ΟΙ ΣΛΑΒΟΙ ΜΙΛΟΥΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

 
ΟΙ ΣΛΑΒΟΙ ΜΙΛΟΥΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΑ 
Μία ανατρεπτική άποψη
Του Μιχάλη Μπατσινίλα.
 
Παραθέτω τα περισσότερα από τα τοπωνύμια του Οιτύλου, που παρουσιάζουν εκ πρώτης όψεως Σλαβική προέλευση και με την μοναδική δυνατότητα που έχω του 15τομου λεξικού του Δημητράκου έκδοσης 1964, αλλά και από την πλήρη επιτόπια γνώση παράλληλα και την ιστορική, προσπαθώ πρωτοποριακά ν’ αποδείξω πώς η ρίζα των Σλαβικών τοπωνυμίων είναι η Ελληνική γλώσσα. Κριτές μου ας είστε όλοι εσείς οι πτυχιούχοι εγώ είμαι ένας απόφοιτος του παλιού εξαταξίου Γυμνασίου με ένα μοναδικό όπλο το μπόλικο μεράκι που έχω να γνωρίσω τον τόπο μου και μέσα από αυτόν τον εαυτόν μου.
Ασπέλιοβα, Αστρόβα, Βούρ(γ)ιαλη, Γαρδενίτσα, Γαρδίνα, Γέργιοβα, Γιατραινίτσα, Γυαλίστοβα, Κλεινοβά, Κολομίνιτσα, Κούτσουβα, Λίντοβα, Μπαλούσινα, Μπουΐτσα, Νιάνοβα, Ουγκουβίστια, Πλήσινα, Πολιάνη, Πολιάνια, Τριμέσι, Τριμέσοβα, Τσέρια,.
 
Ασπέλιοβα: Το τοπωνύμιο της Απέλιοβας, που αρχαιότερα λόγω των αμπελώνων λεγότανε Παλιάμπελα, βρίσκεται επί λίαν επικλινούς εδάφους, κάτω από την βρύση της Νιάμιτσας, σε ένα καταρράκτη στο Οίτυλο. Η ονομασία προέρχεται από την παραφθορά της λέξης Ασπέδιοβα. Η κατάληξη οδηγεί σε Σλαβική προέλευση, αλλά η ρίζα της ετυμολογίας είναι Ελληνικότατη. Παράγεται από τις εξής λέξεις: 1) Το επίρρημα ασπέδιστα= (δημ.), άνευ σπουδής, χωρίς βιασύνη, με υπομονή σιγά-σιγά, π.χ. α) Περπάτα ασπέδιστα και δεν μας κυνηγάνε. β) Έχουμε καιρό ν’ αποσκάψουμε τ’ αμπέλι ως να νυχτώσει, δούλευε ασπέδιστα. 2) Το επίθετο ασπέδιστος-η-ο= (δημ.), επί ίππων, ο μη έχων κανονικώς του βηματισμού πέδας, δηλαδή που δεν του βάλανε λουριά στα πόδια, χρησιμοποιείται μεταφορικά και επί ροής ύδατος, ο μη δια φράγματος ή αυλακισμάτων αναχαιτιζόμενος, π.χ. Ασπέδιστες γύρω οι ρεματιές και σε κάθε βροχή πλημμυρούν τα χωράφια. Η ομώνυμη περιοχή στο Οίτυλο έχει ορμητικό χειμαρρώδη καταρράκτη σε ρεματιά και τα ζώα ιδιαίτερα τα μεγάλα αποφεύγανε να τα δένουνε στα πόδια για να μη γκρεμιστούν στο ανώμαλο του εδάφους. Οι άνθρωποι πρέπει να ανεβοκατέβουν τα στενοχούρια σιγά-σιγά χωρίς βιασύνη γιατί και αυτοί κινδυνεύουν να γκρεμιστούν.
 
Αστρόβα: Τοπωνύμιο ορεινού ξεμονιού στο Οίτυλο, έρημο σήμερα, με τα σπίτια των οικογενειών Γαλάρη και Κουρμπέλη από το γένος των Στεφανοπούλων. Η κατάληξη αν και Σλαβική ακολουθεί την Ελληνικότατη ρίζα άστρο, το επίθετο αστρόβλητος = ο υπό του άστρου, ήτοι του Ηλίου ή του Κυνός (αστέρι του Σείριου) βληθείς, ο αστροβλής. Πράγματι η κατάξερη περιοχή της Αστρόβας, λόγω υψόμετρου, είναι το πρώτο και το καλύτερο σημείο, να απολαύσει πρώτος κανείς την ανατολή του μεγάλου διπλού αστέρα του Σείριου, που βρίσκεται στον αστερισμό του Μεγάλου Κύνα. Από το πλανητικό σύστημα του οποίου λέγεται ότι διέφυγε πριν καταστραφεί ο πλανήτης τους το γένος των Τιτάνων, πατριάρχες του Ιαπετικού λευκού γένους.
 
Βούρ(γ)ιαλη: Το τοπωνύμιο βρίσκεται σε δύο τοποθεσίες στο Οίτυλο, η μία είναι επάνω από το ξεμόνι της Νούμπρεβίτσας (Ελαιοχώριον) στο βουνό και υπάρχει πηγάδι με νερό και η άλλη είναι κάτω στις Βατούρες με λεκανάκι που μαζεύει νερό. Παράγεται από την μεσαιωνική, δημοτική και λατινική λέξη βούργια (η) =σάκκος δερμάτινος ή μάλλινος που βάζανε τα τρόφιμα ή άλλα χρειαζούμενα οι χωρικοί, το ταγάρι, ο ντουρβάς. Στην δημοτική το υποκοριστικό της λέξης βούργια είναι το βουργιάλι =το μικρό σακκίδιον, το ταγαράκι, το ντουρβαδάκι. Επί του προκειμένου τοπωνυμίου το νερό είναι λίγο και ίσα-ίσα που γεμίζανε τα τότε δερμάτινα φλασκιά τους (βουργιάλια) οι βοσκοί.
 
Γαρδενίτσα ή Γκαρδενίτσα, Γαρδίνα, Γαρδίνιες: Τοπωνύμιο μεγάλης ευθείας έκτασης στο Οίτυλο, αλλά και στην Μέσα Μάνη το ομώνυμο χωριό, που επίσης βρίσκεται σε επίπεδη έκταση. Η κατάληξη οδηγεί σε Σλαβική προέλευση όμως η ρίζα του πρώτου συνθετικού είναι η λέξη γκάρδιο (το)= (δημ.), ευθεία μικρά ράβδος εκ ξύλου ή καλάμου εντιθεμένης επί της επιμήκους γλυφής του αντίου του ιστού, ίνα περιτυλίσσηται ευκόλως το ύφασμα.
 
Γέργιοβα: Τοπωνύμιο στο Οίτυλο, κοντά στην τοποθεσία Βασίλεινες, που ήταν το Οίτυλο των Ελληνιστικών (Ρωμαϊκών) χρόνων. Η κατάληξη οδηγεί σε Σλαβική προέλευση όμως η ρίζα προέρχεται από την αρχαία Ελληνική λέξη γόργυρα (η), ιωνικός τύπος γοργύρη και δωρικός τύπος γέργυρα= υπόγειος οχετός, υπόνομος, καθώς επίσης και δεσμωτήριον, ειρκτή, υπόγειος φυλακή. Στις Γέργιοβες υπάρχει σπήλαιον που μπορεί να χρησιμοποιήθηκε στα αρχαία χρόνια ως φυλακή, αλλά και ρέμα περνάει και υπόγειοι οχετοί υπάρχουν τώρα και θα υπήρχαν και παλαιότερα για να διαβαίνουν οι άνθρωποι και τα ζώα τον χείμαρρο.
 
Γιατραινίτσα: Το τοπωνύμιο είναι σε σπήλαιο στο ξεμόνι Αρφίγγεια του Οιτύλου, μπορεί από την κατάληξη να δείχνει Σλαβικό, όμως είναι ξεκάθαρο Ελληνικό και είναι το υποκοριστικό της γιάτραινας. Ίσως στην σπηλιά τον μεσαίωνα να ζούσε καμιά γιάτρισσα και να προσέφευγαν στα γιατροσόφια της.
 
Γυαλίστοβα: Τοπωνύμιο του Οιτύλου που αν και έχει Σλαβική κατάληξη η ρίζα της λέξης είναι η λέξης γύαλον (το)= το κοίλον, η κοιλότης. Πράγματι υπάρχει κοιλότητα του εδάφους στην περιοχή εκείνη.
 
Κλεινοβά: Το τοπωνύμιο ευρίσκεται στα σύνορα Οιτύλου και Κρυονερίου υπάρχει και ομώνυμο γεφύρι στο εκεί λαγκάδι. Η Σλαβική κατάληξη δεν μπορεί να μας ξεγελάσει, είναι Ελληνικότατη η ρίζα από την λέξη κλείω ή κλείνω= φράσσω πόρο προς παρεμπόδιση διάβασης, αποκλείω, εμποδίζω την διάβαση, ειδικά σε αναφορές προς στενές και επίκαιρες διαβάσεις. Πραγματικά η τοποθεσία της Κλεινοβάς είναι στενή και σπουδαία διάβαση από τα Βορειοανατολικά για το κάστρο της Μαΐνης στο Οίτυλο και ήταν πάντοτε οχυρωμένη με το προκεχωρημένο Καστρί ή Καστρία στον ομώνυμο λοφίσκο.
 
Κολομίνιτσα: Το τοπωνύμιο είναι σε σπήλαιο με ιαματικό νερό στην Πλήσινα του Οιτύλου. Το δεύτερο συνθετικό και η κατάληξη της λέξης είναι Σλαβικό, αλλά το πρώτο συνθετικό που δένει και την ερμηνεία της λέξης είναι Ελληνικότατο. Κόλον (το)= τροφή, φαγητό, εξ ου και βουκόλος, επίσης έχει και την έννοια της διατηρημένης τροφής. Επί του προκειμένου τοπωνυμίου σαφώς και ενδείκνυται το σπήλαιο για την διατήρηση τροφών, διότι λόγω του μικρού φυσικού ανοίγματος προς την δεξαμενή του νερού μπορούν να φυλαχτούν εκεί και τρόφιμα.
 
Κούτσουβα: Τοπωνύμιο και συνοικία στο χωριό Οίτυλο κάτω από το δεντρό του Αϊ-Δημήτρη. Η Σλαβική κατάληξη δεν μπορεί να ξεγελάσει την ξεκάθαρη Ελληνική ρίζα της λέξης από το επίθετο ο κουτσός-η-ό = ο ανάπηρος στο πόδι. Εκεί στα σπηλιάκια της Κούτσουβας σέρνονταν δεμένοι με αλυσίδες στο ένα πόδι. Από τους Φράγκους του Βιλαρδουϊνου, οι αιχμάλωτοι Μεληγγοί που έκοβαν ογκόλιθους στα εκεί λατομεία για να μεγαλώσει το κάστρο της Μαΐνης στο Οίτυλο.
 
Λίντοβα: Τοπωνύμιο στο Οίτυλο στην άκρη του οροπεδίου του προς το Μυλολάγκαδο, απέναντι από την Κελεφά. Η κατάληξη μπορεί να οδηγεί σε Σλαβική προέλευση, όμως η ρίζα είναι η λέξη λίντεον ή λέντιον (το) = ύφασμα λινό, ιδιαίτερα εκείνο που περιζώνεται προς εργασία, η ποδιά, η μπροστέλα. Επί του προκειμένου τοπωνυμίου είναι η ποδιά ή η μπροστέλα του οροπεδίου του Οιτύλου προς τα βορειοανατολικά..
 
Μπαλούσινα: Το τοπωνύμιο είναι σε βοσκότοπο του Οιτύλου. Μπορεί  εκ πρώτης όψεως να δείχνει Σλαβικό όμως είναι ξεκάθαρο Ελληνικό και προέρχεται από την λέξη ο μπελούσης= ο (η) βελάζων.
 
Μπουΐτσα: Το τοπωνύμιο είναι σε μεγάλο σπήλαιο κάτω από το Οίτυλο δίπλα από το στενοχούρι της Κακιάς Σκάλας. Το δεύτερο συνθετικό με την κατάληξη μπορεί να θυμίζει Σλαβικό, αλλά παράγεται από την δημοτική λέξη ο μπούας= ο βλάκας, ο δύσνους και το υποκοριστικό είναι ο μπουΐτσας, η μπουΐτσα.
 
Νιάνοβα: Τοπωνύμιο στο Οίτυλο, που αν και από την κατάληξη φαίνεται ως Σλαβικό εν τούτοις η ρίζα της λέξης είναι η Ελληνικότατη λέξη νιάσιμο (το) ή νιά(σ)μα = επί αγρών, το αποτέλεσμα του νεάζω, νέασης, το πρώτο όργωμα χέρσου αγρού.
 
Ουγκουβίστια: Το τοπωνύμιο συναντάται στο Οίτυλο και είναι από δύο συνθετικά το πρώτο Ούγκ- , είναι Σλαβικό κύριο όνομα και το δεύτερο –βίστια = παράγεται από την μεσαιωνική λέξη η βίστα που προέρχεται από την λατινική vista και σημαίνει η θέα ή το εξ αποστάσεως θεάσθαι.
 
Πλήσινα: Το τοπωνύμιο αυτό είναι η ονομασία του επίνειου του ξεμονιού της Αρφίγκειας. Ο Χ. Δούκας «Η Σπάρτη δια μέσου των αιώνων» σελ.452 αναφέρει ότι προέρχεται από το Σλαβικό Blisin=πλησίον, μπλιζίνα=η κοντινή. Αλήθεια πρέπει να δανειζόμαστε τις Ελληνικές λέξεις όπως τις γράφουν ή τις προφέρουν τα έθνη του λευκού Ιαπετικού γένους; Ή να καταφεύγουμε στο μοναδικό για την μεγαλοσύνη του Ελληνικό λεξικό και να ετυμολογούμε αυτές βρίσκοντας τις ρίζες τους. Επί του προκειμένου τοπωνυμίου η ρίζα του είναι η λέξη πλησίον= κοντά, εις μικρή απόσταση από κάπου εδώ από το Οίτυλο. Ή το πιθανότερο από το ρήμα πλήσσω= κτυπώ κάποιον, ιδιαίτερα κτυπήματος εκ του συστάδην, βαρώ κάποιον δια χειρός ή δια των όπλων. Αυτό είναι και η πιο σίγουρη προέλευση του τοπωνυμίου, γιατί όποιος εχθρός από την θάλασσα αποβιβασθεί στην βραχώδη παραλία της Πλήσινας, μπορεί άνετα να κτυπηθεί εκ του συστάδην και εκ του ασφαλούς, από την γύρω περιοχή διότι είναι ψηλότερα με μεγάλους γκρεμούς.
 
Πολιάνα ή Πολιάνη ή Πολιάνια: Το τοπωνύμιο συναντάται στο Οίτυλο και αλλού. Πολλοί είπαν ότι είναι Σλαβικό τοπωνύμιο και οι δήθεν εξέχοντες συμβουλάτορες του υπουργείου εσωτερικών προέβησαν σε μετονομασίες, όμως η ρίζα της λέξης είναι η Ελληνικότατη λέξη πολιά (η)= οι γέροντες, τα γειρατιά. Πράγματι οι τοποθεσίες που έχουν αυτό το τοπωνύμιο είναι μικρά ή μεγαλύτερα επίπεδα μέρη, που μπορούσαν άνετα να εργασθούν και οι γέροντες.
 
Τριμέσι, Τριμέσοβα: Το τοπωνύμιο συναντάται σε δύο τοποθεσίες στο Οίτυλο, η μία έχει και την Σλαβική κατάληξη, αλλά η ρίζα είναι Ελληνική και παράγεται από το ρήμα τριμερίζω= διαιρώ εις τρία μέρη. Ίσως να υπήρχε παρατσούκλι ή επώνυμο Τριμέσης εκείνα τα χρόνια.
 
Τσέρια: Τοπωνύμιο δίπλα από το κάστρο της Κελεφάς προς τα δυτικά και πάνω από την τοποθεσία Φρύγανο. Το τοπωνύμιο συναντάται και σε πολλές άλλες περιοχές και λεπτομερή ανάλυσή του δημοσίευσε ο φίλος Γιώργος Βενιζελέας από τα Τσέρια της Έξω Μάνης στο περιοδικό Μάνη τεύχος 6 σελ. 20-21. Η δική μου συμβολή ήταν κυρίως στην Ελληνικότητα της ρίζας του. Τσέρια, Τσεροβά, Πολυτσάραβος, Τσάρος, η ρίζα τους είναι η λέξη κάρα που σημαίνει κεφαλή, το κ γίνεται τα. Ο Πολυκέφαλος έγινε  Πολυτσάραβος.
 
 
 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.