κείμενα τής Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Ο Επιτάφιος προβάλλει ανάγλυφα τη μορφή της τελειότερης Δημοκρατίας. Οι ενδεχόμενες όποιες υπερβολές ή όποια εμφατικά ρητορικά σχήματα είναι κατανοητά λόγω ακριβώς τής υψίστης σκοπιμότητος στην δύσκολη εκείνη περίοδο τού πολέμου, κατά την οποία προείχε η τόνωση τού ηθικού τών πολιτών και η εμφύσηση τής ιδέας τού υπέρ αρίστης πατρίδος αγώνος ως μεγίστης αρετής, αλλά και τού δέους τών συνεπειών από την απώλεια τής πατρίδος και μάλιστα τέτοιας πατρίδος. 
Διαρθρώνεται από τα ακόλουθα μέρη: Προοίμιον (35), Έπαινος προγόνων, πατέρων και συγχρόνων (36), Εγκώμιον Πατρίδος (37~41), Έπαινος νεκρών, Παραινέσεις προς ζώντας και παραμυθία προς οικείους (42~45), Επίλογος (46). Ο Θουκυδίδης ήταν παρών κατά την εκφώνηση του λόγου. Είναι πολύ πιθανόν να έχει επιφέρει αλλαγές. Πριν "παραθέσει" τον Επιτάφιο, προθέτει μικρήν εισαγωγήν (34):
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
34.Τον ίδιο δε χειμώνα οι Αθηναίοι χρησιμοποιώντας το πατροπαράδοτο έθιμο ετέλεσαν δημοσία (δαπάνη) τις ταφές τών πρώτων θανόντων αυτού τού πολέμου, με τον εξής τρόπο· τα μεν οστά τών απελθόντων εκθέτουν επί δύο ημέρες(1) έχοντες κατασκευάσει στέγαστρο, και καθείς προσφέρει στον δικό του αν θελήσει κάτι. Όταν δε είναι η ώρα τής εκφοράς, άμαξες μεταφέρουν κυπαρισσένιες οστεοθήκες, μία κατά φυλή· ενυπάρχουν δε (σε κάθε οστεοθήκη) τα οστά εκείνης τής φυλής στην οποίαν έκαστος ανήκε. Ένα δε φορείο άδειο μεταφέρεται στρωμένο για τους αγνοούμενους, όσοι δεν θα βρεθούν κατά την περισυλλογή, «Μία δέ κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οί αν μη ευρεθώσιν ες αναίρεσιν» (2). Συμμετέχει δε στην εκφοράν όποιος θέλει και από τους πολίτες και από τους ξένους, και οι γυναίκες συγγενείς παρευρίσκονται μοιρολογώντας στον τάφο. Εναποθέτουν λοιπόν (τους θανόντας) στο δημόσιο νεκροταφείο, το οποίο ευρίσκεται στο ωραιότερο προάστιο τής πόλης, και σε αυτό πάντα θάπτουν τους εκ τών πολέμων, πλην(3) βεβαίως τούς στον Μαραθώνα· κρίναντες δε την ανδρείαν εκείνων ως εξαίρετη, εκεί και τον τάφο κατασκεύασαν. Όταν λοιπόν τους ενταφιάσουν στη γη, άνδρας εκλεγμένος από την πολιτεία, ο οποίος να θεωρείται όχι ασύνετος στη γνώμη και (ο οποίος) να προέχει σε υπόληψη, εκφωνεί προς αυτούς το πρέπον εγκώμιον· μετά δε από αυτό αποχωρούν (οι συγκεντρωμένοι). Κατ’ αυτό τον τρόπο λοιπόν θάπτουν· και καθ’ όλη τη διάρκεια τού πολέμου, όποτε ετύγχανε να συμβεί σε αυτούς (να θάψουν θανόντας εν πολέμω), έκαναν χρήση τού εθίμου. Προς αυτούς δε λοιπόν τους πρώτους επελέγη να ομιλήσει ο Περικλής τού Ξανθίππου. Και επειδή επέστη η ώρα, ελθών από τον χώρο ταφής προς ένα βήμα κατασκευασμένο υψηλό ώστε να ακούγεται από τους πλείστους της ομήγυρης, είπε περίπου τα εξής. 
(1).«Πρότριτα», πριν τρεις ημέρες συμπεριλαμβανομένης στην αρίθμηση και της ημέρας ταφής.
(2).Από αυτό το εδάφιο προήλθε η ιδέα τού μνημείου τού Αγνώστου Στρατιώτου.
(3).Η πρόθεση ή επίρρημα «πλην» εμφανίζεται σε αρχαία κείμενα διαφόρων συγγραφέων να είναι συντεταγμένο –κατά συγγραφέα ή περίπτωση- με όλες σχεδόν τις κλίσεις τών ονομάτων και εν πολλοίς και των ρημάτων· εδώ ο Θουκυδίδης επιλέγει αιτιατική· η επικρατούσα σήμερον κλίση είναι η γενική.
 
ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ  
35. Οι μεν πλείστοι τών όσων ήδη έχουν εδώ μιλήσει, επαινούν τον προσθέσαντα στο έθιμο τον λόγον αυτόν, καθώς καλόν (είναι) να εκφωνείται αυτός προς τους εκ τών πολέμων θαπτομένους. Σε μένα όμως θα φαινόταν ότι είναι αρκετό σε άνδρες αναδειχθέντες γενναίους με έργα, και οι τιμές να αποδίδονται με έργα, «ανδρών αγαθών έργω γενομένων έργω και δηλούσθαι τας τιμάς», τα οποία και βλέπετε τώρα περί τον χώρο ταφής προετοιμασθέντα δημοσία (φροντίδι), και όχι να κινδυνεύουν αν θα γίνουν πιστευτές οι αρετές τών πολλών από το εάν ένας άνδρας (ομιλητής) θα ειπεί τα προσήκοντα ή (θα ειπεί) και χειρότερα (των προσηκόντων). Διότι είναι δύσκολο να λεχθεί το σωστό(1) σε κάτι που με δυσκολία διασφαλίζεται (ακόμη) και η προσδοκία (ακούσματος) τής αλήθειας (στα λεγόμενα του ομιλητή). Διότι και ο ενημερωμένος και καλοπροαίρετος ακροατής ίσως να νομίσει ότι (από τον ομιλητή) παρουσιάζεται κάτι με τρόπο ελλιπέστερο σε σχέση με εκείνα που θέλει (να ακούσει) και (που) γνωρίζει, (αλλά) και ο ανημέρωτος (ακροατής ίσως να νομίσει), από φθόνο, πως υπάρχουν και κάποιες υπερβολές αν τυχόν ακούσει κάτι ανώτερο από το δικό του το φυσικό. Διότι μέχρι αυτού (του σημείου) είναι ανεκτοί οι περί άλλων λεγόμενοι έπαινοι, σε όσο έκαστος θα νόμιζε ότι και ο ίδιος θα ήταν ικανός να πράξει κάτι από αυτά που άκουσε· φθονώντας δε ό,τι τους υπερβαίνει, το αμφισβητούν κι’ όλας. Εφόσον όμως από τους παλαιούς αυτά εδοκιμάσθησαν πως έτσι καλώς έχουν, πρέπει και εγώ ακολουθώντας το έθιμο να προσπαθήσω να επιτύχω (ευνοϊκής) κατά το πλείστον και επιθυμίας και γνώμης καθενός από σας.  
(1).«το μετρίως», ούτε υπερβολές, ούτε ελλείψεις. 
 
 ΕΠΑΙΝΟΣ ΠΡΟΓΟΝΩΝ, ΠΑΤΕΡΩΝ, ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ
36.Θα αρχίσω πρώτα από τους προγόνους· διότι είναι δίκαιο και συνάμα μάλιστα πρέπον σε τέτοια περίπτωση σε αυτούς να αποδίδεται η τιμή αυτή τής μνημόνευσης. Διότι την χώραν οι ίδιοι από πάντα κατοικούντες, στους μεταγενέστερους με διαδοχή μέχρι σήμερα παρέδωσαν ελεύθερη χάρις στην ανδρεία των. Και εκείνοι βέβαια οι πρόγονοί μας άξιοι επαίνου και ακόμη περισσότερο (είναι)· διότι αποκτήσαντες επιπροσθέτως όσων παρέλαβαν, όχι χωρίς κόπους, όση εξουσία έχομε, σε μας τους τωρινούς την παρέδωσαν. Τα δε επιπλέον αυτής (της εξουσίας), εμείς οι ίδιοι αυτοί οι τωρινοί που μάλιστα ακόμη είμαστε στην ηλικία τής εξουσίας, τα αυξήσαμε, και την πόλη καταστήσαμε πλήρως αυτάρκη στα πάντα, και στον πόλεμο και στην ειρήνη, «τα δε πλείω αυτής αυτοί ημείς οίδε οι νυν έτι όντες μάλιστα(1) εν τη καθεστηκυία ηλικία επηυξήσαμεν και την πόλιν τοις πάσι παρεσκευάσαμεν αυταρκεστάτην και ες πόλεμον και ες ειρήνην». Αυτών (των προγόνων) τα μεν πολεμικά ανδραγαθήματα, με τα οποία κάθε τι αποκτήθηκε, ή αν (υπάρχει) κάτι (σχετικό με το ότι) εμείς ή οι πατέρες μας με θάρρος αποκρούσαμε εχθρόν επελθόντα βάρβαρον ή Έλληνα, εγώ μη θέλοντας να μακρηγορήσω σε αυτούς που τα ξέρουν, θα παραλείψω· όμως, και από ποίους θεσμούς φθάσαμε σε αυτά, και με ποίο πολίτευμα και με ποίους τρόπους μεγάλα επετεύχθησαν, αυτά αφού εκθέσω πρώτα, έρχομαι και στον έπαινον αυτών εδώ, πιστεύοντας ότι και στην παρούσα περίπτωση, δεν (θα εθεωρούντο) απρεπή αυτά να λεχθούν, και ωφέλιμο είναι να τα ακούσει όλη η ομήγυρη και πολιτών και ξένων. 
(1).«..αυτοί ημείς οίδε οι νυν έτι όντες μάλιστα..», καταιγιστική ακολουθία λέξεων που τονίζουν το «εμείς», προφανώς αναφέρεται, πέραν άλλων, και στην Ακρόπολη.
 
 ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΠΑΤΡΙΔΟΣ 
37.Διότι χρησιμοποιούμε πολίτεύμα που δεν ζηλεύει τους νόμους τών άλλων(1), μάλλον δε παράδειγμα εμείς είμαστε σε μερικούς, παρά μιμούμεθα άλλους. Και ως προς το όνομα μεν αποκαλείται Δημοκρατία δια το (ότι) όχι οι λίγοι αλλά οι πλείονες διοικούν, «και όνομα μεν διά το μη ες ολίγους αλλ' ες πλείονας οικείν δημοκρατία κέκληται»· όλοι δε κατά μεν τις ιδιωτικές τους διαφορές μετέρχονται τους νόμους εξ’ ίσου, κατά δε το (δημόσιο) αξίωμα όπως έκαστος ευδοκιμεί σε αυτό, προτιμάται δε στα κοινά όχι τόσο λόγω (κοινωνικής) τάξης, όσο ικανότητος, ούτε δε πάλι λόγω φτώχειας, έχοντας βέβαια (κάποιος) κάτι καλό να πράξει στην πόλη, εμποδίζεται λόγω αφάνειας (κοινωνικής)(2). Με ελευθερία δε συμπεριφερόμαστε και σε όσα (αφορούν) τα κοινά και στην μεταξύ μας καχυποψία στις καθημερινές μας ασχολίες, μη διακατεχόμενοι από οργή για το γείτονα, αν πράττει κάτι που τον ευχαριστεί, ούτε λαμβάνοντες ύφος δυσαρεστημένου ακίνδυνο μεν, δυσάρεστο όμως (για τον γείτονα). Συναναστρεφόμενοι δε χωρίς αλληλοενοχλήσεις ως ιδιώτες, δεν παρανομούμε ως πολίτες από σεβασμό κυρίως, υπακούοντες στους εκάστοτε άρχοντες και στους νόμους, και μάλιστα σε εκείνους (τους νόμους) όσοι βέβαια υφίστανται επ’ ωφελεία τών αδικούμενων και όσοι παρ’ ότι άγραφοι προκαλούν (στους παραβάτες) αναντίρρητη ντροπή. 
 
(1).«πέλας», επίρρημα που σημαίνει «πλησίον», ο Θουκυδίδης επεκτείνει την έννοια σε «άλλοι».     
(2).Περίτεχνα λέγει αυτά ο Περικλης, γιά τον οποίον ο Θουκυδίδης αλλού σημειώνει• «εγίγνετο λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε υπό του πρώτου ανδρός αρχή». 
 
38.Κι’ ακόμη και για την κόπωση τού πνεύματος εφεύραμε πάρα πολλούς τρόπους ανάπαυσης, θεσπίζοντες μεν βέβαια ετήσιους(1) αγώνες και θυσίες, (έχοντες) δε ιδιωτικές κατοικίες ευπρεπείς, τών οποίων η καθ’ ημέραν απόλαυση αποδιώχνει τη θλίψη. Εισάγονται δε τα πάντα από κάθε χώρα λόγω τής σπουδαιότητος τής πόλης μας, και συμβαίνει σε μας να νεμόμαστε προς απόλαυση τα εγχώρια αγαθά κατά τίποτα πιο εύκολα απ’ ότι και τα (αγαθά) των άλλων ανθρώπων (τα εισαγόμενα).
 
(1).«διετησίοις»: έχει διττή έννοια, ή καθ’ όλη τη διάρκεια τού έτους, - ή ετήσιους (κάθε έτος). 
 
39.Διαφέρομε δε και κατά την πολεμικήν τέχνην από τους αντιπάλους στα εξής. Διότι και την πόλη σε κοινή χρήση διαθέτομε, και δεν συμβαίνει ποτέ να εμποδίζομε με απελάσεις κάποιον από του ή να μάθει ή να δει (κάτι), το οποίο μη παραμένον κρυφό, βλέποντας κάποιος τών εχθρών θα ωφελείτο, πιστεύοντες περισσότερον όχι στις προπαρασκευές και τα τεχνάσματα, αλλά στην από μας τους ίδιους (εκπηγάζουσα) γενναιοψυχία κατά τη μάχη· και κατά την εκπαίδευση αυτοί μεν με παιδιόθεν επίπονη εξάσκηση μετέρχονται (ως επάγγελμα) την ανδρεία, εμείς δε με άνεση διάγοντες κατά τίποτα με ολιγότερη (ανδρεία) προχωρούμε σε κινδύνους εφάμιλλους(1). Απόδειξη δε· διότι ουδέποτε οι Λακεδαιμόνιοι από μόνοι τους εκστρατεύουν στη γη μας, αλλά με όλους (τούς συμμάχους τους), εμείς δε στη (γη) τών άλλων εισβάλλοντες χωρίς δυσκολία κατά το πλείστον επικρατούμε στην ξένη (γη) μαχόμενοι τούς αμυνομένους τού πατρίου εδάφους. Συγκεντρωμένη μάλιστα τη δύναμή μας ουδείς ποτέ αντίπαλος συνάντησε λόγω και της συνάμα ενασχόλησης τού ναυτικού (καθώς) και της κατά ξηράν σε πολλά (μέρη) αποστολής (στρατού) από εμάς τους ίδιους· άν δε κάπου συγκρουσθούν με κάποιο τμήμα (τού στρατού μας), και επικρατώντας σε λίγους δικούς μας, καυχώνται ότι όλους τους απέκρουσαν, και χάνοντας (λένε ότι) ηττήθηκαν από το σύνολο (του στρατού μας). Κι΄αν λόγω άνεσης μάλλον (στη ζωή μας) παρά επίπονης εκπαίδευσης, και με γενναιότητα όχι εκ νόμων (προκαλούμενη), αλλά κυρίως εκ τών τρόπων (ζωής μας), συνέβαινε να κινδυνεύομε, κέρδος σε μας μένει και το να μην κοπιάζομε από πριν για τα μελλούμενα οδυνηρά, και το να μη φαινόμαστε ατολμότεροι εκείνων που συνεχώς κοπιάζουν όταν φθάσουμε σε αυτά, και το να είναι άξια θαυμασμού η πόλη με αυτά και με άλλα ακόμη(2).
 
(1).Η γενναιότης είναι απόρροια τού ηθικού κυρίως. Κατά τον Ναπολέοντα το ηθικό έχει τριπλάσια βαρύτητα από όλες μαζί τις άλλες παραμέτρους. Για την εμπέδωσή του όμως απαιτείται συναίσθηση στρατιωτικής υπεροχής με οργάνωση, εκπαίδευση, πολεμική τέχνη και διοικητική μέριμνα.
(2).Ρητορική δεινότης περιβεβλημένη έπαρσην, επιχειρεί να μειώσει (κατανοητόν) την ανδρεία τών Σπαρτιατών –που είναι αδιαμφισβήτητο προτέρημά τους– καθώς και το στρατηγικό αήττητό τους τουλάχιστον μέχρι τη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.χ.
 
40.Διότι και καλλιτεχνούμε με λιτότητα και φιλοσοφούμε χωρίς μαλθακότητα, «Φιλοκαλούμεν τε γαρ μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας»· και τον πλούτο τον χρησιμοποιούμε περισσότερο ως ευκαιρία γιά έργα, παρά γιά κομπορρημοσύνη, και το να ομολογεί κάποιος πως είναι φτωχός δεν (προκαλεί) ντροπή, όμως (είναι) χειρότερο το να μην προσπαθεί με εργασία να ξεφύγει, «και το πένεσθαι ουχ ομολογείν τινι αισχρόν, αλλά μη διαφεύγειν έργω αίσχιον». Υπάρχει η δυνατότητα, και γι’ αυτούς που επιμελούνται συγχρόνως ιδιωτικών και κοινών (υποθέσεων) και για άλλους που έχουν στραφεί σε έτερα(1), να γνωρίζουν όχι ανεπαρκώς τα κοινά· διότι μόνον εμείς τον ουδόλως μετέχοντα σε αυτά θεωρούμε όχι φιλήσυχο, αλλά άχρηστο, και εμείς οι ίδιοι ορθώς ή κρίνομε ή συλλογιζόμαστε τα θεμάτα, φρονώντας ότι τα λόγια δεν βλάπτουν τα έργα(2), αλλά μάλλον (βλάπτει) το να μη γίνει προενημέρωση με συζήτηση πριν έλθομε σε αυτά που πρέπει (να γίνουν) με έργα. Διότι λοιπόν διαφορετικό τρόπο έχομε και σε τούτο ώστε μάλιστα εμείς και να τολμούμε και να διαλογιζόμαστε περί αυτών που θα επιχειρήσομε· ενώ στους άλλους η μεν αμάθεια φέρει θράσος, ο δε διαλογισμός δισταγμό, «αμαθία μεν θράσος, λογισμός δ’ όκνον φέρει». Ως άριστοι δε στο φρόνημα θα μπορούσαν δικαίως να κριθούν οι γνωρίζοντες σαφέστατα και τα δυσάρεστα και τα ευχάριστα, και λόγω αυτών μη αποφεύγοντες τους κινδύνους, «Κράτιστοι δ’ αν την ψυχήν δικαίως κριθείεν οι τα τε δεινά και ηδέα σαφέστατα γιγνώσκοντες και διά ταύτα μη αποτρεπόμενοι εκ των κινδύνων». Και ως προς το ήθος είμαστε αντίθετοι στους πολλούς· διότι αποκτούμε τους φίλους όχι ευεργετούμενοι, αλλά ευεργετούντες. Πιο σταθερός δε (είναι ως φίλος) ο ευεργετήσας, διότι διατηρεί την οφειλόμενη (προς αυτόν ευεργεσία) μέσω φιλοφροσύνης (που θα επιδεικνύει) προς εκείνον στον οποίο παρέσχε (την ευεργεσία)· ο υπόχρεος όμως (δείχνει) απρόθυμος γνωρίζοντας ότι θα ανταποδώσει την ευεργεσία όχι ως χάρη, αλλά ως οφειλή, «Βεβαιότερος δε ο δράσας την χάριν ώστε οφειλομένην δι’ ευνοίας ώ δέδοκε σώζειν∙ ο δε αντοφείλων αμβλυτερος, ειδώς ουκ ες χάριν, άλλ’ ες οφείλημα την αρετήν αποδώσων». Και μόνον εμείς γενναίως βοηθάμε κάποιον, μάλλον όχι από υπολογισμό συμφέροντος, αλλά από πίστη στην ελευθερία.
 
(1).«έτερα». Από τη δομή τού κειμένου διαφαίνεται να υφέρπει έννοια αναφοράς σε ασχολίες μη ευθέως κατονομαζόμενες. 
(2).Το κυριότερο ίσως γνώρισμα τής Δημοκρατίας είναι η ελευθερία τού λόγου. Οι Σπαρτιάτες έπαιρναν τις αποφάσεις διά βοής, διότι πίστευαν ότι τα πολλά λόγια φθείρουν θεσμούς και ανθρώπους, αλλά και αποπροσανατολίζουν, πρέσβευαν το μεστό λακωνίζειν, και κατηγορούσαν τους Αθηναίους ως στωμύλους, δηλ. πολυλογάδες.
 
41.Συνοψίζοντας λοιπόν λέγω ότι και η πόλη στο σύνολό της (σε όλες τις δραστηριότητές της) είναι της Ελλάδος σχολείο, και σε μένα θα φαινόταν ότι καθένας από εμάς, ο ίδιος άνδρας, αυτάρκη θα μπορούσε να διαθέσει τον εαυτό του στις περισσότερες ίσως των δραστηριοτήτων και μάλιστα με ευστροφία και κομψότητα. Και ότι αυτά μάλλον δεν είναι κομπορρημοσύνη τής παρούσας στιγμής αλλά η αλήθεια τών έργων, το επισημαίνει η ίδια η δύναμη τής πόλης, την οποία αποκτήσαμε με αυτούς τους τρόπους. Διότι είναι η μόνη (πόλη) εκ τών νυν (υπαρχουσών) με την ανώτερη φήμη (όταν) εμπλέκεται σε επιχειρήσεις, και η μόνη (επίσης) που ούτε ο επιτιθέμενος αντίπαλος νοιώθει αγανάκτηση από ποίους κακοπαθεί(1), ούτε ο υπήκοος (έχει) παράπονο ότι όχι από άξιους διοικείται. Καταδείξαντες δε με τρανά τεκμήρια και όχι βέβαια χωρίς μαρτυρίες την δύναμη (τής πόλης), θα θαυμασθούμε και από τους σύγχρονους και από τους μεταγενέστερους, «μετά μεγάλων δε σημείων και ου δη τοι αμάρτυρόν γε την δύναμιν παρασχόμενοι τοις τε νυν και τοις έπειτα θαυμασθησόμθα», και ουδενός έχοντες προσέτι ανάγκην (για να θαυμασθούμε) ούτε Ομήρου υμνητή ούτε (άλλου) ο οποίος με λόγους μεν θα τέρψει το προσωρινόν, την έννοια δε τών επιτευγμάτων θα βλάψει η αλήθεια(2), αλλά (θα θαυμασθούμε) έχοντας αναγκάσει μεν κάθε ξηρά και θάλασσα να είναι προσβατή στην τόλμη μας, συγκατοικίσει(2) δε παντού με αιώνια μνημεία ατυχών και επιτυχών (επιχειρήσεων). Για τέτοια λοιπόν πόλη, και αυτοί εδώ (οι πεσόντες) κρίνοντες ως δίκαιο το να μη την στερηθούν ετελεύτησαν (τον βίον) μαχόμενοι γενναίως, και εκ των απομεινάντων εύλογο (είναι) κάθε ένας να θέλει να μοχθήσει υπέρ αυτής. 
 
(1).Δεν θα τους θεωρεί κατώτερους, αλλά ανώτερους του.
(2).Ανησυχεί μάλλον ο Περικλής – ή ο Θουκυδίδης- μήπως αμφισβητηθεί η αξιοπιστία τών λόγων του από υπερβάλλοντας την αλήθεια ύμνους κάποιου ευφάνταστου μεγαλόστομου ρήτορα. 
(3).Αναφέρεται στη δημιουργία οικισμών (συγκατοικίζω), δηλ. αποικιών και άλλων κατασκευών, όχι σε συγκατοίκηση (συγκατοικώ).
 
ΕΠΑΙΝΟΣ ΝΕΚΡΩΝ, ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΖΩΝΤΑΣ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΠΡΟΣ ΟΙΚΕΙΟΥΣ
 
42.Γι’ αυτό λοιπόν και μακρηγόρησα στα της πόλης, επισημαίνοντας μεν πως δεν είναι ίδιος ο αγώνας ο δικός μας με εκείνων(1) στους οποίους από αυτά (που εξύμνησα) ουδέν όμοιο υπάρχει, και συνάμα με τεκμήρια καταστήσας γνωστό το εγκώμιο προς αυτούς στους οποίους τώρα ομιλώ. Και περί αυτού (του εγκωμίου) έχουν λεχθεί τα περισσότερα· διότι τα όσα εγώ ύμνησα στην πόλη, αυτών εδώ και των ομοίων τους τα ανδραγαθήματα εστόλισαν, και όχι για πολλούς τών Ελλήνων θα φαίνονταν τα λόγια αντίστοιχα τών έργων όπως σε αυτούς εδώ. Νομίζω δε ότι η παρούσα αυτών εδώ απώλειά δηλώνει την αρετή τού άνδρα και ως αρχική ένδειξη και ως τελευταία επιβεβαίωση. Διότί και σε εκείνους που κατά τα άλλα (υπήρξαν) χειρότεροι, δίκαιο (είναι) να προέχει η ανδραγαθία στους υπέρ πατρίδος πολέμους· διότι έχοντας εξαλείψει το κακό με το καλό, περισσότερον από κοινού ωφέλησαν (κατά τη μάχη), παρά έβλαψαν με τις πράξεις τους (ως κακοί πολίτες), «και γαρ τοις τάλλα χείροσι δίκαιον την ες τους πολέμους υπέρ της πατρίδος ανδραγαθίαν προτίθεσθαι· αγαθώ γαρ κακόν αφανίσαντες κοινώς μάλλον ωφέλησαν ή εκ των ιδίων έβλαψαν». Από αυτούς δε ούτε κάποιος δείλιασε προτιμήσας την περαιτέρω απόλαυση τού πλούτου (του), ούτε (κάποιος) απέφυγε τα δεινά με την εκ τής φτώχειας (του) ελπίδα πως αν κι’ άλλο προσπαθούσε να ξεφύγει (από τη φτώχεια) θα επλούτιζε· εκλαβόντες δε την τιμωρία τών αντιπάλων ως πλεόν επιθυμητή από αυτά (τα εκ της ζωής οφέλη) και συνάμα θεωρήσαντες ως κάλλιστο τών κινδύνων αυτόν εδώ, θέλησαν με αυτόν (τον κίνδυνο), τους μεν (εχθρούς) να τιμωρήσουν, τα δε (οφέλη εκ της ζωής) να αφήσουν ως επιθυμία, αναθέσαντες μεν στην ελπίδα την επίτευξη καλής έκβασης τού αβέβαιου (της μάχης), απαιτούντες δε να εμπιστευθούν εαυτούς τους ίδιους στη μάχη για ό,τι ήδη έβλεπαν, και κρίναντες ως καλύτερο το να αμυνθούν και να υποστούν σε αυτή (τη μάχη) από το να σωθούν υποχωρώντας, το μεν όνειδος τής κατακραυγής διέφυγαν, την δε μάχη με τα κορμιά τους κράτησαν, και σ΄ένα τυχαίο κλάσμα χρόνου πάνω στο αποκορύφωμα τού θάρρους μάλλον παρά τού φόβου ανεχώρησαν (από τη ζωή), «και δι’ ελαχίστου καιρού τύχης άμα ακμή της δόξης μάλλον ή του δέους απηλλάγησαν».
 
(1).Στο πρώτο σκέλος τής παραγράφου ο υπαινιγμός προφανώς στοχεύει τους Σπαρτιάτες. Στο δεύτερο διαφαίνεται κομπασμός τις, δίκαιος βέβαια, συνεπικουρούμενος ίσως από το σκεπτικό πως ο προς τους νεκρούς ύμνος και προς την πατρίδα ύμνος είναι. 
 
43.Και αυτοί μεν εδώ, όπως αρμόζει στην πόλη, τέτοιοι ανεδείχθησαν· οι δε υπόλοιποι πρέπει να εύχεσθε πιο ακίνδυνο μεν (να είναι για εσάς) το φρόνημα, κατ’ ουδέν δε ατολμότερο να απαιτείτε (να είναι) έναντι τών εχθρών, μη αποβλέποντας στην από τα (καλά) λόγια μόνον ωφέλεια, την οποία κάποιος θα εμεγέθυνε προς εσάς που την γνωρίζετε ούτε κατ΄ελάχιστον ολιγότερο, λέγοντας πόσα αγαθά ενυπάρχουν στην απόκρουση τών εχθρών, αλλά μάλλον παρατηρώντας τήν καθ΄ημέραν εν τη πράξει δύναμη τής πόλης και αγαπώντας αυτήν (την πόλη) με πάθος, και ενθυμούμενοι όταν σας (φανεί) πως είναι πλήρης δόξης πως αυτά τα απέκτησαν άνδρες με τόλμη και επίγνωση τών δεόντων, και με αίσθημα εντροπής (στο να δειλιάσουν) κατά την μάχη, και απαίτηση (από τον εαυτό τους) όταν και λάθος έπρατταν να μη στερήσουν λοιπόν και την πόλη τής δικής τους βέβαια ανδρείας, αλλά να την προσφέρουν ως άριστη συνεισφορά. Διότι έχοντας από κοινού προσφέρει τα σώματα (στη μάχη), ελάμβαναν κατ΄ιδίαν τον αγήραστον έπαινον και τον ενδοξότατον τάφον, όχι αυτόν τόσο στον οποίο κείνται, όσο αυτόν στον οποίον η δόξα τους αιωνίως σε κάθε ευκαιρία και με λόγια και με έργα (τελετές) αείμνηστη παραδίδεται (ως κληρονομία). Διότι τών επιφανών ανδρών τάφος (μπορεί να είναι) κάθε γή, «Ανδρών γαρ επιφανών πάσα γή τάφος» και δεν το δηλώνει μόνο μία επιγραφή σε στήλες στην οικεία (γη), αλλά και στην μην ανήκουσα (στην οικεία) κατοικεί στον καθένα μνήμη άγραφη τού φρονήματος μάλλον παρά του επιτεύγματος(1). Εσείς τώρα έχοντας θαυμάσει αυτούς και κρίνει ότι ευτυχία είναι η ελευθερία, και ελευθερία η ανδρεία, να μην αποφεύγετε τους κινδύνους τού πολέμου, «Ούς νυν υμείς ζηλώσαντες και το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους». Διότι από τους δυστυχούντας δεν θα ήταν πιο αναμενόμενο να μη φείδονται τής ζωής εκείνοι για τους οποίους δεν υπάρχει ελπίδα καλυτέρευσης, αλλά εκείνοι για τους οποίους υπάρχει κίνδυνος μεταβολής στη ζωή τους επί τα χείρω και για τους οποίους μάλιστα η διαφοροποίηση μεγάλη, αν σε κάτι σφάλουν. Διότι στον άνδρα που έχει βέβαια φρόνημα πιο οδυνηρός είναι ο εκ δειλίας ευτελισμός, παρά ο μετά γενναιότητος και κοινής συνάμα ελπίδος επερχόμενος ανεπαίσθητος θάνατος, «Αλγεινοτέρα γαρ ανδρί γε φρόνημα έχοντι η μετά του μαλακισθείναι κάκωσις ή ο μετά ρώμης και κοινής ελπίδος άμα γιγνόμενος αναίσθητος θάνατος». 
 
(1).Η δόξα των πεσόντων στον Μαραθώνα, στις Θερμοπύλες, κ.ά., ζεί στους αιώνες στη μνήμη όλων τών λαών της γής. Χωρίς όμως το φρόνημα τών μαχητών, ο χώρος τής μάχης από μόνος του μάλλον δεν θα σήμαινε πολλά. 
 
44.Γι’ αυτό και τους γονείς αυτών εδώ τώρα, όσοι παρευρίσκεσθε, μάλλον δεν θρηνώ, αλλά θα παρηγορήσω. Διότι γνωρίζουν ότι έζησαν μέσα σε κάθε λογής κακοτυχίες· η ευτυχία όμως (βρίσκεται σε εκείνους), οι οποίοι, όπως αυτοί μεν τώρα, θα είχαν την τύχη τού πλέον ευπρεπούς θανάτου, εσείς δε (της πλέον ευπρεπούς) λύπης, και σε εκείνους (βρίσκεται η ευτυχία) που και όταν ευδαιμονούσε η ζωή (τους) και όταν ετελεύτησε, ομοίως ισοζυγίστηκε. Γνωρίζω βέβαια ότι είναι δύσκολο να πείσω κάποιον που θα έχει αναμνήσεις περί αυτών (των πεσόντων) και πολλές φορές μάλιστα (βλέποντας) τις των άλλων ευτυχίες, τις οποίες κάποτε και σεις απολαμβάνατε· και λύπη (νοιώθει) κάποιος όχι για αγαθά που θα εστερείτο χωρίς να έχει δοκιμάσει, αλλά για εκείνο (το αγαθό) που έχοντας συνηθίσει θα του αφαιρείτο, «και λύπη ουχ ών αν τις μη πειρασάμενος αγαθών στερίσκηται, αλλ’ ού αν εθάς γενόμενος αφαιρεθεί». Πρέπει δε να δείξετε καρτερικότητα με την ελπίδα και άλλων παιδιών, όσοι έχετε ακόμη ηλικία να τεκνοποιήσετε· διότι αυτοί ιδίως που θα γεννηθούν, και λησμονιά τών απόντων θα γίνουν σε μερικούς, και στην πόλη διττώς θα συνεισφέρουν, και με το να μην ερημωθεί και με το να είναι ασφαλής· διότι όχι όμοια και ίσα ή δίκαια σκέπτονται για κάτι, όσοι δεν (έχουν) και (όσοι έχουν) παιδιά, αν κινδυνεύσουν τιθέμενοι κάτω από όμοιες συνθήκες, «Ου γαρ οίον τε ίσον τι ή δίκαιον βουλεύεσθαι, οί αν μη και παίδας εκ του ομοίου παραβαλλόμενοι κινδυνεύωσιν». Όσοι δε πάλι γίνατε παρήλικες, θεωρείστε ως κέρδος και την περισσότερη ζωή (σας), αυτή που (μέχρι τώρα) ευτυχούσατε, και τη σύντομη που θα ακολουθήσει, και ανακουφισθείτε με τη δόξα αυτών εδώ. Γιατί μόνο το φιλότιμο δεν γερνάει, «το γαρ φιλότιμον αγήρων μόνον», και στη μάταιη γεροντική ηλικία μάλλον δεν τέρπει η απόκτηση κέρδους, όπως λένε μερικοί, αλλά το να σε τιμούν.  
45.Για τα παιδιά δε πάλι ή τα αδέλφια αυτών εδώ όσα παρευρίσκεστε βλέπω μεγάλο τον αγώνα (διότι αυτόν που δεν υπάρχει καθένας κατά συνήθεια επαινεί «τον γαρ ουκ όντα άπας είωθεν επαινείν») και αν με δυσκολία τους υπερβείτε σε ανδρεία δεν θα κριθείτε όμοιοι, αλλά λίγο κατώτεροι. Διότι στους ζωντανούς (υπάρχει) φθόνος γιά τον αντίπαλο, όποιος όμως δεν είναι εμπόδιο τιμάται χωρίς διάθεση ανταγωνισμού, «φθόνος γαρ τοις ζώσι προς το αντίπαλον, το δε μη εμποδών ανανταγωνίστω ευνοία τετίμηται». Αν δε εγώ πρέπει να μνημονεύσω κάτι και για τη γυναικεία αρετή, σε όσες τώρα θα είναι χήρες, με μία σύντομη παραίνεση όλα θα επισημάνω· Διότι και το να μη φανείτε κατώτερες τής υπάρχουσας φύσης (σας) για σας μεγάλη (θα είναι) η υπόληψη, και αυτής που λιγότερο θα (ακουγόταν το όνομα) μεταξύ τών αρσενικών, είτε για καλό είτε για κακό, τιμή θα ήταν.
 
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
46.Εκφώνησα και εγώ λόγο σύμφωνα με το νόμο γιά όσα έκρινα προσήκοντα, «Είρηται και εμοί λόγω κατά τον νόμον όσα είχον πρόσφορα», και εμπράκτως οι θαπτόμενοι με αυτά μεν έχουν ήδη τιμηθεί, με άλλα δε η πόλη θα αναθρέψει τα παιδιά τους δημοσία δαπάνη, από τώρα και μέχρι της εφηβείας, θεσπίσασα ωφέλιμον αγώνων έπαθλο, και για αυτούς εδώ (τους πεσόντας) και για τους εναπομείναντας αυτών εδώ· διότι εκεί που υφίστανται έπαθλα ανδρείας μεγάλα, εκεί δε και άνδρες άριστοι μετέχουν στην πολιτική ζωή(1), «άθλα γαρ οις κείται αρετής μέγιστα, τοις δε και άνδρες άριστοι πολιτεύουσιν». Τώρα δε, έχοντας θρηνήσει καθένας τον δικό του, πηγαίνετε (άπιτε). 
 
(1).Με δεδομένο το ότι ο Περικλής θεωρεί τους μη μετέχοντας στα πολιτικά ως άχρηστους, εύλογον είναι να θέλει να εκθειάσει τους συμμετέχοντας στα κοινά.  
 
Αχιλ. Σ. Ξανθουλέας
Dott. Πολ. Μηχανικός
M.Sc. Υδραυλικός-Υδρολόγος Μηχανικός 
τ. Τομεάρχης ΔΕΗ – Ίλαρχος ε.α.  
 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.