Ο Πρέσβης, ο Δάσκαλος και η τσάντα Gucci

Ο Πρέσβης, ο Δάσκαλος και η τσάντα Gucci

Του Βασίλη Π. Πατρικάκου 

  Ήταν η ώρα του ανθρώπινου βιολογικού καθησυχασμού αλλά το ρολόϊ της Πόλης ήταν κακοκουρδισμένο τα τελευταία χρόνια. Οι δαιμονισμένοι ρυθμοί της είχαν επεκτείνει το χρόνο τους και οι νεόπλουτοι κάτοικοί της πάσχιζαν να αποδείξουν ότι το κοσμικό της ρολόϊ είχε αλλάξει τον ντορό του για να χαζοξενυχτούν οι άνθρωποι ως το πρωϊ και να βλακοκοιμούνται την ημέρα.

 

          Αποκαμωμένος ο Παναγιώτης ένας ειδικευόμενος γιατρός, καθόταν σ΄ ένα ξεμπασκωμένο γραφείο των Εξωτερικών Ιατρείων της Εφημερίας και πάσχιζε να κουρτίσει διαφορετικά το βιολογικό του ρολόι στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα για να αναγκάσει τα επινεφρίδιά του αντί για κορτιζόλη να παράγουν κατεχολαμίνες, προκειμένου να κάνει το αποκάμωμά του δυναμική. Τόχε μάθει  καλά το ποίημα της ανάγκης στην ιατρική και γνώριζε τι χρειαζόταν να κάνει για να γεμίσει με διάθεση τους συσσωρευτές της ψυχής του προκειμένου να αντιμετωπίσει το καινούργιο γιουρούσι της ανάγκης των ανθρώπων, οι οποίοι είχαν κατακλίσει όλα τα κρεβάτια των Εξωτερικών Ιατρείων, τα φορεία, ακόμα και τα καθίσματα των διαδρόμων, τους οποίους κάποιοι φωστήρες ειδήμονες σχεδιαστές των καινούργιων ηθών, τους είχαν μετατρέψει σε χώρους υποδοχής της αρρώστιας.

 

          Οι αποδεκατισμένοι γιατροί τρέχανε πανικόβλητοι από φορείο σε φορείο για να πληροφορηθούν το πρόβλημα του κάθε ξαπλωμένου, στο λεπτό τον έγδυναν για να τον εξετάσουν πρόχειρα ενώ ο διπλανός του έντρομος διαπίστωνε άκομψα πως εδώ πούχε έλθει ήταν νόμος να αποβάλλει όσο πιο γρήγορα μπορούσε το αντανακλαστικό της αιδούς του,  σε αντίθεση με την φύση που το εγκαταλείπει τελευταίο.

 

Αφού οι νεόπλουτοι φωστήρες της καινούργιας άρχουσας τάξης οι οποίοι σχεδίασαν τα νοσοκομεία του ανατέλλοντα αιώνα ξεκίνησαν τον σχεδιασμό τους από την βιτρίνα, από τα φρου-φρου και τα αρώματα, φτιάχνοντας πρώτα τα γραφεία και τις αίθουσες των συμβουλίων στις οποίες εξασφαλιζόταν το μερδικό του καθενός στην ρεμούλα και όταν ήλθε η ώρα των ασθενών διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε ούτε χώρος  μήτε χρήμα να φτιαχτούν οι χώροι στους οποίους η αθλιότητα δεν θα ξεπερνούσε ακόμα κι εκείνη της αρρώστιας.

 

 Ένας νεαρός γιατρός ζήτησε σε μια γραία που ήταν τυλικωμένη με μια μαύρη τσεμπέρα και με μια κεντημένη ποδιά η οποία θύμιζε νησιώτικη φορεσιά που ερχόταν από τα παλιά, να γυρίσει στο πλάϊ για να της κάνει δακτυλική εξέταση. Δεν εννόησε η γιαγιά ότι η δακτυλική εξέταση σήμαινε το ξεγύμνωμά της στην μέση του Πουθενά, που για όλους ήταν ο κόσμος των Εξωτερικών Ιατρείων, αλλά όταν της το εξήγησε ο γιατρός βιαστικά η γριά βγήκε από τα ρούχα της.

 

« Τι λές ρε ζεβζέκι.....εμένα δεν με άγγιξε ο άντρας μου στον πάτο.....θ΄ αφήσω εσένα; Στο διάολο να πας εσύ και η ιατρική σου....».

 

Παραδίπλα κοιλιόρευε ένας νεαρός μελαμψός, γερμένος στο πλάϊ πάνω σ΄ ένα φορείο με λυγισμένα τα γόνατά του στην κοιλιά του βογγούσε και κάθε τόσο έβγαζε και κάποια γουλιά εμετό και με το μανίκι του σκουπιζόταν.

 

Κάποιοι συγγενείς με αγωνία κάθε τόσο έμπαιναν για να μάθουν κάτι για τον δικό τους άνθρωπο και ο σεκιουριτάς που δήθεν επιμελείτο την τάξη έκανε ότι προσπαθούσε να τους εμποδίσει. Οι γιατροί απειλούσαν ότι θα πάψουν να εξετάζουν τους αρρώστους αν δεν αποχωρούσαν οι επισκέπτες από το χώρο στον οποίο τους εξέταζαν, διότι όπως τους έλεγαν δεν ήταν δυνατόν να είναι γυμνοί σε κοινή θέα και τότε ξέσπαγε ένας κακός χαμός, όταν κάποιος είχε μάτια και συμπέραινε την αγωνία των γιατρών για υποκρισία.

 

Κάποτε τα πράγματα ηρέμησαν. Ο Παναγιώτης παρήγαγε τις κατεχολαμίνες του   και ρώτησε έναν Αφρικανό συνειδικευόμενό του γιατρό, αν είχε καλέσει τον «Δάσκαλο», τον υπεύθυνο διευθυντή χειρουργό της εφημερίας, να κατέβει στα ιατρεία προκειμένου να αποφασίσει ποιοι ασθενείς θα εισαχθούν για να χειρουργηθούν και ποιοι θα πάνε σπίτι τους για θεραπεία.

 

Ο Αφρικανός συνειδικευόμενός του γιατρός που βολόδερνε ανάμεσα στα φορεία και είχε χάσει τον μπούσουλα πλησίασε τον Παναγιώτη και με ύφος «καταξιωμένο» του είπε τάχα την άποψή του για τον Παγκιστανό που ξερνοβολούσε πάνω στο φορείο.

 

«Δεν μου έμεινε χρόνος να τους εξετάσω όλους αλλά ο αράπη στο φορείο που κάνει μετό, πονάει κοιλιά του και θέλει του βάλλει ορό. Γαστρεντερίτι θάχει ο μαλάκα» έκανε την διατύπωση και απομακρύνθηκε γυροβολόντας ανάμεσα στα φορεία και εξαφανίστηκε. Ο Παναγιώτης διερωτήθηκε μέχρι που φθάνει ο ανθρώπινος ρατσισμός. Ο συνειδικευόμενός του Αφρικανός ήταν Σουδανός, ο ξαπλωμένος στο φορείο μελαμψός, ήταν Παγκιστανός και ο γαϊδαρος σκέφθηκε έβριζε τον πετεινό κεφάλα, αν το χρώμα ήταν το κριτήριο του. Όμως συμπέρανε σιωπηλά πως στην ανθρώπινη σκέψη το χρώμα δεν είναι διαχωρισμός αλλά η μισαλλοδοξία της. Αυτό που λέμε συναισθηματικό κενό της ψυχής του καθενός μας, η αδυναμία τέλος πάντων του «διακονιάρη να δει τα πισινά του σακούλια, όσο επιμένει να βλέπει μόνο τα μπροστινά του».

 

Κούνησε το κεφάλι του ο Παναγιώτης απότομα δεξιά και αριστερά σαν να ήθελε να κατακάτσει ο κουρνιαχτός πουχε σηκωθεί στο μυαλό τουαπό την παρόλα του Σουδανού Ταγκ και όταν έφυγε η θολούρα από την σκέψη του, μέσα από την  λήθη της σκέψης του αναδύθηκε μια θύμηση που ήταν η ρομαντική νεανική του εμπειρία.

 

 Όταν ήταν φοιτητής, παρακολουθούσε τις εφημερίες κάποιου «παρακμιακού Νοσοκομείου», όπως το είχαν τοποθετήσει στον χώρο οι σχεδιαστές της υγείας, το οποίο είχαν ονομάσει έτσι απαξιωτικά επειδή σ΄ αυτό οι εργαζόμενοι αντιστεκόντουσαν στην «νέα τάξη των πραγμάτων». Δεν είχαν προλάβει να μπούν οι κατ΄ αυτούς «σιφιλασμένοι» στον νέο πλουτίστικο κόσμο της σύγχρονης λογικής αλλά και της καινούργιας ανθρώπινης συναισθηματικής παρακμής και της νέας διαστροφικής άποψης πως ο άνθρωπος γέγονε ο Θεός της όγδοης ημέρας της δημιουργίας και συνεπώς μπορούσε να διαχωρίζει την ανθρώπινη φύση σε κάστες ταξικές ανάλογα μετ α οικονομικά τους κουμάντα.

 

Δεν είχαν όμως εννοήσει οι άφρονες ότι αυτούς τους «περιθοριακούς» εργαζόμενους δεν τους είχε γεννήσει νεροχύτης,  αλλά μανάδες όπως και αυτούς, οι οποίες όμως είχαν μπει στην ψυχοσύνθεση του ανθρώπου που τον είχε περιθοριοποιήσει η δοξασία της γκετοποίησης στην κολητική αρρώστεια, αφού  είχαν έλθει σε επαφή μαζί τους αλλά δεν κόλησαν ούτε λέπρα, ούτε ηπατίτιδα. Έτσι είχαν αποκαλύψει αυτές εμπειρικά πολύ πριν από τους γιατρούς πως τα νοσήματα είναι δοξασίες και οι αρρώστειες στραβαρμενίσματα μιας κοντοπόδαρης λογικής η οποία μας παραπλανά πως η αρχή αυτού που θα μας συμβεί δεν είναι δική μας  συναισθηματική και λογική δυσαρμονία αλλά  μια κατάρα ή μια δοκιμασία του Θεού των επτά ημερών της Δημιουργίας.

 

Γι΄ αυτό αυτοί οι εργαζόμενοι είχαν διασωθεί από την σύγχρονη ρεβή πραγματικότητα που ήθελε την υγεία να εκφράζεται σε «λίγδα» σε αυτό που λέμε τιμή, αλλά σε συμπόνοια στον διπλανό μας και όπως όλα τα αγαθά έτσι και η υγεία διαθέτει κι΄ αυτή μόνο αξία.

 

 Έτσι αυτοί οι εργαζόμενοι δεν ήταν αιθεροπαραπλανημένοι αλλά πραγματιστές. Είχαν διασωθεί άλλοι επειδή είχαν την τύχη νάναι κάτοικοι αυτής της  υποβαθμισμένης περιοχής, στην οποία δεν είχαν διαβρωθεί τα ήθη των ανθρώπων από τον νεοπλουτίστικο νεοταξικό σχεδιασμό, γι΄ αυτό δεν θεωρούσαν την αρρώστεια στίγμα σε αντίθεση με αυτούς είχαν σχεδιάσει την «νεοταξική» αντίληψη των πραγμάτων οι οποίοι κατηγοριοποιούσαν τις νόσους και γκετοποιούσαν τους ανθρώπους. Άλλοι πάλι  διασώθηκαν συνειδητά επειδή ήθελαν να σταματήσει κάποτε ο κατήφορος της ανθρώπινης λογικής που είχε μέτρο την μεροληψία και ήθελαν τα αγαθά της ζωής όσο γινόταν πιο γρήγορα να πιστοποιηθούν στις ανθρώπινες συνειδήσεις πως δεν έχουν τιμή διαθέτουν όμως για όλους τους ανθρώπους την ίδια αξία.

 

Έτσι σ΄ αυτό το Νοσοκομείο οι εργαζόμενοι έγιναν «ιδιοτελείς» και ήθελαν να παίρνει ο κόπος τους πάντα αξία πιάνοντας τόπο ακόμα και η πιο μικρή τους προσπάθεια.

 

 Έτσι εργάζονταν συνειδητά κόντρα στο κύμα και σιγά-σιγά συνήθισαν να κάνουν απλά αυτό που σπουδαγμένοι το λένε αλληλεγγύη και ο άλλος κόσμος ανθρωπιά. Δηλαδή με πυξίδα τους, την ιδιότητα του ανθρώπινου είδους, την ανθρωπιά και στο τέλος κατάφεραν και έκαναν την καλοσύνη μπούσουλα της σκέψης τους και πέτυχαν αυτό που συμβαίνει στο βασίλειο της φύσης. Η ανθρωπιά να ξεχωρίζει τον άνθρωπο από το ζωικό βασίλειο και να το αναγορεύει σε πνευματικό όν, όταν καταφέρνει να εκφράζεται συναισθηματικά και όχι μέσα από τα ένστικτά του, αλλά μέσω της αρετής των αρετών του, την καλή καρδιά, να καταφέρνει γύρω του να απλώνει ομορφιά.

 

Οι εργαζόμενοι λοιπόν του «παρακμιακού Νοσοκομείου» δεν είχαν κανόνες, δράση ούτε κλισέ συμπεριφοράς. Γι΄ αυτό άλλαζαν κατά το φαγούμενο το πηρούνι του μόχθου τους ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής και τα ζητούμενα της στιγμής.

 

Την περίοδο που ο Παναγιώτης ως φοιτητής μυείτο στην τέχνη άσκησης της ιατρικής, η ανάγκη της σ΄ αυτό το «παρακμιακό Νοσοκομείο» απευθυνόταν στην περίθαλψη προσφύγων της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Κατά κύμματα ερχόντουσαν στην υποβαθμισμένη αυτή περιοχή που βρισκόταν το «Νοσοκομείο της Παρακμής» άνθρωποι που είχαν γλιτώσει από την γενοκτονία του εμφυλίου της Ρουάντα, από το μακελιό του Σαντάμ Χουσείν και από το λεπίδι των κατακτητών και των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν και την Γιουγκοσλαβία.

 

Ο όρος προσφυγιά δεν μπορούσε να αποδώσει την φρίκη που είχαν βιώσει   αυτοί οι άνθρωποι που είχαν οδηγηθεί σαν τα απολωλότα πρόβατα στις κρεατομηχανές της κυμαδοποίησης των συνειδήσεών τους, των ψυχών τους και των σωμάτων τους, γι΄ αυτό και ασυνείδητα οι  εργαζόμενοι είχαν την φαεινή ιδέα να τους αποκαλούν «Πρέσβεις». Αφού αυτά τα ανθρώπινα ψυχικά και σωματικά ράκη της νεοταξικής απάνθρωπης στάσης άθελά τους είχαν γίνει πρεσβευτές μιας αλήθειας, μιας πληροφορίας και μιας συνειδησιακής αποκάλυψης. Πως στον κόσμο των ανθρώπων οι λίγοι σχεδιάζουν τον ρούν των πολλών στο παρασκήνιο επειδή θέλουν αυτοί να είναι οι δακτυλογράφοι της Ιστορίας. Όμως οι αυτοανακυρηγμένοι ως «επαείοντες» δεν γνωρίζουν ούτε ποτέ να εννοήσουν όσο θα ζούν πως η ιστορία δεν γράφεται αλλά περιγράφεται μέσα από τους θρύλους και τους μύθους, οι οποίοι αχνά διηγούνται το ασυνείδητο των πολλών, στο βάθος όχι των γενεών αλλά της αιωνιότητας.

 

Άκουγε ο Παναγιώτης για τους «πρέσβεις», του άρεσε ο όρος, τον είχε εννοήσει ως τίτλο ή θύμηση της ανθρωπιάς μερικών και συγχρόνως της ανθρωπιάς αλλουνών και όταν σήκωσε το τηλέφωνο γαι να ενημερώσει τον Διευθυντή του για τα τρία περιστατικά που βρισκόντουσαν υπό εκκρεμότητα στα φορεία της Εφημερίας, από συνήθεια του είπε «Δάσκαλε, έτσι τον αποκαλούσαν ειρωνικά οι ειδικευόμενοί του επειδή ήταν δάσκαλος της αρπαχτής και της λοβιτούρας στα πελατάκια, έχουμε ένα «Πρέσβυ» με περιτονίτιδα από διάτρηση σκωλικοειδούς, έναν κωλικό χοληφόρων και μία οξεία σκωληκοειδίτιδα. Θα έλθετε να τους δείτε ή θα προχωρήσω σε εισαγωγές;»

 

Όταν άκουσε ο δάσκαλος τον όρο «Πρέσβυς» τα μάτια του πήραν το χρώμα του χρυσαφί ήλιου. «Μα παιδί μου τι τον έχεις τον άνθρωπο πάνω σε φορείο με περιτονίτιδα....έρχομαι αμέσως να τον δώ γαμώ την πίστη μου...»

 

Ξαφνιάστηκε ο Παναγιώτης με την απρόσμενη προθυμία του δασκάλου ο οποίος ούτε με κλωτσιές δεν φιλοτιμείτο να κατέβει στην εφημερία και χαζοχαμογέλασε με απορία.

 

Σαν άνεμος τυφώνα μπήκε στα Εξωτερικά Ιατρεία της Εφημερίας ο δάσκαλος, αγουροξυπνημένος με μια λευκή ποδιά που του έφτανε κάτω από τα γόνατα του στραβοκουμπωμένη με τα μισά της κουμπιά ακούμπωτα και μια φράντζα μαλλιά στο κεφάλι του που κρεμόταν στο πλάϊ αντί να σκεπάζει τα αδειανά του βρεγματικά και με ύφος κάμποσων καρδηναλίων αλλά και με βιά, όπως οι λίβας ισοπεδώνει τα σπαρτά, ρώτησε τον Παναγιώτη, «που είναι ο Πρέσβυς παιδί μου; Τον έχεις τον άνθρωπο μέ περιτονίτιδα στα Εξωτερικά Ιατρεία......».

 

 Ο Παναγιώτης πήγε βιαστικά στο φορείο που κοιλιόρεβε ο φουκαράς ο Παγκιστανός και ο δάσκαλος φρένιαξε, όταν διαπίστωσε ότι ο θησαυρός που του είχε τάξει η τύχη του εκείνο το βράδυ του είχε βγεί  άνθρακας. Στάθηκε κάμποσες στιγμές ακίνητος σαν όρθιος εμετός, όπως τον περιγράφουν οι διαφωνούντες με την κοσμοθεωρεία του ειδικευόμενοι μαθητές του, τους οποίους ο δάσκαλος τους αποκαλούσε μαλακορομαντικούς αφού είχαν την εντύπωση ότι η Ιατρική Τέχνη ειναι μπουρμπούτσαλα. Μια ουτοπική δηλαδή Πρακτική που θέλει τον γιατρό να μπορεί να τον γδαίρνει ο υδραυλικός, να τον εκμεταλλεύεται ο μηχανικός αλλά αυτός να το παίζει μαλάκας. Εδώ ολόκληρος Ιπποκράτης έλεγε στον όρκο του ότι είναι ανομία να γίνει γιατρός μη γιατρού γυιός και ο κάθε «μαλακισμένος» νεαρός θα δίδασκε στον παππού του, δηλαδή σε αυτόν και να του λέει ποιά είναι τα σύνορα της νομιμότητας και ποιά της ανομίας. Να σε φοβούνται οι πούστηδες...... οι άρρωστοι, ήταν η άποψή του, διότι τα αρχίδια δεν θα σε εκτιμήσουν ποτέ αν δεν νοιώσουν πόνο στην τσέπη τους.

 

Μετά σαν το θηρίο στο κλουβί  άρχισε να βηματίζει γύρω-γύρω από το φορείο του φουκαρά του Παγκιστανού και απευθυνόμενος με οργή στον Παναγιώτη τον πέρασε από «σκύλου κώλο» που τον είχε φέρει, όλοκληρο Διευθυντή να δει, έναν μαλάκα λαθρομετανάστη ο οποίος έτρωγε του κάθε Έλληνα το ψωμί. Μετά έμεινε ακίνητος και ανέκφραστος για λίγες στιγμές και στην συνέχεια σαν χείμαρος όρμησε λεκτικά πάνω στον Παναγιώτη και του ζητούσε να του πει γιατί του είχε πει ψέματα πως ένας λαθρομετανάστης ήταν Πρέσβυς.

 

Ο Παναγιώτης δεν μπήκε στον κόπο να του διηγηθεί την νεανική του κληρονομιά αλλά και την πραγματιστική του συνειδησιακή παρακαταθήκη που είχε διδαχθεί από τους παλιούς του δασκάλους τους οποίος θεωρούσε Μέντορες της ζωής του, τους οποίους όμως η νεοταξική παρακμή τους αποκαλούσε ανθρώπους του περιθορίου, έδωσε και μπόλικο τόπο στην δική του οργή και άλλαξε κουβέντα ρωτώντας τον «Δάσκαλο» του τι να κάνει με τον άρρωστο.

 

Ο «Δάσκαλος» που είχε γίνει άγριο θηρίο από το πάθημά του συνέχισε τον ντορό του.

 

 «Να τον στείλεις να πάει να γαμηθεί τον μαλάκα. Δώστου αντιβίωση και πές του σε λίγες ώρες να πάει στο επόμενο εφημερεύων νοσοκομείο για να χειρουργηθεί» και συνέχισε αφρίζοντας. «Ωχ Παναγία μου. Τι θέλω ο μαλάκας και μπλέκομαι με όλους τους πούστηδες.... Δεν φταίς εσύ αλλά εγώ ο μαλάκας που παίρνω στα σοβαρά τις μαλακίες σου.... Δείξε μου τώρα που είναι η χολοκυστίτιδα και ο κωλικός για να φεύγω...».

 

Όμως δεν περίμενε. Εκ του μακρόθεν έριξε μια κλεφτή ματιά στις δύο γυναίκες που ήταν ξαπλωμένες στα εξεταστικά κρεβάτια χωρίς καν να τις πλησιάσει και έδωσε εντολή στον Παναγιώτη, να κάνει εισαγωγή την μια για να την χειρουργήσουν επειγόντως και την άλλη να της δώσει αγωγή και να προγραμματίσει εκείνη και του το τόνισε, να χειρουργηθεί ως τακτικό περιστατικό όπου ήθελε.

 

Όμως είχε δείξει ανάποδα τις ασθενείς και λανθασμένα την ανάγκη τους και ο Παναγιώτης συμπέρανε ότι ο «Δάσκαλος» είχε καταλάβει λάθος και του επεσήμανε ψιθυρίζοντάς του στο αφτί ότι η χολοκυστίτιδα ήταν η ασθενής που έδιωχνε και ο κωλικός εκείνη που του είπε να γίνει εισαγωγή για να χειρουργηθεί επειγόντως. Ο «Δάσκαλος» του έριξε μια ματιά περιφρονητική, του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει και όταν έφθασαν λίγα φορεία πιο πέρα του εξέφρασε την απογοήτευσή του που δεν είχε πάρει τα διδασκαλικά του μαθήματα ούτε τις διδασκαλικές μεθόδους του. «Μα καλά, του είπε με ύφος καρδιναλίστικο, δεν είδες ότι αυτή που κάνει κωλικό είναι τίγκα στο μάλαμα, φοράει ρόλεξ και κρατάει τσάντα Gucci; Η άλλη με την χολοκυστίτιδα σαν μαμούρο είναι. Τι θα σου δώσει αυτή τέκνον Βρούτε;».

 

Ο Παναγιώτης ράγισε μέσα του σαν παρμπρίζ του τρακαρισμένου αυτοκινήτου. Ο ρομαντισμός του σύρθηκε κάτω στα πόδια της δασκαλίστικης διδαχής του «Δασκάλου» του και γίνηκε σε μια στιγμή πραγματιστής. Το μάτι του ήταν θολό αλλά στο πίσω μέρος του άστραψε μία αναλαμπή όπως γίνεται όταν τη στιγμή που μια απόφαση εγκυμονεί κίνδυνο και η σκέψη το αντιλαμβάνεται. «Μα «Δάσκαλε», του είπε, χαμηλόφωνα η οξεία χολοκυστίτιδα ειναι σύζυγος Εισαγγελέα. Μην βρούμε το μπελά μας».

 

 Όταν το άκουσε αυτό το παρασύνθημα ο δάσκαλος πάνιασε. Από όρθιος εμμετός γίνηκε ανακυλιμένη πίττα, έστριψε το τιμόνι της ρίμας της ποίησής του αλλιώς, από μινόρε ο σκοπός του αμανέ του έγινε μαντζόρε και με ύφος πλέον «Καθηγητικό», έκανε τον ρόλο του από δυσκοίλιο πανηγυρικό. « Μα παιδί μου τι τις έχεις τις κυρίες στην εφημερία και καστελώνουν...Δεν σου έχω πει χίλιες φορές να μην ταλαιπωρείς τον κόσμο... Βρες δύο τραυματιοφορείς και στείλε τις κυρίες στην Κλινική. Τώραααα». Φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε για να ακουστεί και χάθηκε όπως φάνηκε ....ξαφνικά.

 

Όταν συνέβησαν όλα αυτά όπως ο «Δάσκαλος» είχε δώσει εντολή και μόλις ο Πρέσβυς υποβασταζόμενος πήρε σειρά για το επόμενο Νοσοκομείο, με μακριά στράτα στην πλάτη του και καθόλου ψωμί, ο Παναγιώτης κάθησε για να βάλλει σε τάξη την λογική του, το συναίσθημά του και τον ρομαντισμό του με την σκληρή πραγματικότητα. Κοιτώντας το άπειρο πρόσεξε ότι η τσάντα Gucci είχε ξεχασθεί πάνω στο εξεταστικό κρεβάτι και διέκοψε την σκέψη του για να πάει να την πάρει μήπως από κάποιο χέρι ελαφρύ χαθεί.

 

Ήταν μισάνοιχτη γιατί το φερμουάρ της είχε σκαλώσει στην ετικέτα της φίρμας της. Προσπάθησε να την ξεσκαλώσει ο Παναγιώτης και άθελά του διάβασε πως έγραφε made in China. «Γαμώ το δασκαλίκι σου ψέλισε»…..

 

Η ματαιοπραξία του δασκάλου του, του είχε βάλει στο ρομαντισμό του γερακίσια φτερά. Πετούσε με τις κατεχαλουμίνες του στα ουράνια και την μαϊμού τσάντα Gucci παραμάσχαλα, απλά, σίγουρα αλλά πάνω απ΄ όλα πραγματιστικά.

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.