Ο εορτασμός του Πάσχα

Ο εορτασμός του Πάσχα

Παναγία η Γεωργιάνικη στην παλιά πόλη της Αρεόπολης το βράδυ της Ανάστασης

Βασίλη Σταθόπουλου, Αντιστρατήγου ε.α. – Μαθηματικού.

  Ιστορικά

Η λέξη Πάσχα προέρχεται από την Αιγυπτιακή λέξη πισάχ, η οποία σημαίνει «πέρασμα». Χρησιμοποιούταν από τους Αιγύπτιους Ιερείς - αστρονόμους για να δείξουν το «πέρασμα» του ηλίου από το νότιο στο βόρειο ημισφαίριο της ουράνιας σφαίρας, δηλαδή σηματοδοτούσε την εαρινή ισημερία. Η λέξη αυτή πέρασε στους Εβραίους ως «πεσάχ», για να θυμούνται το «πέρασμα» της Ερυθράς θάλασσας και σηματοδοτούσε τη  μεγαλύτερή τους εορτή. Στην ελληνική μετάφραση, η λέξη αυτή αναφέρεται ως «Πάσχα».

Ο εορτασμός του εβραϊκού Πάσχα γινόταν και γίνεται την πρώτη πανσέληνο, μετά την εαρινή ισημερία. Επειδή η νέα σελήνη, η οποία προηγείται της πρώτης πανσελήνου, μετά την εαρινή ισημερία, λαμβάνεται ως 1η Νισάν (Απριλίου), η πανσέληνος της εαρινής ισημερίας έχει ημερομηνία 15 Νισάν. Επομένως το Πάσχα των Εβραίων εορτάζεται στο ημερολόγιό τους πάντα την ημερομηνία αυτή. Η Χριστιανική θρησκεία η οποία διατήρησε σχεδόν όλες τις μεγάλες εορτές του Ιουδαϊσμού, παρέλαβε και το Πάσχα των Εβραίων, αλλά για να τιμήσουν την Ανάσταση του Ιδρυτού της, Ιησού Χριστού. «Μὴ ὡς Ἰουδαῖοι ἑορτάσωμεν· καὶ γὰρ τὸ Πάσχα ἡμῶν ὑπέρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός…»

Δεν έχουμε ενδείξεις για το χρόνο εορτασμού του Πάσχα κατά στους Αποστολικούς χρόνους. Εν τούτοις έχει διασωθεί μία πασχάλια ομιλία του Επισκόπου Σάρδεων Μελίτωνος, τον 2ο αιώνα, πράγμα που δείχνει ότι πολύ νωρίς είχε αρχίσει ο εορτασμός του Πάσχα στην Εκκλησία. Επίσης υπάρχει και ο αθάνατος Κατηχητικός Λόγος του Ιωάννου του Χρυσοστόμου του 5ου αιώνα.

Χρόνος Εορτασμού του Πάσχα

Η σταύρωση του Κυρίου έγινε ημέρα Παρασκευή. Την ίδια ημέρα έγινε εσπευσμένα και η ταφή του. Αναφέρεται ότι αποτελείωσαν τους «συσταυρωθέντας αὐτῷ κακούργους», όχι όμως τον Ιησού «ὡς ἤδη τεθνηκότα», για να μη μείνουν τα σώματά τους στο σταυρό την επόμενη μέρα, επειδή «Σάββατον ἦν και ἦν μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ Σαββάτου», δηλαδή ήταν Πάσχα. Η Ανάσταση, όπως ξέρουμε τεκμηριώθηκε το πρωΐ της «μιᾶς τῶν Σαββάτων», δηλαδή την πρώτη μέρα μετά το Σάββατο, τουτέστιν την καθ’ ημάς Κυριακή.

Στις αρχές του 2ου αιώνα, ξέσπασε μία διαμάχη στους κόλπους της Εκκλησίας σχετικά με την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα. Αν δηλαδή θα έπρεπε να εορτάζεται Κυριακή, όπως πρέσβευαν οι Εκκλησίες της Ρώμης και της Αλεξανδρείας ή τη Μεγάλη Παρασκευή όπως πρέσβευαν στη Μ. Ασία, η οποία είχε το κύρος του Αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου, επειδή το κοσμοσωτήριο έργο του Κυρίου ολοκληρώθηκε όταν Αυτός κρεμάσθηκε στο Σταυρό και κατήλθε στον Άδη. Τελικά φαίνεται ότι επικράτησε η ρωμαϊκή και αλεξανδρινή αντίληψη.

Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, που συνήλθε, το 325 μ.Χ., στη Νίκαια της Βιθυνίας, για την καταπολέμηση του Αρειανισμού, θεώρησε σκόπιμο να ασχοληθεί και με την επίλυση του ακανθώδους αυτού προβλήματος. Καθόρισε το Πάσχα να εορτάζεται την ίδια Κυριακή απ’ όλη την Εκκλησία, αλλά πιθανότατα δεν καθορίσθηκε καμία μέθοδος (δυστυχώς κανένα κείμενο των αποφάσεων της Συνόδου δεν σώθηκε). Φαίνεται όμως ότι το θέμα είχε καταγραφεί από την Εκκλησία της Αλεξανδρείας η οποία την εποχή εκείνη κατείχε τα πρωτεία στα γράμματα και τις επιστήμες. Όπως αναφέρεται κατά παράδοση, είχε αποφασισθεί στην παραπάνω Σύνοδο, ως ημέρα εορτασμού του Πάσχα «η πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που θα συμβεί κατά ή μετά την εαρινή ισημερία», επειδή η ανάσταση του Κυρίου συνέβη την πρώτη Κυριακή μετά το εβραϊκό Πάσχα, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, εορτάζεται στην πανσέληνο της εαρινής ισημερίας.

Επομένως τρεις είναι οι παράμετροι, που επηρεάζουν το χρόνο εορτασμού του Πάσχα. Η εαρινή ισημερία, η πανσέληνος και η Κυριακή.

Αστρονομικά, η εαρινή ισημερία αντιστοιχεί στη στιγμή κατά την οποία ο άξονας περιστροφής της γης είναι κάθετος προς την επιβατική ακτίνα Ήλιος – Γη, την άνοιξη και πρακτικά όταν όλοι οι τόποι στη γή έχουν ίση διάρκεια ημέρας και νύκτας.

Ως προς την Κυριακή δεν υφίσταται καμία διαφωνία, καθ’ όσον στο πέρασμα των αιώνων, η διαδοχική εναλλαγή των επτά ημερών της εβδομάδας δεν έχει διαταραχθεί.

Ως προς τα δύο άλλα δύο όμως (πανσέληνος και ισημερία), έμελλε στο μέλλον να ξεφυτρώσουν μεγάλες διαφωνίες μέσα στο Χριστιανικό και ιδιαίτερα στον Ορθόδοξο κόσμο. Και σ’ αυτό συντέλεσαν τα νέα αστρονομικά δεδομένα περί υπολογισμού του χρόνου της πανσελήνου και η εφαρμογή του Νέου ή Γρηγοριανού ημερολογίου.

Λίγα αστρονομικά στοιχεία

Ως προς την ισημερία, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν τα παρακάτω:

Ως έτος ορίζεται μία πλήρης περιφορά της γης περί τον ήλιο. Και λαμβάνεται το τροπικό έτος και ως τέτοιο ορίζεται «ο χρόνος μεταξύ δύο διαβάσεων του ηλίου από το εαρινό σημείο γ της ουρανίου σφαίρας, το οποίο είναι η τομή της εκλειπτικής και του ουράνιου ισημερινού, κατά τη διέλευσή (του ηλίου) από το νότιο προς το βόρειο ημισφαίριο». Η διάρκειά του είναι 365,24219879 ΜΗΗ[1] (Μέσες Ηλιακές Ημέρες), δηλ. 365η 5ω 48πλ και 45,98δλ. Το τροπικό έτος αντιπροσωπεύει τον πλήρη κύκλο της εναλλαγής των εποχών άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας. Η αιτία του φαινομένου αυτού  είναι το ότι ο άξονας περιστροφής της γης κάνει μια ανάδρομη κίνηση από τα ανατολικά προς τα δυτικά, τη μετάπτωση, σε 26.000 έτη περίπου. Αποτέλεσμα αυτού είναι οι τροπές, δηλαδή οι ισημερίες και τα ηλιοστάσια να συμβαίνουν λίγο ενωρίτερα κάθε χρόνο, πράγμα που συνιστά και τη μικρή διαφορά του τροπικού από το αστρικό έτος.

Ο Κύκλος του Μέτωνος - Πανσέληνος

Ο αξιόλογος φιλόσοφος και αστρονόμος Μέτων (Αθήνα, 440 – άγν. π.Χ.), παρατήρησε ότι κάθε 19 έτη επαναλαμβανόταν ακριβώς οι ίδιες φάσεις της σελήνης. Πράγματι, αν συνδυάσει κανείς τη διάρκεια του τροπικού έτους (365,24219879 ΜΗΗ) και του συνοδικού σεληνιακού μήνα (29,53058866 ΜΗΗ) διαπιστώνει ότι 19 τροπικά έτη αποτελούνται από 6.939,601777 ΜΗΗ και 235 σεληνιακοί συνοδικοί μήνες διαρκούν 6.939,688335 ΜΗΗ. Η διαφορά είναι 0,08655809 ΜΗΗ, δηλαδή διαφορά 2 ωρών 4 λεπτών και 38,62 δευτερολέπτων, επίτευγμα καταπληκτικό, για την εποχή εκείνη, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και την έλλειψη παντός αστρονομικού οργάνου, ακόμη και ωρολογίου. Η χρονική διάρκεια αυτή των 19 ετών, ονομάσθηκε προς τιμήν του Κύκλος του Μέτωνος.

Δηλαδή κάθε 19 χρόνια οι σεληνιακές φάσεις συμβαίνουν στην πραγματικότητα 2 ώρες 4 λεπτά και 38,62 δευτερόλεπτα αργότερα απ’ ότι υπολογίζονται με τη μέθοδο του Μέτωνος. Τα πορίσματα αυτά του Μέτωνος έμειναν σε ισχύ, παρά το πέρασμα των αιώνων ακόμη και μέχρι την εποχή της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Για το λόγο αυτό, η Εκκλησία έλαβε τον κύκλο του Μέτωνος ως βάση για τον υπολογισμό του χρόνου της πανσελήνου[2]. Έτσι ο υπολογισμός του χρόνου της πανσελήνου είχε μια καθυστέρηση των 2 ωρών 4 λεπτών και 38,62 δευτερολέπτων κάθε 19 χρόνια, απ’ ότι πραγματικά συνέβαινε, πράγμα που σημαίνει ότι σε 1.000 χρόνια η καθυστέρηση ανέρχεται σε 4,55 ημέρες.

Ημερολόγιο και Εκκλησία

 Η Εκκλησία βρήκε και εφάρμοσε για το εορτολόγιό της το Ιουλιανό ημερολόγιο, το οποίο λάμβανε ως διάρκεια του έτους 365,25 ΜΗΗ και πρακτικά σε κάθε τετράδα ετών είχε τρία έτη των 365 ημερών και ένα των 366 (δίσεκτα). Ως δίσεκτα ελήφθησαν αυτά των οποίων ο αριθμός διαιρείται ακριβώς διά του 4 και πρακτικά τα έτη των οποίων τα δύο τελευταία ψηφία τους διαιρείται ακριβώς με το 4, π.χ. 12, 136, 548, 1272, 1996, 2004 κ.ο.κ.

 Και ο χρόνος εορτασμού του Πάσχα καθορίσθηκε, όπως ειπώθηκε παραπάνω. Η εαρινή ισημερία, κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο, το οποίο ίσχυε τον καιρό της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, συνέβαινε στις 21η Μαρτίου.

Με το πέρασμα των αιώνων έγινε αντιληπτό από τους αστρονόμους, ότι η εαρινή ισημερία δεν εξακολουθούσε να συμβαίνει την 21η Μαρτίου, αλλά ενωρίτερα. Ο λόγος είναι ότι η διάρκεια του έτους δεν είναι 365,25 ημέρες, όπως υπολόγισε ο Πτολεμαίος και καθόρισε και ο Σωσιγένης, αλλά 365,24219879 ΜΗΗ, δηλαδή είναι μικρότερο κατά 0,00780121 ΜΗΗ (11 λεπτά και 14,02 δευτερόλεπτα). Αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει αντιληπτό σε μικρό χρονικό διάστημα λίγων ετών. Με την πάροδο των αιώνων, όμως η μικρή αυτή διαφορά συσσωρεύεται και σε 400 χρόνια γίνεται περίπου 3 ημέρες (3,120484 ΜΗΗ) ή αλλιώς μία ημέρα κατά 128 περίπου χρόνια. Το 16ο αιώνα η διαφορά αυτή είχε γίνει 10 ημέρες.

Τη διαφορά αυτή είχε δει ο αστρονόμος του Βυζαντίου, Νικηφόρος Γρηγοράς, και εισηγήθηκε στο βασιλέα - αυτοκράτορα, Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο, μεταρρύθμιση του Ιουλιανού Ημερολογίου.  Ο Ανδρόνικος Β΄ θα εγκρίνει το νέο Ημερολόγιο, όμως η αλλαγή δεν θα υλοποιηθεί λόγω του πραξικοπήματος του εγγονού του, Ανδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου, που θ’ ακυρώσει με εμπάθεια κάθε πολιτική του παππού του (1328).

 Ο Ναπολιτάνος γιατρός - αστρονόμος Aloysius Lilius εισηγήθηκε στον Πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄  τη διόρθωση του ημερολογίου. Συγκεκριμένα την αφαίρεση 3 ημερών κάθε τετρακόσια χρόνια. Και αυτές οι ημέρες να είναι μία από κάθε αιώνιο έτος, εκτός από εκείνα των οποίων ο αριθμός του διαιρείται ακριβώς με το 400, π.χ. 400, 800, 1200, 1600, 2000, 2400, κ.ο.κ. Έτσι όλα τα άλλα αιώνια έτη, π.χ. 300, 700, 1700, 1800, 1900, 2100 κ.ο.κ. θα είναι απλά έτη και όχι δίσεκτα και, για να εξισορροπήσει τη διαφορά, που είχε δημιουργηθεί, πρότεινε την πρόσθεση 10 ημερών στην ισχύουσα ημερομηνία. Η εισήγηση αυτή του Lilius, έγινε δεκτή και εφαρμόσθηκε το 1582 μ.Χ. όταν η 5η Οκτωβρίου ονομάσθηκε 15η Οκτωβρίου.

 Το ημερολόγιο αυτό ονομάσθηκε Γρηγοριανό προς τιμήν του Πάπα Γρηγορίου, ο οποίος το καθιέρωσε ή  απλά Νέο ημερολόγιο. Είναι κρίμα γιατί θα μπορούσε να ονομάζεται Γρηγοριανό προς τιμήν του Νικηφόρου Γρηγορά, αν στο Βυζάντιο επικρατούσε λιγότερη στενοκεφαλιά. Το Γρηγοριανό ημερολόγιο έχει ως σφάλμα 1 ημέρα ανά 3.320 έτη.

 Οι οπαδοί του Ιουλιανού ημερολογίου εξακολούθησαν να θεωρούν ως ημερομηνία εαρινής ισημερίας την 21η Μαρτίου, με το Ιουλιανό ημερολόγιο, πράγμα το οποίο, φυσικά, δεν ευσταθεί. Το Γρηγοριανό ημερολόγιο έγινε αποδεκτό και από την Ελληνική Πολιτεία το 1923 και η Εκκλησία της Ελλάδος[3] το 1924. Επειδή τότε η διαφορά των δύο ημερολογίων είχε ανέλθει στις 13 ημέρες, αυτές προστέθηκαν στην ισχύουσα ημερομηνία και έτσι η 16η Φεβρουαρίου 1924, μετονομάσθηκε σε 1η Μαρτίου.

 Διαφορές στον Εορτασμό του Πάσχα

Παρά την μερική αποδοχή του νέου ημερολογίου, οι Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν άλλαξαν τους κανόνες εορτασμού του Πάσχα και εξακολουθούν να εορτάζουν το Πάσχα λαμβάνοντας την εαρινή ισημερία σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο και την πανσέληνο σύμφωνα με τον κύκλο του Μέτωνος.

Με τον τρόπο αυτό παρεισφρύουν δύο διαφορές μεταξύ αυτών που ακολουθούν τον εορτασμό του Πάσχα με το Γρηγοριανό και αυτών που ακολουθούν το Ιουλιανό. Αυτό της πανσελήνου, πέντε περίπου ημερών και αυτό της ισημερίας, 13 ημερών. Συγκεκριμένα: Οι δυτικοί δέχονται ως πανσέληνο και ισημερία αυτές που συμβαίνουν στην πραγματικότητα και που προβλέπουν οι αστρονόμοι με ακρίβεια για πολλούς αιώνες, ενώ οι ανατολικοί δέχονται για την πανσέληνο, ακόμη τη μέθοδο του θεμελίου της σελήνης, στηριζόμενη στον κύκλο του Μέτωνος και για την ισημερία ότι αυτή συμβαίνει αταλάντευτα την 21η Μαρτίου με το Ιουλιανό ημερολόγιο, δηλαδή, για τον αιώνα που ζούμε, την 3η Απριλίου με το Γρηγοριανό.

 Κατόπιν αυτού είναι εύκολο να εξηγηθούν οι διαφορές εορτασμού του Πάσχα στα δύο ημερολόγια.

 1η Περίπτωση: Πανσέληνος μεταξύ 21 και 28 Μαρτίου.

Τότε αυτή θεωρείται πανσέληνος εαρινής ισημερίας για το Γρηγοριανό ημερολόγιο, οπότε το Πάσχα εορτάζεται για τους δυτικούς την επόμενη Κυριακή, η οποία θα είναι μεταξύ 22 Μαρτίου και 4 Απριλίου. Τότε η Πανσέληνος που προσδιορίζεται με τη μέθοδο του Μέτωνος συμβαίνει από 26 Μαρτίου μέχρι  και 2 Απριλίου, συνεπώς δεν θεωρείται πανσέληνος εαρινής ισημερίας για τους Ανατολικούς, καθ’ όσον συμβαίνει πριν από την παραδεκτή απ’ αυτούς εαρινή ισημερία της 3ης Απριλίου (21 Μαρτίου του Ιουλιανού). Συνεπώς ως τοιαύτη θα ληφθεί η επόμενη, είκοσι εννιά ημέρες αργότερα, δηλαδή από 24 Απριλίου μέχρι 1 Μαΐου. Επομένως Πάσχα θα είναι για τους ανατολικούς η επόμενη Κυριακή, δηλαδή από 25 Απριλίου μέχρι 8 Μαΐου. Δηλαδή οι δύο χριστιανικοί κόσμοι θα εορτάσουν το Πάσχα με διαφορά η οποία θα κυμανθεί θεωρητικά από 21 μέχρι 46 ημέρες. Πρακτικά όμως στην περίπτωση αυτή η διαφορά είναι τέσσερις ή πέντε εβδομάδες.

2η Περίπτωση: Πανσέληνος μετά την 28η Μαρτίου

 Τότε αυτή θεωρείται πανσέληνος εαρινής ισημερίας για το Γρηγοριανό ημερολόγιο, οπότε το Πάσχα εορτάζεται για τους δυτικούς την επόμενη Κυριακή, η οποία λογικά θα είναι μεταξύ 29 Μαρτίου και 25 Απριλίου, καθ’ όσον η πανσέληνος εαρινής ισημερίας θεωρείται μέχρι τις 18 Απριλίου. Τότε η πανσέληνος που προσδιορίζεται με τη μέθοδο του Μέτωνος συμβαίνει από 3 μέχρι 23 Απριλίου, συνεπώς θεωρείται από τους Ανατολικούς πανσέληνος εαρινής ισημερίας. Επομένως οι ανατολικοί στην περίπτωση αυτή θα εορτάσουν το Πάσχα την επόμενη Κυριακή, δηλαδή από 4 μέχρι 30 Απριλίου. Στην περίπτωση αυτή αν η αστρονομική πανσέληνος συμβεί Κυριακή ή Δευτέρα η πανσέληνος κατά Μέτωνα προσδιορίζεται την επόμενη Παρασκευή ή Σάββατο, δηλαδή την επόμενη Κυριακή, όλος ο Χριστιανικός κόσμος θα συνεορτάσει το Πάσχα.

Αν όμως η αστρονομική πανσέληνος συμβεί από Τρίτη μέχρι Σάββατο, η πανσέληνος κατά Μέτωνα προσδιορίζεται μετά την την επόμενη Κυριακή η οποία θα είναι το Πάσχα των Δυτικών και οι Ορθόδοξοι θα εορτάσουν το Πάσχα την μεθεπόμενη Κυριακή, δηλαδή με διαφορά μίας εβδομάδας.

 Συνεπώς στην περίπτωση αυτή οι Χριστιανοί θα εορτάζουν το Πάσχα την ίδια ημέρα ή με διαφορά μιας εβδομάδας με πιθανότητα 2 προς 5.

 Συνοπτικά για 8 ημερομηνίες πανσελήνου (από 21 έως 28 Μαρτίου) το Πάσχα εορτάζεται με διαφορά τεσσάρων ή πέντε εβδομάδων σε αναλογία 1 προς 6 αντίστοιχα, ενώ για τις άλλες 8 ημερομηνίες (από 28 Μαρτίου έως 18 Απριλίου) ο εορτασμός της μεγαλύτερης εορτής της Χριστιανοσύνης γίνεται είτε την ίδια ημέρα είτε με μία εβδομάδα διαφορά σε αναλογία 2 προς 5.

Δηλαδή το Πάσχα εορτάζεται με διαφορά τεσσάρων εβδομάδων σε πιθανότητα 4 %, με διαφορά πέντε εβδομάδων κατά 22 %, με διαφορά μίας εβδομάδας κατά 53 % και τέλος την ίδια ημέρα σε ποσοστό 21 %.

 Το Πάσχα στις δυτικές εκκλησίες δεν είναι δυνατό να συμβεί παρά μεταξύ 22 Μαρτίου, και 25 Απριλίου. Στη ενωρίτερη ημερομηνία έχει να συμβεί από το 1818 και θα ξανασυμβεί το 2285. Στην οψιμότερη δε, συνέβη για τελευταία φορά το 1943 και θα ξανασυμβεί το 2038. Για τις ανατολικές Εκκλησίες το Πάσχα δεν είναι δυνατόν να εορτασθεί πριν από τις 4 Απριλίου (Ν. ημ.) και αυτό συνέβη το 2010.

Κατά τον 21ο αιώνα θα συμβεί παγκόσμιος συνεορτασμός του Πάσχα 11 φορές, η επόμενη όμως φορά που θα συμβεί αυτό θα είναι μετά από 8 αιώνες. Ο λόγος είναι ότι αιώνα η διαφορά των ημερομηνιών και κατά συνέπεια των ισημεριών των δύο ημερολογίων θα αυξηθεί σε 14 ημέρες τον 22ο αιώνα, σε 15 τον 23ο σε 16 τον 24ο, σε 17 τον 26ο κ.ο.κ., καθ’ όσον τα έτη 2100, 2200 και 2300 είναι μεν δίσεκτα για το Ιουλιανό, αλλά όχι για το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Επιπρόσθετα, και η διαφορά του χρόνου της πανσελήνου κατά Μέτωνα θα αυξάνεται συνεχώς και όταν θα φθάσει τις 7 ημέρες, τότε σε καμμία περίπτωση δεν θα εορτασθεί το Πάσχα την ίδια ημέρα από όλο το Χριστιανικό κόσμο.

 Ένα άλλο εμπόδιο που εμποδίζει τους ορθοδόξους να αποδεχθούν τον αστρονομικό καθορισμό του Πάσχα είναι η επιταγή του 7ου Αποστολικού Κανόνα, που επιβεβαιώνεται από τον 1ο Κανόνα της Συνόδου της Αντιοχείας, το 341 μ.Χ., καθώς και τον Κανόνα 7 της Α΄ Οικουμενικής συνόδου της Νικαίας που απαγορεύουν να εορτάζεται το Πάσχα πριν ή μαζί με τους Εβραίους, συγκεκριμένα καθορίζεται ότι, αν κάποιος Επίσκοπος, ή Ιερεύς, ή Διάκονος εορτάσει το Πάσχα πριν την εαρινή ισημερία μαζί με τους Εβραίους, να καθαιρείται. Άρα όποιο λάθος γίνεται στον υπολογισμό του εορτασμού του «Πεσάχ» από τους Εβραίους συμπαρασύρει και τους χριστιανούς της Ανατολής.

 Σε σύσκεψη κορυφής, στο Aleppo της Συρίας, το 1997,  το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών πρότεινε μια τροποποίηση στον υπολογισμό του Πάσχα η οποία θα αντικαθιστούσε τη μέθοδο που βασίζεται σε εξίσωση με άμεσες αστρονομικές παρατηρήσεις. Αυτό θα παραμέριζε τις διαφορές των ημερολογίων και θα καταργούσε τη διαφορά στον εορτασμό μεταξύ ανατολικών και δυτικών εκκλησιών. Η τροποποίηση προτάθηκε για εφαρμογή αρχής γενομένης από το 2001, αλλά δεν υιοθετήθηκε από κανένα μέλος.

Εδώ θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα που αυτόματα τίθεται. Ποιοι εορτάζουν πιο σωστά το Πάσχα; Οι Ορθόδοξοι ή οι Δυτικοί; Η απάντηση δεν είναι ούτε μονολεκτική, ούτε καν απλή. Σύμφωνα με τη διάταξη του τρόπου προσδιορισμού της ημερομηνίας του Πάσχα, όπως τυπικά και αυστηρά τον καθόρισε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, απόλυτο δίκαιο έχουν οι Δυτικοί, καθ’ όσον την εφαρμόζουν κατά γράμμα και μάλιστα κατά πραγματιστικό τρόπο χρησιμοποιώντας για καθορισμό του εορτασμού τον ακριβή χρόνο, κατά τον οποίο συμβαίνουν τόσο η εαρινή ισημερία όσο και η πανσέληνος. Αυτό είναι όμως το γράμμα του νόμου. Το πνεύμα του νόμου, το οποίο προϋπήρξε των Οικουμενικών Συνόδων ήταν η μεγάλη ανάγκη να εορτάζουν όλοι οι Χριστιανοί τη μέγιστη Εορτή την ίδια ημέρα παγκόσμια. Μετά το διαχωρισμό και την αποκοπή των Εκκλησιών,  δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία ο τυπικά και ουσιαστικά ορθός χρόνος εορτασμού του Πάσχα, όσο η ανάγκη όλοι οι Ορθόδοξοι να εορτάζουν τη Μεγάλη Εορτή την ίδια ημέρα. Ευχής έργο, φυσικά, είναι το γράμμα του νόμου να ταυτισθεί με το πνεύμα του, το οποίο σημαίνει να πεισθούν όλοι οι ηγέτες των Ορθοδόξων Εκκλησιών να αποδεχθούν τον ορθό τρόπο εορτασμό του Πάσχα, όσον αφορά το ημερολόγιο, τη λήψη της ισημερίας και του χρόνου της πανσελήνου. Οι αστρονόμοι μπορούν να προβλέπουν ακριβείς χρόνους ισημεριών και πανσελήνων για πάρα πολλά χρόνια. Μέχρι τότε, κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος, κρίνεται ορθότερο να συνεχισθεί η κατάσταση αυτή, έστω και αν παραβιάζεται η τυπική διάταξη της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.

Υπάρχουν όμως και πρακτικοί λόγοι που οι Ορθόδοξοι και ιδιαίτερα οι Έλληνες προτιμούν την επικρατούσα διαδικασία προσδιορισμού του Πάσχα. Ως γνωστόν το Πάσχα είναι μία κατ’ εξοχήν ανοιξιάτικη εορτή και τα  πασχαλινά έθιμα, όπως εκδρομή στις ιδιαίτερες πατρίδες, ύπαρξη αφθόνων ανθέων για το στολισμό του Επιταφίου, οβελίες κ.λ.π., απαιτούν συνθήκες προχωρημένης ανοίξεως. Σε περίπτωση ευθυγραμμίσεως με τους Δυτικούς, το Πάσχα θα εορτάζεται από 22 Μαρτίου μέχρι το πολύ 25 Απριλίου, ενώ με το ισχύον σύστημα συμβαίνει από 4 Απριλίου μέχρι 9 Μαΐου, οπότε κατά τεκμήριο επικρατούν καλύτερες καιρικές συνθήκες.

Όπως κι αν έχει το πράγμα το Πάσχα αποτελεί τη μεγαλύτερη γιορτή των Ορθοδόξων και ιδιαίτερα των Ελλήνων, οι οποίοι συνέδεσαν το Πάσχα με την Ανάσταση του Κυρίου τους και με την ανάσταση του Έθνους μας. Θα γιορτάζεται πάντα με την πρέπουσα μεγαλοπρέπεια γιατί στρέφει τον άνθρωπο προς την ιδιαίτερη πατρίδα του και είναι ένας ισχυρότατος παράγων συνοχής της ελληνικής οικογένειας, αλλά και συσφίξεως των σχέσεων μεταξύ συγγενών φίλων και συγχωριανών.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Δ. Κωτσάκη – Κ. Χασάπη «Κοσμογραφία», ΟΕΔΒ 1972

Δημητρίου Κωτσάκη «Ηλιακόν Σύστημα», Αθήνα 1975.

Στράτου Θεοδοσίου – Μάνου Δανέζη «Η Οδύσεια των Ημερολογίων», Εκδόσεις Δίαυλος.

[1]                 Ηλιακή ημέρα λέγεται ο χρόνος μεταξύ δύο διαδοχικών μεσουρανήσεων του ηλίου. Μετράται με τα ηλιακά ωρολόγια. Δεν είναι όμως σταθερή κατά τη διάρκεια του έτους για δύο λόγους. Πρώτον διότι ο ήλιος κινείται πάνω στην εκλειπτική και συνεπώς δεν βρίσκεται στο επίπεδο του ουράνιου ισημερινού και δεύτερον διότι δεν κινείται ισοταχώς, λόγω της ελλειπτικής τροχιάς της γης. Για το λόγο αυτό οι αστρονόμοι υιοθέτησαν την υποθετική ύπαρξη ενός φανταστικού ηλίου ο οποίος κινείται ισοταχώς πάνω στον ουράνιο ισημερινό τηρώντας κατά μέσο όρο την ταχύτητα του πραγματικού ηλίου. Ο ήλιος αυτός ονομάσθηκε μέσος ήλιος και ο χρόνος μεταξύ δύο διαδοχικών μεσουρανήσεών του ονομάσθηκε Μέση Ηλιακή Ημέρα (ΜΗΗ), η οποία είναι πρακτικά σταθερή και έχει διάρκεια 86.400 δευτερόλεπτα (24 Χ 60 Χ 60 = 86.400).

 [2]                 Η Εκκλησία διαμόρφωσε ένα πρακτικό τρόπο για τον υπολογισμό της πανσελήνου της εαρινής ισημερίας. Καθιερώθηκε ο όρος «σελήνης θεμέλιον» κάθε έτους, ως ο αριθμός ημερών της σελήνης κατά την 1η Ιανουαρίου του έτους αυτού. Επειδή ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος έχουν συνολική διάρκεια 59 ημερών, δηλαδή δύο σεληνιακών μηνών ακριβώς, ο όρος σημαίνει και τον αριθμό ημερών της σελήνης και την 1η Μαρτίου. Επομένως προσθέτοντας το θεμέλιο της σελήνης με το 21, βρίσκουμε τις ημέρες της σελήνης κατά την εαρινή ισημερία. …

[3]                 Για να ακριβολογούμε η Εκκλησία της Ελλάδος δεν δέχεται ότι εισήγαγε το Γρηγοριανό ημερολόγιο, αλλά ότι εφαρμόζει το «Διορθωμένο Ιουλιανό». Η διόρθωση του λάθους του Ιουλιανού ημερολογίου δεν γίνεται όπως στο Γρηγοριανό, αλλά ως εξής: Δεν αφαιρούνται τρεις ημέρες από κάθε τέσσερις αιώνες, αλλά επτά ημέρες από κάθε εννιά αιώνες. Και η αφαίρεση αυτή έγινε ως εξής: Ελήφθη υπ’ όψη ο αριθμός που σχηματίζεται από το ψηφίο των χιλιάδων και των εκατοντάδων. Ο αριθμός αυτός διαιρούμενος διά του 9, δίνει κάποιο υπόλοιπο. Αν το υπόλοιπο αυτό είναι 2 ή 6, τότε το αιώνιο έτος θα είναι δίσεκτο, αν όχι τότε θα είναι απλό. Κατά τον τρόπο αυτό το διορθωμένο Ιουλιανό είναι πολύ ακριβέστερο του Γρηγοριανού καθ’ όσο έχει σφάλμα 1 ημέρα κάθε 42.676 χρόνια, ενώ το Γρηγοριανό 1 ημέρα κάθε 3.320 χρόνια. Για την εποχή μας η πρακτική διαφορά θα εμφανισθεί το 2800 μ.Χ., το οποίο για το Γρηγοριανό είναι δίσεκτο, ενώ για το διορθωμένο Ιουλιανό, δίσεκτο θα είναι το επόμενο, δηλ. το 2900 [29 = (3 Χ 9) + 2]. 

[1]                 Ηλιακή ημέρα λέγεται ο χρόνος μεταξύ δύο διαδοχικών μεσουρανήσεων του ηλίου. Μετράται με τα ηλιακά ωρολόγια. Δεν είναι όμως σταθερή κατά τη διάρκεια του έτους για δύο λόγους. Πρώτον διότι ο ήλιος κινείται πάνω στην εκλειπτική και συνεπώς δεν βρίσκεται στο επίπεδο του ουράνιου ισημερινού και δεύτερον διότι δεν κινείται ισοταχώς, λόγω της ελλειπτικής τροχιάς της γης. Για το λόγο αυτό οι αστρονόμοι υιοθέτησαν την υποθετική ύπαρξη ενός φανταστικού ηλίου ο οποίος κινείται ισοταχώς πάνω στον ουράνιο ισημερινό τηρώντας κατά μέσο όρο την ταχύτητα του πραγματικού ηλίου. Ο ήλιος αυτός ονομάσθηκε μέσος ήλιος και ο χρόνος μεταξύ δύο διαδοχικών μεσουρανήσεών του ονομάσθηκε Μέση Ηλιακή Ημέρα (ΜΗΗ), η οποία είναι πρακτικά σταθερή και έχει διάρκεια 86.400 δευτερόλεπτα (24 Χ 60 Χ 60 = 86.400).

[2]                 Η Εκκλησία διαμόρφωσε ένα πρακτικό τρόπο για τον υπολογισμό της πανσελήνου της εαρινής ισημερίας. Καθιερώθηκε ο όρος «σελήνης θεμέλιον» κάθε έτους, ως ο αριθμός ημερών της σελήνης κατά την 1η Ιανουαρίου του έτους αυτού. Επειδή ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος έχουν συνολική διάρκεια 59 ημερών, δηλαδή δύο σεληνιακών μηνών ακριβώς, ο όρος σημαίνει και τον αριθμό ημερών της σελήνης και την 1η Μαρτίου. Επομένως προσθέτοντας το θεμέλιο της σελήνης με το 21, βρίσκουμε τις ημέρες της σελήνης κατά την εαρινή ισημερία. …

[3]                 Για να ακριβολογούμε η Εκκλησία της Ελλάδος δεν δέχεται ότι εισήγαγε το Γρηγοριανό ημερολόγιο, αλλά ότι εφαρμόζει το «Διορθωμένο Ιουλιανό». Η διόρθωση του λάθους του Ιουλιανού ημερολογίου δεν γίνεται όπως στο Γρηγοριανό, αλλά ως εξής: Δεν αφαιρούνται τρεις ημέρες από κάθε τέσσερις αιώνες, αλλά επτά ημέρες από κάθε εννιά αιώνες. Και η αφαίρεση αυτή έγινε ως εξής: Ελήφθη υπ’ όψη ο αριθμός που σχηματίζεται από το ψηφίο των χιλιάδων και των εκατοντάδων. Ο αριθμός αυτός διαιρούμενος διά του 9, δίνει κάποιο υπόλοιπο. Αν το υπόλοιπο αυτό είναι 2 ή 6, τότε το αιώνιο έτος θα είναι δίσεκτο, αν όχι τότε θα είναι απλό. Κατά τον τρόπο αυτό το διορθωμένο Ιουλιανό είναι πολύ ακριβέστερο του Γρηγοριανού καθ’ όσο έχει σφάλμα 1 ημέρα κάθε 42.676 χρόνια, ενώ το Γρηγοριανό 1 ημέρα κάθε 3.320 χρόνια. Για την εποχή μας η πρακτική διαφορά θα εμφανισθεί το 2800 μ.Χ., το οποίο για το Γρηγοριανό είναι δίσεκτο, ενώ για το διορθωμένο Ιουλιανό, δίσεκτο θα είναι το επόμενο, δηλ. το 2900 [29 = (3 Χ 9) + 2]. 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.