Ο περιηγητισμός στη Μάνη

Ο περιηγητισμός στη Μάνη
 Το κάστρο της Ζαρνάτας. Χαλκογραφία από το έργο «Memorie istoriografiche de regni del/a Morea, Negroponte» του V. Μ. Coronelli, Βενετία, 1692.
 
Ο περιηγητισμός στη Μάνη 
 
Πηγή σημαντικότατων πληροφοριών για την ιστορία της περιοχής από τον 160 ώς τον 190 αιώνα 
 
Των Ιόλης Βιγγοπούλου Ιστορικού Ευγενίας Δρακοπούλου Αρχαιολόγου Ράνιας Πολυκανδριώτου Φιλολόγου 
 
Συνεργάτριες του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. 
 
«ΜΕΣΑ στον ιστορικό χρόνο τα ταξίδια εκφράζουν τον Ευρωπαίο, αποτελούν ένα από τα βασικά του σύμβολα», έγραφε κάποτε ο Κ.Θ. Δημαράς. Περιπέτεια προσωπική αλλά και φαινόμενο ευρύτερο, ο περιηγητισμός αλλάζει συνεχώς μορφή και στόχους ανάλογα με την κάθε εποχή και την ιστορική πραγματικότητα στην οποία εντάσσεται και αναπτύσσεται. 
 
Κατά τον 1600 αιώνα, η Κωνσταντινούπολη και οι Αγιοι Τόποι, το κέντρο του οθωμανικού κράτους και η κοιτίδα του Χριστιανισμού, αποτελούσαν τους δύο πόλους έλξης των περιηγητών, ενώ η ηπειρωτική Ελλάδα ήταν ακόμη έξω από το επίκεντρο του δυτικού ενδιαφέροντος. 
 
Τα πλοία που κατευθύνονταν προς τα Ιεροσόλυμα και προς την πρωτεύουσα της νέας μεγάλης απειλής αλλά και πρωτεύουσα ενός νέου και άγνωστου πολιτισμού, μεταφέροντας από τη Βενετία προσκυνητές, διπλωμάτες, απεσταλμένους ή απλούς τυχοδιώκτες, ακολουθούσαν το σταθερό θαλασσινό δρομολόγιο που περιλάμβανε και τις ακτές της νότιας Πελοποννήσου. 
 
Σταθμοί 
 
Τα βενετικά λιμάνια της περιοχής και οι ασφαλείς όρμοι της Μάνης και των Κυθήρων ήταν χρήσιμοι ενδιάμεσοι σταθμοί για τους ταξιδιώτες, πριν ξεκινήσουν για τον μακρύ και επικίνδυνο διάπλου του Αιγαίου. Στις γραπτές μαρτυρίες που μας κληροδότησαν οι Δυτικοί περιηγητές, παρατίθενται πληροφορίες για τη Μάνη, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές, ανάλογα με τη διάρκεια της παραμονής τους στην περιοχή, τις εμπειρίες τους και τις γενικότερες γνώσεις τους για το χώρο και τους κατοίκους. 
 
Εκτός από το υπόμνημα του απεσταλμένου της Βενετίας Fabiano Barbo (1571) όλες οι άλλες αναφορές του 16ου αιώνα για την περιοχή δεν συνδέονται με τα ιστορικο-πολιτικά γεγονότα στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου. Λίγοι είναι εκείνοι οι περιηγητές, που διαπλέοντας το Ταίναρο, μνημονεύουν τον τόπο και τους κατοίκους. Εξαίρεση αποτελεί ο S. Kiechel, ο οποίος παρέμεινε μερικές ημέρες στον Οίτυλο (1589) και παραθέτει γενικά στοιχεία για την περιοχή, την παραγωγή, τις διαμάχες των κατοίκων καθώς και τις ληστρικές τους επιδόσεις. Το σημαντικότερο ίσως κείμενο της περιόδου είναι όμως εκείνο του Ισπανού D. Galan (1599), ο οποίος παρέμεινε στη Μάνη αρκετό χρονικό διάστημα, κατά την προσπάθειά του να επιστρέψει στην πατρίδα του μετά δέκα χρόνια αιχμαλωσίας. Οι περιγραφές του για τους κατοίκους, τα κτίσματα, τις γυναίκες, τις συνήθειες και εν γένει τη ζωή των Μανιατών αποτελούν τις σημαντικότερες πληροφορίες που έχουμε για το χώρο κατά τον 160 αιώνα. 
 
 
Εξώφυλλο της έκδοσης του V.M. Coronelli, «Memorie istoriografiche de regni del/a Morea, Negroponte», Βενετία, 1692.
 
Δύσκολη προσέγγιση 
 
Ο περιηγητισμός στον ελληνικό χώρο κατά τον 170 αιώνα είναι μάλλον ισχνός, αφού οι ελληνικές περιοχές αποτελούν τον ενδιάμεσο χώρο στην πορεία των ταξιδιωτών προς την Κωνσταντινούπολη, τα λιμάνια της Ανατολής και τους Αγίους Τόπους. Η Ελλάδα και οι Ελληνες εντάσσονται στα ενδιαφέροντα των περιηγητών μόλις στα τέλη του 17ου αιώνα (από το 1670 και μετά) με την εφύπνιοη της αρχαιολογικής περιέργειας και την αναζήτηση του κλασικού κόσμου πίσω από τις εκφράσεις του σύγχρονου βίου. 
 
Ο 17ος αιώνας βρίσκει τη Μάνη στο επίκεντρο της σύγκρουσης των Δυτικών με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το ανεξάρτητο πνεύμα των κατοίκων της χερσονήσου, η διαρκής επαναστατική τους διάθεση, το ετοιμοπόλεμο και εμπειροπόλεμό τους, τους καθιστούν σημαντικό παράγοντα για την ισορροπία της περιοχής. Καθοριστικής σημασίας υπήρξαν οι πολιτικοοικονομικές επιδιώξεις των Βενετών που συνέτειναν αποφασιστικά στη διατήρηση της επαναστατικής διάθεσης των Μανιατών. 
 
Είναι προφανές ότι η Μάνη δεν αποτελεί πόλο έλξης περιηγητών κατά την περίοδο αυτή που σημαδεύεται από συνεχείς εξεγέρσεις. Ασφαλώς όσοι λίγοι αποτολμούν να προσεγγίσουν τη χερσόνησο και να την περιηγηθούν είναι κυρίως απεσταλμένοι δυτικών κυβερνήσεων. Η κίνηση του Δούκα του Neνers στις αρχές μόλις του δέκατου έβδομου αιώνα (1618) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυτικής ανταπόκρισης στις εκκλήσεις των Μανιατών για βοήθεια εναντίον των Τούρκων. Ο Τούρκος αξιωματούχος Eνliya Celebi επισκέπτεται τη Μάνη το 1670, συνοδεύοντας τουρκικό εκστρατευτικό σώμα. 
 
Οι τελευταίοι τουρκοενετικοί πόλεμοι είχαν ως αποτέλεσμα την τόνωση του δυτικού γεωγραφικού ενδιαφέροντος για την περιοχή. Οι Βενετοί V.M. Coronelli και Ρ.Α. Pacifico εξυμνούν με το έργο τους τα στρατιωτικά επιτεύγματα των συμπατριωτών τους, ενώ στο ίδιο πνεύμα κινούνται και τα έργα των συγχρόνων τους Ολλανδών που υπογραμμίζουν με αυτόν τον τρόπο τις οικονομικές βλέψεις της χώρας τους για την ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου και του παράλιου αιγαιοπελαγίτικου χώρου. 
 
Η Μάνη όμως κεντρίζει πάντα το ενδιαφέρον των Δυτικών και αποτελεί υποχρεωτικό σημείο αναφοράς από πολλούς περιηγητές που περιπλέουν το Ταίναρο έχοντας άλλο προορισμό. Ανάμεσα στα κείμενα αυτής της εποχής διακρίνεται η αφήγηση του Γάλλου La Guilletiere, ο οποίος αν υπήρξε πραγματικό πρόσωπο, αποτελεί μοναδικό παράδειγμα περιηγητή που χωρίς να μετέχει σε οργανωμένη αποστολή αποτόλμησε να επισκεφθεί τη Μάνη στα 1669. Φαίνεται όμως ότι πραγματική πηγή των πληροφοριών που παραθέτει ο πραγματικός συντάκτης του κειμένου, ο αδελφός του περιηγητή Guillet de Saint Georges, αποτέλεσαν τα υπομνήματα Γάλλων καπουτσίνων εγκατεστημένων στην Ελλάδα. 
 
Ο Διαφωτισμός 
 
Κατά τον 180 αιώνα, εποχή του διαφωτισμού, τα ταξίδια πολλαπλασιάζονται και αυξάνονται οι επαφές ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Παράλληλα το έντονο ενδιαφέρον για την κλασική αρχαιότητα, τα μνημεία, τις ενδυμασίες, τις τέχνες, φέρνει τους ξένους περιηγητές προς τη σύγχρονη Ελλάδα. 
 
Την ίδια εποχή η Μάνη, μέσα από ένα πολύπλοκο πλέγμα διεθνών σχέσεων και σχεδίων των ξένων δυνάμεων, θα βρεθεί ξανά στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Ρωσικές, γαλλικές και αγγλικές επιδιώξεις, συμφέροντα και ανταγωνισμοί μεγαλώνουν και οξύνονται γύρω από την Πελοπόννησο και ιδιαίτερα γύρω από τη Μάνη με τη στρατηγική θέση, τους εμπειροπόλεμους κατοίκους και τα κάστρα της. 
 
Τα ιστορικά γεγονότα της εποχής οδήγησαν επίσημες αποστολές αλλά και φιλοπερίεργους περιηγητές ή εντεταλμένους προξένους να ενδιαφερθούν για τη Μάνη και τους Μανιάτες. Συγκεκριμένα, για το ρόλο των Μανιατών στα ορλωφικά ενδιαφέρθηκε ο πρόξενος στα Επτάνησα Grasset St. Sauνeur, ο περιηγητής G.A. Oliνier και κυρίως ο νεαρός αρχαιολάτρης και μετέπειτα πρέσβης της Γαλλίας στην Πύλη Choiseul - Gouffier, ο οποίος πραγματοποίησε μια σύντομη επίσκεψη στον τόπο. Ο F.C.H.L. Pouqueνille, ο οποίος αργότερα θα διατελέσει γενικός πρόξενος στην Πάτρα, συγκέντρωσε ποικίλες πληροφορίες για τη Μάνη και τους ανθρώπους της, εκμεταλλευόμενος τις εμπειρίες του από την παραμονή του στον ελληνικό χώρο. Οι Dimo και Nicolo Stephanopoli ήταν το 1798 απεσταλμένοι του Ναπολέοντα στη Μάνη, την εποχή που το γαλλικό ενδιαφέρον στρεφόταν προς αυτήν την επαναστατική εστία. 
 
Λίγα χρόνια πριν, οδηγημένος από προσωπική περιέργεια και αρχαιολογικό ενδιαφέρον, ο Αγγλος ευγενής και λόγιος John Morritt περιήλθε συστηματικά την περιοχή στα 1795 αφήνοντας μια σημαντική και αξιόπιστη μαρτυρία. Ο συμπατριώτης του βοτανολόγος John Sibthorp ενδιαφερόταν κυρίως για τη μελέτη και τη συλλογή βοτάνων. Δύο χρόνια αργότερα πέρασε από τη Μάνη και ο Γάλλος ζωγράφος A.L. Castellan επιστρέφοντας από την Κωνσταντινούπολη στη Γαλλία. 
 
 
 

Αφιξη της Γαλλικής Αποστολής του Μορέως στην Καρδαμύλη το 1829. (Bory de St. Vincent, 1835).

Αίτια επισκέψεων 
 
Οι ποικίλοι στόχοι που οδήγησαν τους ξένους ώς τη Μάνη, καθώς και ο τρόπος προσέγγισης και ο χρόνος παραμονής τους διαμόρφωσαν ώς ένα βαθμό τον τρόπο που περιέγραψαν τον τόπο και τους κατοίκους της. Οι πιο συστηματικές περιγραφές, εκτός από τις τοπογραφικές, γεωγραφικές και διοικητικές πληροφορίες, καθώς και τις λεπτομέρειες του καθημερινού βίου, τονίζουν τον εγκρατή και ανθεκτικό χαρακτήρα των κατοίκων, την ισχυρή οργάνωση των οικογενειών, καθώς και το ανεξάρτητο πνεύμα τους. Τα στοιχεία αυτά ευνοούσαν τις εσωτερικές αντιδικίες, αλλά και σε συνδυασμό με το ορεινό και το απρόσιτο του χώρου, συντελούσαν στη διαρκή πολεμική ετοιμότητα και τη λειτουργία του τόπου ως εστίας επιθέσεων και εξεγέρσεων. 
 
Ο πρώιμος λόγιος φιλελληνισμός, ο ρομαντικός φιλελληνισμός, αλλά και οι σχέσεις που διατηρούν οι ξένες δυνάμεις με την Πύλη, θα φέρουν στην Ελλάδα, κατά τα ευαίσθητα προεπαναστατικά χρόνια, μια πληθώρα περιηγητών που έχουν ποικίλους στόχους. Ενα ρεύμα Ευρωπαίων περιηγητών θα επισκεφθεί και τη Μάνη κατά την περίοδο αυτή. Ο William Martin Leake περιηγείται την περιοχή (1805), ενώ βρισκόταν σε αποστολή με σκοπό να παράσχει πολύτιμες στρατιωτικές, πολιτικές και τοπογραφικές πληροφορίες. Ο John Galt εστιάζει το ενδιαφέρον του στην ιστορία του χώρου και τον καθημερινό βίο των κατοίκων, ενώ το αρχαιόφιλο πνεύμα και τα καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα των Ch. R. Cockerell και Ο.Μ. νοn Stackelberg (1813) αποδίδουν σημαντικά κείμενα, καθώς και αξιόλογο εικαστικό υλικό για τον τόπο και τους κατοίκους. Η περιηγητική αφήγηση του W. Gell δημοσιεύθηκε αρκετά χρόνια μετά το ταξίδι του (1805-6) με μοναδικό σκοπό να αποτελέσει τον αντίλογο στη φιλελληνική έξαρση. 
 
Οταν η Επανάσταση έχει πια ξεσπάσει, το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων για τη Μάνη παραμένει αμείωτο, αφού η περιοχή αποτελεί τον προμαχώνα της εξέγερσης και οι Μανιάτες είναι πάντα πρόθυμοι να βοηθήσουν σε κάθε εκστρατεία εναντίον των Τούρκων. Ξένοι που υπηρέτησαν στην Πελοπόννησο και αγωνίστηκαν στο πλευρό των Ελλήνων, αλλά και επιβαίνοντες σε πολεμικά πλοία που περιπολούσν τη Μεσόγειο, μας δίνουν γλαφυρές εικόνες για την κατάσταση στην εμπόλεμη περιοχή. 
 
Η γαλλική αποστολή Στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, οι Δυτικοί περιηγητές διατρέχουν την επικράτεια και περιγράφουν στα έργα τους τη νέα πραγματικότητα. Κατά τη γαλλική κατοχή της Πελοποννήσου εργάζεται στην περιοχή η γαλλική επιστημονική αποστολή του Μοριά (1829-30). Η δραστήρια αυτή ομάδα γεωγράφων, τοπογράφων, λογίων, βοτανολόγων, αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων και ζωγράφων, θα μελετήσει εις βάθος τη γεωγραφία, φυσική και ανθρώπινη, του Μοριά και θα ερευνήσει τον φυσικό πλούτο της χερσονήσου. 
 
Οταν η Ελλάδα θα αποκτήσει πια την ανεξαρτησία της, ο αριθμός των ξένων επισκεπτών αυξάνεται σημαντικά: κοντά στους κάθε λογής απεσταλμένους ή ανεξάρτητους ταξιδιώτες, έρχονται και τεχνικοί, ξένοι ανταποκριτές, αρχαιολόγοι και άλλοι επιστήμονες. 
 
Η Μάνη, χωρίς να μπορεί να συναγωνισθεί την αρχαιολογική σημασία των Μυκηνών, της Σπάρτης ή της Ολυμπίας, αποτελεί πάντως ένα αγαπημένο θέμα στις περιγραφές όσων πέρασαν τον ΤαΟγετο με άλλο προορισμό (Η. Belle, Dora d' lstria). Δεν λείπουν φυσικά και εκείνοι που εντάσσουν τη χερσόνησο στην περιοδεία τους. 
 
Ο Earl of Carnarνon περιηγήθηκε τη Μάνη το 1839 και κατέγραψε στο ημερολόγιό του σημαντικές πληροφορίες για την τοπογραφία, την ιδιότυπη διοικητική οργάνωση και την καθημερινή ζωή των Μανιατών. Δύο χρόνια αργότερα (1841), ο Ferdinand Aldenhoνen καταγράφει δρομολόγια και αποστάσεις, ενώ στα 1856-57 και 1858, ο Eugene Yemeniz και ο Thomas Wyse μελετούν τη γενική οικονομική και διοικητική κατάσταση της περιοχής. 
 
Η ερειπωμένη Μάνη εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αποτελεί πόλο έλξης Ελλήνων και ξένων επισκεπτών που απομένουν να θαυμάζουν τη μοναδική αγριότητα του άνυδρου τοπίου, αναβιώνοντας στη φαντασία τους ένα παρελθόν ηρωισμού και σπάνιας αυτοθυσίας. 
 
 

Το τειχισμένο συγκρότημα Σκλαβουνάκου στον Πύργο Διρού. Το κάτω μέρος του οχυρού περίβολου είναι κτισμένο με ογκόλιθους. Ο πολεμόπυργος χρονολογείται στα 1812.

 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.