Περιδιαβάζοντας τη Μάνη

Περιδιαβάζοντας τη Μάνη

Ποίημα του Δημήτρη Πουλημενάκου

Φωτογραφία: Φ. Καζάζης

 

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΜΑΝΗ

Τη Μάνη περιδιαβάζοντας, σαν άλλος Παυσανίας,

ξεκίνησα απ’ το Ταίναρο, τα άδυτα του Άδη,

του Ποσειδώνα το Ιερό, ακρόβραχο της Μάνης.

Ο στοχασμός μου χάνεται σε μύθους και σε θρύλους

σε Δράκους και σε Πειρατές που λήστευαν τον τόπο

και σε Νεράϊδες του γιαλού που αφέντευαν τη Μάνη.

Προσκύνημα και Προσευχή σ’ αυτόν τον άγιο τόπο,

το πέρασμα στα Ιερά του Ταίναρου τα βράχια.

Φασκομηλιά να μυριστείς, ρίγανη και θυμάρι.

Ανέβηκα και στο Σαγιά στην πιο ψηλή κορφή του.

Είδα τη Μάνη ολόκληρη τη Μέσα και την Έξω

κι έστειλα χαιρετίσματα σε Κρήτη και Τσιρίγο.

Χάνεται το βλέμμα σου στη μνήμη την αρχέγονη,

σε μύθους και σε ήρωες στου Πύριχου τα πλάγια,

στα Κάστρα τα θεόκτιστα της πέρα Κελεφάς.

 

Πέτρα με πέτρα στη σειρά, η γη σου Ανδρογέννα,

κάθομαι και στοχάζομαι Μανιάτης ταπεινός:

 

“Πατρίδα, Πίστη κι Αρετή

η πέτρα σου μυρίζει

που τη λαξεύουν τα παιδιά,

όπου της Γης Μανιάτες”.

 

Δάκρυ ελιάς η πέτρα σου και θρήνος τα βουνά σου,

παιάνες για τα τέκνα σου στο πέρασμα του χρόνου,

χίλια στεφάνια δάφνινα της Μάνης μοιρολόγια,

Θούριοι, Ύμνοι Εθνικοί για την Ελευθερία.

 

Ύστερα στον Ταϋγετο πήγαν τα βήματά μου

κι είδα από εκεί ψηλά, χωριά και πολιτείες.

Είδα τα Κάστρα τ’ Αλμυρού, τους Πύργους της Αβίας,

της Καρδαμύλης εκκλησιές, μπαρουτοβολισμένες.

Σαν ευλαβής προσκυνητής στο Μέγα Μοναστήρι,

της Παναγιάς της Γιάτρισσας μπήκα για προσευχή.

Ανοίγουν τα ουράνια, νιώθεις κι εσύ Θεός.

Η Γιάτρισσα προστάτιδα όλων των Μανιατών.

Τ’ αγέρι του Ταϋγετου σμίγει με υμνωδία

και άρωμα απλώνεται λιβάνι και θυμάρι,

ύμνος στη Θεομήτορα της μέλισσας τραγούδι.

Και από τον Ταϋγετο φεύγω με μιαν ευχή:

 

“Το Ρόδο το Αμάραντο

από ψηλά να σκέπει

όλου του κόσμου τα παιδιά

και τα παιδιά της Μάνης”.

 

Στα κακοτράχαλα βουνά, τα μαύρα του Πολυαράβου

κάθησα κι αφουγκράστηκα να δω τι θα μου πουν:

 

“Αντιλαλούν οι ρεματιές

και σειούνται τα ρουμάνια,

τα βράχια τα απόκρημνα, 

οι αετοφωλιές.

Οι μοναχοί τα Σήμαντρα

χτυπούν στα μοναστήρια

και οι παπάδες στα χωριά

χτυπάνε τις καμπάνες.

Η Μάνη αντιστάθηκε

στου Ιμπραήμ τ’ ασκέρι.

Εδώ κατατροπόθηκαν

τα στίφη τα εχθρικά” .

 

Και στο Δυρό κατέβηκα, πήγα στο Ακρογιάλι,

να δω Μανιάτισσες τρανές, να δω και τα δρεπάνια,

που πέταξαν στη θάλασσα του Ιμπραήμ τ’ ασκέρια.

 

“Αιώνιο Προσκύνημα

όλων των Μανιατών.

Αιώνιος ο θαυμασμός

όλων των Γενεών”.

 

Όλοι με καλοδέχτηκαν, με την καλή καρδιά τους.

Με πήγανε στους Πύργους τους κι άλλοι στα φτωχικά τους.

Μου έδειξαν τα «έχη» τους, μου ‘δειξαν τη σοδειά τους:

Κρασί απ’ τα αμπελάκια τους και μέλι θυμαρίσιο.

Το λάδι και το σύγκλινο μεσ’ τα βαθιά πιθάρια.

 

“Νοικοκυραίοι άνθρωποι

ολόθερμοι πατριώτες

Μανιάτες με το όνομα

και με υ π ο γ ρ α μ μ ή” .

 

Κατέβηκα στα Σπήλαια, μέσα στους σταλακτίτες

κι αντάμωσα με τους Θεούς, με Δράκους και Νεράιδες.

Σε πιάνει δέος! Θαυμασμός! σαν βλέπεις τα παλάτια,

τη Μάνα τη Μανιάτισσα σε θρόνο καθισμένη.

Γλυπτά αριστουργήματα, έργα της θείας φύσης.

 

Πήγα στα πανηγύρια τους, πήγα και στις χαρές τους,

Μανιατοπούλες λυγερές να μπαίνουν στο χορό,

με φορεσιές Μανιάτισσας ζωσμένες τα δρεπάνια,

με τις δαντέλες στις ποδιές πανέμορφες κυράδες.

 

“Σύμβολα του αγώνα τους

για το δικό τους τόπο.

Σύμβολα του αγώνα τους

για την Ελευθερία”.

 

Κι απ’ το Δυρό στο Οίτυλο εκεί κατά το δείλι,

αντίκρυσα μια ζωγραφιά ν’ απλώνεται στην πλάση,

σα ν’ αγκαλιάζει η Παναγιά τη Μάνη πέρα ως πέρα.

Της αμφιλύκης χρώματα, του ήλιου οι ανταύγειες.

 

Περνώντας από το Βαχό είπα να ξαποστάσω

κι από του Πόρου τις πηγές κρύο νερό να πιω.

Βγάζω κι απ’ το δισάκι μου ψωμί, ελιές, σταφύλια

που μου ‘δωσαν οι φίλοι μου από τη Μέσα Μάνη.

 

“Nοικοκυραίοι άνθρωποι

φιλόξενοι πατριώτες

Μανιάτες με το όνομα

και με υ π ο γ ρ α μ μ ή” .

 

Κι όταν στο Γύθειο έφτασα... προτίμησα να μείνω...

στην πόλη την ηλιόλουστη, στην πόλη με τα φώτα,

στην πόλη των Ακαδημαϊκών, στην πόλη των Γραμμάτων.

Στην πόλη που σεργιάνισε ο Πάρις την Ελένη,

στην πόλη που ερωτεύτηκα, την πόλη που αγαπάω.

 

Γύθειο , πόλη της Έριδας, Θεών και Ημιθέων,

του Ηρακλή, του Απόλλωνα και του Ολύμπιου Δία,

της Αθηνάς, της Αρτέμιδας, του Κάστορα, του Ερμή

να διεκδικούν τον κτήτορα, ποιος θα τη διαφεντεύει.

 

Ηλιόλουστη και σήμερα παλιά πόλη και νέα,

όλη να καθρεφτίζεται στου λιμανιού τη γυάλα.

 

Λαμπρό Λιμάνι του Μωριά και καύχημα της Μάνης!

 

Γύθειο – Φεβρουάριος 2015

 

Δημήτριος Πουλημενάκος

Υποστράτηγος ε.ά.

 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.