Οι ιστορικές ρίζες της Νεοελληνικής Αναγέννησης και παλινόρθωσης

Οι ιστορικές ρίζες της Νεοελληνικής Αναγέννησης και παλινόρθωσης

Mε την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος, αρχής γενομένης με την ήττα Αθηναίων και Θηβαίων, από τους Μακεδόνες το 338 π.Χ. στην Χαιρώνεια, άρχισε μια χρόνια παρακμή του Ελληνικού Πνεύματος αλλά και του Ελληνικού Κόσμου γενικότερα. Η παρακμή αυτή που κορυφώθηκε στην περίοδο του σκοτεινού Μεσαίωνα, όπου ήταν απαγορευμένη και η απλή αναφορά κάθε τι του ελληνικού, ως ειδωλολατρικού, ο ελληνικός λαός έχασε κάθε ίχνος εθνικής μνήμης και οι Έλληνες αποκαλούσαν τον εαυτόν του «Ρωμιοί» και την γλώσσα τους Ρωμαίικη που μιλούσαν οι κάτοικοι του Μοριά, της Ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών.

Ό,τι διασώθηκε από την παλιά δόξα των Ελλήνων φερόταν σαν μακρινός απόηχος στα ήθη και τα έθιμα και στην ζωντανή τους γλώσσα που περνούσαν από γενιά σε γενιά σαν σιωπηρή παρακαταθήκη. Με αυτό τον τρόπο διασώθηκε και η ελληνική γλώσσα, και έφθασε μέχρι την απελευθέρωση. Από τις 750.000 κατοίκους του πρώτου ελληνικού βασιλείου, οι περισσότεροι είχαν για μητρική τους γλώσσα τα ελληνικά, υπήρχαν μερικοί Βλάχοι και πολλοί εξελληνισμένοι Αλβανοί.

Η Γλώσσα

Η άποψη πως οι ομιλούντες την ελληνική δεν είχαν σταγόνα ελληνικού αίματος και ότι διέσωσε τη γλώσσα η εκκλησία δεν ευσταθεί.  Πρώτον διότι η εκκλησία δεν διέθετε αρκετά σχολεία και δασκάλους, για να μεταδώσει τη γλώσσα στους εγκατεστημένους Σλάβους.  Δεύτερον ακόμα και εάν η εκκλησία είχε επιχειρήσει να διδάξει τα ελληνικά στους Σλάβους, θα είχε διδάξει μια πιο λόγια και τυποποιημένη γλώσσα, πλησιέστερη στις διαλέκτους των αρχαίων ελληνικών και όχι εκείνα τα ελληνικά που μιλούσαν οι κάτοικοι του Μοριά της Ηπειρωτικής Ελλάδος και των άλλων περιοχών.

Το βέβαιο συμπέρασμα είναι ότι η ελληνική γλώσσα επέζησε από της Σλαβικές και άλλες εισβολές των Ρωμαίων, Φράγκων, Τούρκων κλπ. από τη ζωντανή ομιλία των λαϊκών στρωμάτων.  Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το αναμφισβήτητο γεγονός, ότι η δημοτική γλώσσα του Μοριά και της Ηπειρωτικής Ελλάδος του 16ου αιώνα, είναι η ίδια που μιλούσαν στα νησιά τα οποία δεν είχαν υποστεί Σλαβικές εισβολές.  Τούτο σημαίνει ότι οι Σλάβοι εισβολείς αυτής της περιόδου, όπως και οι κατοπινότεροι, αφομοιώθηκαν πλήρως από την ελληνική γλώσσα, που την μιλούσαν αρχικά σαν δεύτερη γλώσσα, μέχρι που την υιοθέτησαν εντελώς όπως έγινε και με τα ήθη και έθιμα των Ελλήνων.

Παρά το γεγονός ότι η ελληνική γλώσσα όπως και τα έθιμα επέζησαν, οι Έλληνες (πλην ορισμένων λογίων) είχαν απολέσει εντελώς την εθνική τους μνήμη, δεν είχαν ιδέα περί αρχαίας Ελλάδος και ελληνικού πολιτισμού.  Αποκαλούσαν τον εαυτό τους Ρωμιούς και τη γλώσσα τους Ρωμαίικα.  Αγνοούσαν παντελώς πως ο τόπος και οι πόλεις που κατοικούσαν ήταν κάποτε έδρες μεγάλων πόλεων-κρατών που ανέπτυξαν τον απαράμιλλο ελληνικό πολιτισμό και που κατέρρευσαν μέσα στον γενικότερο στρόβιλο που δημιούργησε η διάλυση του Ελληνορωμαϊκού κόσμου.

 

Ο ρόλος του Κλήρου

Οι Βυζαντινοί κληρικοί ήταν ριζικά αντίθετοι με την ελληνική σκέψη που την θεωρούσαν ειδωλολατρική και έκαναν τα πάντα για την εξαφάνισή της. Η μόνη τους προσφορά στον ελληνικό και παγκόσμιο πολιτισμό, υπήρξε η προσπάθεια οικειοποίησης αυτής της σκέψης, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις περιπτώσεις στην Ιστορία και άθελά τους απέβησαν οι θεματοφύλακες της κλασικής ελληνικής γραμματείας, όση μπόρεσε να διασωθεί από τους απανωτούς διωγμούς και καταστροφές που υπέστη.

Παρ’ όλα αυτά υπήρξαν μεταξύ των Θεολόγων και διανοούμενοι ερευνητές που μελέτησαν τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων. Κατέχοντας το κλειδί της έρευνας που είναι η γλώσσα, αλλά και την πνευματική καλλιέργεια και γνώση, μπόρεσαν να μαντέψουν και θαυμάσουν την αρχαία σοφία. Η πηγή αυτής της έρευνας είναι αλήθεια, δεν προερχόταν απευθείας από την αρχαία Ελλάδα, αλλά έμμεση και αλλοιωμένη από τις Ελληνορωμαϊκές Σχολές, από τις οποίες η χριστιανική θεολογία αντλούσε τις βασικές μορφές της.  

 

Παρ’ όλα αυτά προκαλούσε τον πειρασμό της υπέρβασης και εξαγωγής από τα στενά όρια της ορθόδοξης Θεολογίας.

 

Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις σπουδαίων θεολόγων στην διάρκεια όλης της βυζαντινής περιόδου, που πρωτοπόρησαν στην αναβίωση της αρχαίας σκέψης και ιδεών αντλώντας τα ερείσματά τους απευθείας από τα ελληνικά κείμενα. Η αναβίωση αυτή εντάθηκε την περίοδο του σχίσματος μεταξύ της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας τον 11ο 12ο και 13ο αιώνα, καθώς και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος τον 11ο αιώνα υπήρξε ο Ψελλός ο οποίος θεμελίωσε το φιλοσοφικό του σύστημα πάνω σε ότι θεωρούσε ο ίδιος διδασκαλία του Πλάτωνα. Ο Ψελλός έγινε πρόξενος δημιουργίας μιας νεοπλατωνικής Σχολής και βρήκε πολλούς οπαδούς τα κατοπινά χρόνια, αναγκάζοντας κατά τον 14ο αιώνα την ιερά Σύνοδο, προπύργιο του συντηρητισμού, σε αφορισμούς όσων ασπάζονταν την φιλοσοφία του.  Οι ιδέες αυτές διαδόθηκαν ακόμα περισσότερο κατά τον 15ο αιώνα, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Γεώργιο Πλήθωνα Γεμιστό που έφθασε στο σημείο να προτείνει την ανάγκη ίδρυσης ανεξάρτητου ελληνικού κράτους στο χώρο της Πελοποννήσου, Ηπειρωτικής Ελλάδος και των νήσων, που θεωρούσε λίκνο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, και που οι σημερινοί του κάτοικοι εξακολουθούσαν να μιλούν την ελληνική γλώσσα.

 

Η διάδοση του ελληνικού πνεύματος

Κατά τον 12ο και 13ο αιώνα η Δύση γνώρισε μέσω των Αράβων τα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα και κυρίως αυτά του Αριστοτέλη.  Ενσωμάτωσε την Αριστοτελική φιλοσοφία στα προοδευτικά Πανεπιστήμια της Μπολόνιας και της Πάντοβας που βρίσκονταν έξω από τον Παπικό έλεγχο.  Για την διάσωση και διάδοση αυτή, ο παγκόσμιος πολιτισμός οφείλει μεγάλη χάρη στους Άραβες και στον Αραβικό πολιτισμό και πρέπει να αισχύνεται η σύγχρονη Δύση για τη σημερινή συμπεριφορά της απέναντι στον Αραβικό κόσμο.  Στους ίδιους χώρους συνέρρευσαν με μαζική αποδημία Βυζαντινοί δάσκαλοι συναποκομίζοντας τα Ελληνικά τους χειρόγραφα, αναγκαία βοηθήματα στο διδασκαλικό τους έργο κατά την πρώτη άλωση του 1204 και κυρίως μετά την οριστική πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 στους Τούρκους. Η πτώση της Πόλης οδήγησε στη μεγαλύτερη εξαγωγή και διάδοση ελληνικών χειρογράφων.

Από το Πανεπιστήμιο της Πάντοβας που όπως προείπαμε βρισκόταν εκτός παπικού ελέγχου, σπούδασαν σημαντικοί ορθόδοξοι δάσκαλοι, που θα στελεχώσουν αργότερα και θα διδάξουν στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης που επανιδρύθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα. Από τους δασκάλους αυτούς πιο σημαντικός ήταν ο Αριστοτελικός φιλόσοφος Θεόφιλος Κοριδαλέας που ανάμεσα 1624-1641 μεταμόρφωσε την Πατριαρχική Ακαδημία σε ένα σημαντικό Πνευματικό Κέντρο του Ανατολικού Κόσμου.

Στην Ακαδημία αυτή σπούδασαν δάσκαλοι που δίδαξαν με μεγάλη επιτυχία στις Σχολές που ιδρύθηκαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, στην Ήπειρο, την Πάτμο, τη Μακεδονία, τη Χίο και αλλού προετοιμάζοντας την πνευματική αναγέννηση του ελληνικού λαού. Από τις Σχολές αυτές απέκτησαν μια σύγχρονη παιδεία οι εύποροι Έλληνες και οι Φαναριώτες που θα τροφοδοτήσουν με διοικητικά στελέχη το Πατριαρχείο και τους κεντρικούς θεσμούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά θα συντελέσουν στην αναζωογόνηση και αναγέννηση της συνείδησης των Ελλήνων.  

Παρά την απαρασάλευτη στάση της επίσημης εκκλησίας που παραμένει ο προμαχώνας της βυζαντινής παράδοσης στην απόρριψη της ελληνικής σοφίας ως ειδωλολατρικής και συνιστούσε καρτερία και υποταγή στο θέλημα του Θεού για τιμωρία του λαού λόγω των αμαρτημάτων του η πρόοδος δεν σταματάει. Οι νέες ιδέες έκαναν πολλούς κληρικούς να αισθάνονται Έλληνες. Έτσι περνούσε το μήνυμα στις χριστιανικές κοινότητες και καλλιεργούνταν η ιδέα πως ανήκουν σε ένα έθνος το Ελληνικό και οφείλουν να το ελευθερώσουν από τον Τουρκικό ζυγό. Η ελληνική κοινωνία στις θρησκευτικές της εκφάνσεις ήταν βασικά μια δημοκρατική θεοκρατία. Τα Μοναστήρια και οι μοναχοί που προέρχονταν από τα λαϊκά στρώματα ήταν κέντρα κοινωνικής ζωής που συνέτειναν στην Ελληνοποίηση του λαού μας.

 

Ο ρόλος του τουρκικού Καθεστώτος

 

Το τουρκικό καθεστώς όφειλε την επιβολή του σε ένα περίτεχνο συνδυασμό παραχωρήσεων προνομίων από τη μια και άσκηση ωμής τυραννίας και κατάχρησης εξουσίας των υπαλλήλων του από την άλλη, που το εξέθεταν στα μάτια των υποτελών του και αναμόχλευε το μίσος τους για τους κατακτητές, τροφοδοτώντας έτσι τον ασίγαστο πόθο των Ελλήνων για εξέγερση και αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Η κατάχρηση εξουσίας συμπληρωνόταν και από τους Έλληνες γαιοκτήμονες και επισκόπους που οι κοσμικές τους αρμοδιότητες τους τοποθετούσαν στις ανώτερες βαθμίδες της τουρκικής κοινωνίας. Οι απλοί άνθρωποι οι ραγιάδες βιώνοντας την διπλή αυτή καταπίεση και εκμετάλλευση και τσακισμένοι από την φορολογία και τις κακουχίες, είχαν την αίσθηση ενός αού απόκληρου και υποδεέστερου. Από δω ξεκινάει και η επιδίωξη των αγωνιστών της επανάστασης του 1821 για εθνική και κοινωνική απελευθέρωση.  Επιδίωξη που όμως έμεινε ανολοκλήρωτη κυρίως λόγω έλλειψης ιδεολογικής και οργανωτικής προετοιμασίας.  Η ημιτελής αυτή απελευθέρωση θα δυναμιτίσει τους κατοπινούς κοινωνικούς αγώνες των Ελλήνων και θα διατηρήσει τη χώρα μας σε χρόνια καθυστέρησης μακριά από τις χώρες της ανεπτυγμένης Ευρώπης.

 

Με την ανάπτυξη του εμπορίου μεταξύ Ευρώπης και Ανατολής κατά τη διάρκεια κυρίως του 18ου αιώνα, οι Έλληνες που αποτελούσαν την πιο σημαντική και αξιόπιστη δύναμη στην Τουρκική αυτοκρατορία, κατόρθωσαν να πάρουν στα χέρια τους μεγάλο μερίδιο αυτού του εμπορίου και να αποκομίσουν τεράστια κέρδη.  Σκορπισμένοι σε όλα τα λιμάνια και τα εμπορικά κέντρα των οθωμανικών κτήσεων, είχαν ιδρύσει σπουδαία εμπορικά πρακτορεία σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, Ρωσία, Αυστρία, Ολλανδία, Ιταλία, Γαλλία, Αγγλία, φθάνοντας ως την μακρινή Ινδία.  Επωφελούμενοι και από την πτώση των ιταλικών πόλεων Βενετίας και Γένοβας έγιναν σπουδαίοι εμπορικοί παράγοντες της εποχής.  Από το 1779 μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή απέκτησαν το προνόμιο να ταξιδεύουν με υψωμένη τη Ρωσική σημαία κα να απολαμβάνουν την προστασία των ρωσικών προξενείων. Το 1813 παραμονές της επανάστασης διέθεταν πάνω από 600 πλοία σύγχρονης αμερικανικής τεχνολογίας με χωρητικότητα που ξεπερνούσε τους 150.000 τόνους. Πολλά από αυτά τα πλοία ήταν οπλισμένα βαριά για να αντιμετωπίζουν την πειρατεία και δε διέφεραν και πολύ από πολεμικά. Τα πλοία αυτά θα αποδειχθούν πλήρως αξιοπόλεμα όταν θα ξεσπάσει ο ξεσηκωμός του 1821.

 

Το εμπόριο και η σημασία του για τον Ελληνισμό

 

Η ίδια ανθούσα εμπορική εξέλιξη παρατηρείται και στο χερσαίο εμπόριο και οι πόλεις της Βόρειας Ελλάδος πραγματοποιούσαν συναλλαγές με την ανατολική Ευρώπη με κύριους μεταφορείς τους Βλάχους που ταξίδευαν τους καλοκαιρινούς μήνες με τα καραβάνια τους, όταν τα κοπάδια τους έβοσκαν ελεύθερα στα ορεινά βοσκοτόπια.  Η αύξηση του ελληνικού εμπορίου είχε φτάσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνει κράτος, και πως οι Έλληνες με την ιδιότητα του εμπόρου και χριστιανού είχαν γίνει κράτος εν κράτει μέσα στην τουρκική επικράτεια.

 

Οι έμποροι όπως συνέβη πάντοτε στην Ιστορία, μαζί με τα εμπορεύματα μεταφέρουν μαζί και ιδέες και γνώσεις. Με την είσοδο της Γαλλίας και Αγγλία στις αγορές της ανατολικής Μεσογείου, μαζί με τα εμπορεύματα αρχίζουν να διακινούνται και οι νέες ευρωπαϊκές ιδέες που προκάλεσε η αναγέννηση, ο διαφωτισμός και η Γαλλική επανάσταση που συγκλόνισε τον κόσμο της τότε εποχής.  Αυτές οι ιδέες άρχισαν να εισχωρούν στις τάξεις των Ελλήνων εμπόρων και των διανοουμένων. Ταυτόχρονα η οικονομική άνθηση της Ευρώπης προκάλεσε ένα πυκνό κύμα ταξιδιωτών και περιηγητών από την ευρωπαϊκή αριστοκρατία, με αυξημένο ενδιαφέρον για τα μνημεία της Αρχαίας Ελλάδας που είχαν ακόμα απομείνει. Αυτό το «περιηγητικό» ενδιαφέρον είχε σαν αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι Έλληνες, ακόμα και από τα κατώτερα λαϊκά στρώματα να συνειδητοποιήσουν τη σύνδεσή τους με αυτό τον σπουδαίο αρχαίο πολιτισμό και να ξυπνήσει μέσα τους, μια κάποια εθνική συνείδηση και ιστορική συνέχεια που μέχρι τότε βρίσκονταν σε καταστολή. Ένα αίσθημα εθνικής υπερηφάνειας άρχισε να γεννιέται μέσα τους και η έννοια του Έλληνα που είχε ξεχαστεί, άρχισε να προβληματίζει τους Ρωμιούς και να αναζητούν τη χαμένη πραγματική τους ταυτότητα.

Την ίδια στιγμή ένα κύμα ευρωπαίων προοδευτικών διανοούμενων, επηρεασμένων από το πνεύμα της αναγέννησης και ενθαρρυνόμενοι από την φιλοπεριέργεια και ευστροφία των Ελλήνων, που ήταν πρόσφοροι στην αποδοχή κάθε νεωτερισμού, και διακρίνοντας στο πρόσωπό τους την προσωποποίηση του ελληνικού πνεύματος, άρχισαν να τρέφουν θαυμασμό και εκτίμηση και για τους νεοέλληνες. Το γεγονός αυτό όπως ήταν επόμενο είχε την θετική του συμβολή στην αναγέννηση των νεοελλήνων.

 

Η στροφή προς την κοσμική σκέψη και η αντίδραση της Εκκλησίας

 

Στον αιώνα που προηγήθηκε της ελληνικής επανάστασης, με την επίδραση των επαναστατικών αντιλήψεων της Δυτικής Ευρώπης, σημειώθηκε μια βασική στροφή από τη θεοκρατική προς την κοσμική σκέψη.  Μεταξύ του 1700-1730 από τις 228 εκδόσεις που έγιναν στα ελληνικά οι 180 αφορούσαν παραδοσιακά θρησκευτικά θέματα 79%.  Στη διάρκεια 1780-1790 η κατάσταση αυτή έχει διαφοροποιηθεί και από τις 310 εκδόσεις οι 157 ή 50% είχαν θρησκευτικό περιεχόμενο και 153 με κοσμικά θέματα.  Για να σημειωθεί θεαματική ανατροπή στη δεκαετία 1790-1800 όπου από τα 320 δημοσιεύματα τα 128 ή 40% είχαν θεολογικό περιεχόμενο ενώ τα 192 ή 60% είχαν κοσμικό.  Η εντυπωσιακή αυτή ανατροπή αποτελεί ένδειξη των μεγάλων ιδεολογικών συγκρούσεων που έλαβαν χώρα στο δεύτερο ήμισυ του 18ου, που είχε σαν αποτέλεσμα να ανατρέψει τον συσχετισμό της δύναμης, υπέρ της ελληνικής αναγέννησης και επανάστασης.

Η εκκλησία ανήσυχη από την ραγδαία αυτή διάδοση της λαϊκόφρονης σκέψης, αντιδρά στο φαινόμενο και εκδίδει στα 1798 την «Πατρική διδασκαλία» έργο πιθανώς του Γρηγορίου του Ε’ που προσπαθεί να αναχαιτίσει την διάδοση των ριζοσπαστικών ιδεών.  

 

Σαν ανταπάντηση στην ενέργεια αυτή, έχουμε την ίδια χρονιά την έκδοση από τον Αδαμάντιο Κοραή της «Αδελφικής διδασκαλίας» που χτυπάει ανελέητα τον ανώτατο κλήρο και καταδείχνει τον αντιδραστικό, αντεθνικό και αντεπαναστατικό του ρόλο.

 

Ανάμεσα στα πιο σημαντικά έργα που εκδόθηκαν ήταν η Ελληνική Νομαρχία το 1806 έργο ανώνυμου Έλληνος.  Στην Αδελφική Διδασκαλία ο Αδαμάντιος Κοραής καταγγέλλει την απόλυτη σύνδεση του ανώτερου κλήρου με την τουρκική επικυριαρχία και προσπαθεί να πείσει τους Έλληνες λόγιους πως είναι απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων, και οφείλουν να φωτίσουν τον λαό με το πνεύμα του αρχαίου κόσμου, ξεκινώντας από την αρχαία ελληνική γλώσσα, κατάλληλα συνδυασμένη με το νεότερο ελληνικό ιδίωμα.  Να κατασκευάσουν δηλαδή μια γλώσσα λόγια, με την οποία να αντικαταστήσουν τις απλές διαλέκτους του ελληνικού λαού και την γλώσσα της Εκκλησίας.  Μια πρόταση ή επίδραση της οποίας κρίνεται ότι συνέβαλε αρνητικά στο να καταστήσει προσιτή στα πλατιά λαϊκά στρώματα την γνώση, και στην ανόρθωση του μορφωτικού τους επιπέδου.  Εγκαινιάζει την έκδοση αρχαίων συγγραφέων με εκτεταμένες εισαγωγές στην δική του «αποκαθαρμένη γλώσσα» την καθαρεύουσα.

 

Ο Ρήγας... θανάσιμη απειλή

 

Στην ίδια περίοδο έχουμε την εμφάνιση του Ρήγα Φεραίου, Αντώνιος Κυριαζής το πραγματικό του όνομα.  Ο Ρήγας γεννήθηκε το 1757 στο Βελεστίνο της Θεσσαλίας και φοίτησε στο ελληνικό σχολείο των Αμπελακίων ή της Ζαγοράς που ήταν για την εποχή σπουδαία οικονομικά και πνευματικά κέντρα.  Μπόρεσε από τα πρώτα χρόνια των σπουδών του να έρθει σε επαφή με την αρχαία ελληνική σκέψη και σοφία που θα καθορίσουν την κατοπινή πατριωτική και προοδευτική του δράση.  Εμπνευσμένος ταυτόχρονα από την Γαλλική επανάσταση ο Ρήγας γίνεται ο φλογερός πρωτεργάτης της αφύπνισης και του ξεσηκωμού των υπόδουλων όλης της Βαλκανικής με επίκεντρο και επικεφαλής τους Έλληνες.  Νέος ακόμα μπήκε στην υπηρεσία του Αλέξανδρου Υψηλάντη δραγουμάνου της Πύλης και αργότερα το 1774 ηγεμόνα της Βλαχίας, όπου συγκρότησε ένα τακτικό στρατό 12.000 ανδρών, με στόχο κάποια μέρα με την βοήθεια των Ρώσων να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.  Ο Ρήγας ανέπτυξε σπουδαία πνευματική δράση δημοσιεύοντας τα «Σχολεία των ντελικάτων Εραστών» στην δημοτική, και ένα απάνθισμα Φυσικής.  Στην Βιέννη όντας, που αποτελούσε σπουδαίο ελληνικό πνευματικό κέντρο μισοτελειώνει την μετάφραση του έργου του Μοντεσκιέ «το Πνεύμα των νόμων». Το 1791 ξαναγυρίζει από την Βλαχία στην Βιέννη όπου δημοσίευσε σε δώδεκα φύλλα την περίφημη «Χάρτα της Ελλάδας» και την προσωπογραφία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τον Οκτώβριο του 1797 εξέδωσε σε 3.000 φύλλα την επαναστατική διακήρυξη του Ρήγα, που περιελάμβανε μια προκήρυξη ένα Ελληνικό Σύνταγμα, μια διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και ένα πολεμικό εμβατήριο τον Θούριο, που καλούσε τους χριστιανούς της Βαλκανικής να πολεμήσουν για την ελευθερία τους.

 

Στο Σύνταγμα ο Ρήγας προέβλεπε την ίδρυση Βαλκανικού κράτους με επικρατούσα Παιδεία την Ελληνική. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για επανίδρυση της Τουρκικής Αυτοκρατορίας χωρίς τους Τούρκους δυνάστες και τους «χριστιανούς πασάδες» - τον Πατριάρχη, τους δουλοπρεπείς επισκόπους τους κοτζαμπάσηδες και όλους εκείνους που ευημερούσαν από την συνεργασία τους με την Οθωμανική εξουσία.  Το κράτους αυτό, η ελληνική δημοκρατία, μολονότι θα περιλάμβανε ανθρώπους από διαφορετικές φυλές, γλώσσες και θρησκείες, θα ήταν ένα και αδιαίρετο.  Όλοι ακόμα και οι Μουσουλμάνοι θα είχαν δικαίωμα να ψηφίζουν και να παίρνουν δημόσια αξιώματα.  Επίσημη γλώσσα της διοίκησης θα ήταν τα Ελληνικά και πώς η διοίκηση αυτή θα ήταν κεντρική, δεδομένου ότι οι Σλάβοι, οι Βούλγαροι, οι Ρουμάνοι, οι Τούρκοι, οι Έλληνες κλπ. θα απολάμβαναν τα αγαθά μιας ελληνικής παιδείας.  Επρόκειτο για ένα ενιαίο κράτος δομημένο πάνω σε δημοκρατικές αρχές, με πλήρη ανοχή στις ανομοιογένειες που έδιναν οι Βαλκανικές και Ασιατικές περιοχές της Αυτοκρατορίας.  Με αποκεντρωτική διάρθρωση της κεντρικής διοίκησης, με πρόβλεψη στο Σύνταγμα ετήσιων γενικών επαρχιακών συνελεύσεων.  Και παρ’ όλα που τα περιφερειακά αυτά σώματα δεν θα είχαν νομοθετικές εξουσίες, ορισμένα αμφισβητούμενα νομοθετικά μέτρα ειδικού τοπικού χαρακτήρα, θα μπορούσαν να παραπεμφθούν σ’ αυτά, υπό τον όρο ότι η πλειοψηφία θα ζητούσε την σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης.  Η κεντρική εκτελεστική εξουσία και τα περιφερειακά όργανα δεν είχαν καμία απολύτως νομοθετική λειτουργία.

 

Το Σύνταγμα του Ρήγα αποτελούσε πλήρη ανατροπή του επικρατούντος οθωμανικού συστήματος κατά το οποίο όλη η νομοθετική εξουσία πήγαζε από την εκτελεστική, θεμελιώνοντας έτσι τον αυταρχικό του χαρακτήρα.  Η δημοκρατική δομή χαρακτηρίζει το σύνολο της επαναστατικής διακήρυξης του Ρήγα και η αντίληψη της ισότητας ήταν πιο υπογραμμισμένη από ότι στα κείμενα τα εμπνευσμένα από το Γαλλικό Σύνταγμα του 1793 και 95 απόδειξη της αρχαιοελληνικής πηγής έμπνευσης του δημιουργού της.  Καθιέρωνε με σαφήνεια την ανεξαρτησία της νομοθετικής εξουσίας και όριζε το εκλόγιμο των δικαστών.  Προέβλεπε την χειραφέτηση των γυναικών προτείνοντας την στράτευσή τους.  Εισηγείτο την κατάργηση των χρεών και καθιέρωνε το δικαίωμα του ατόμου για εργασία, για κοινωνική πρόνοια και υποχρεωτική παιδεία εντελώς ελληνική και για τα δύο φύλα.

 

Ο πρωτοποριακός αυτός χαρακτήρας του έργου του Ρήγα που αποτελούσε θανάσιμη απειλή για το επικρατούν σύστημα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και κίνδυνο για τις συντηρητικές δυνάμεις της Ευρώπης είναι που συνάσπισε αυτές τις δυνάμεις για την εξόντωσή του.  Ο Ρήγας συνελήφθη στην Τεργέστη κατευθυνόμενος προς την Ελλάδα από την Αυστριακή αστυνομία που τον παρακολουθούσε συστηματικά μαζί με άλλους 17 συντρόφους του.  Παρεδόθη με επτά ακόμα συλληφθέντες στις Τουρκικές αρχές του Βελιγραδίου ως Οθωμανοί υπήκοοι όπου με διαταγή της κεντρικής διοίκησης τους θανάτωσαν με στραγγαλισμό και τα πτώματά τους τα πέταξαν στον Δούναβη.  Τον θάνατό του ακολούθησαν πανηγυρισμοί από τις εξουσιαστικές δυνάμεις διακηρύσσοντας πως ο στραγγαλισμός του «εστάθη του όλου των Ελλήνων έθνους σωτηρία» χαρακτηρίζοντάς τον ως «ένας άσωτος, φαυλόβιος φιλοκερδής, αισχροκερδής και φιλόδοξος» και ότι το εγχείρημά του ήταν «ανόητον» και θα προκαλούσε «βλάβη μεγαλωτάτην» όπως και πραγματικά έγινε.

 

Ένας μοναχός ο Κύριλλος ο Πατρεύς έγραφε: «ο διεφθαρμένος τα φρένα Ρήγας ως εκδούς εγκύκλια, γράμματα διεγερτικά κατά των νυν τυράννων άνευ της του Χριστού ευδοκίας (τι τραβάς και συ χριστέ μου) κακώς κακός το ζην αποστερείται ποινή προσηκούσα τοις τω ποταμώ ιστρο ιχθύσι γενόμενος μετα των αυτού συνωμοτών και ύλης της αιωνίου κολάσεως». Δηλαδή καλώς έγιναν τροφή στα ψάρια του Δούναβη γιατί σκόπευαν επανάσταση κατά του κραταιού Σουλτάνου και ο μεγαλοδύναμος δικαίως τους έριξε στο αιώνιο πυρ της κολάσεως.  Το δε Πατριαρχείο την 1η Δεκεμβρίου του 1798 απέστειλε εγκύκλιο προς τους μητροπολίτες με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Συνέπεσεν εις χείρας ημών εν σύνταγμα (…) επιγραφόμενο Νέα Πολιτική διοίκηση (…) και ανεμνήσθημεν του ποιμαντικού χρέους και διά τούτο γράφομεν τη αρχιερωσύνη σου να επαγρυπνής εις όλα τα μέρη της επαρχίας σου με ακριβείς ερεύνας και εξετάσεις.  Ότν εμφανισθεί τοιούτου σύνταγμα ως άνωθεν, εις τύπον ή χειρόγραφον, να συνάξης άπαντα τα διασπειρώμενα και να τα εξαποστείλης εις ημάς εν τάχει μη επιμένων εις πλείονα (…) ότι πλήρης υπάρχει σαθρότητα εκ των θολερών αυτού εννοιών τοις δόγμασι της ορθοδόξου ημών πίστεως εναντιούμενον». Την ίδια χρονιά το Πατριαρχικό Τυπογραφείο εξέδωσε την «Πατριαρχική Απολογία» με το ακόλουθο αποσπασματικό περιεχόμενο. «Ο Θεός ύψωσεν την βασιλείαν αυτήν των Οθωμανών περισσότερον από κάθε άλλην διά να αποδείξη αναμφιβόλως ότι θείω εγένετο βουλεύματι.  Αδελφοί μη πλανηθείτε (…) κλείστε τα αυτιά σας και μη δώσετε καμία ακρόαση εις τοιαύτας τας νεοφανείς ελπίδας της Ελευθερίας (…) Φυλάξατε στερεάν την πατροπαράδοτόν σας πίστη και ως οπαδοί του Ιησού Χριστού, απαρασάλευτον την υποταγήν εις την πολιτικήν διοίκηση (…) οι άθεοι Γάλλοι επαναστάτες «μητρογαμούσιν, θηγατρογαμούσιν, και αδελφογαμούσιν ανυποστόλως και αθέως οι σοφώτατοι».  Την ίδια χρονιά ο Αδαμάντιος Κοραής στην «Αδελφική Διδασκαλία» χαρακτηρίζει το φυλλάδιο του Πατριαρχείου ως «μωράν και αντίθεος διδασκαλία».

 

Ο 18ος αιώνας είναι η περίοδος της αναγέννησης του Ελληνισμού.

 

Ο 18ος αιώνας χαρακτηρίζεται ως αιώνας σημαντικής πνευματικής ανάπτυξης των Ελλήνων, και ένας μεγάλος αριθμός εκπαιδευτηρίων λειτουργούσαν τόσο στην κυρίως Ελλάδα, όσο και απανταχού όπου υπήρχαν δραστήριες ελληνικές παροικίες.  Στην Βενετία έχουμε το Φλαγγινικό Φροντιστήριο που άρχισε να λειτουργεί από το 1621 έως το 1795.  Η μεγάλη του Γένους Σχολή ιδρύθηκε τον 17ον αιώνα.  Η Σχολή των Ιωαννίνων με χρηματοδότηση πλούσιου Γιαννιώτη της Βενετίας το 1674.  Κατά τον 18ο αιώνα με χρηματοδότηση και άλλων πλουσίων Ηπειρωτών έχουμε και άλλες Σχολές στα Γιάννενα.  Σπουδαστές αυτών των ιδρυμάτων όπως και των άλλων πόλεων του Μετσόβου, των Τρικάλων, της Ζαγοράς, των Αμπελακίων, της Μοσχόπολης και άλλων ήρθαν σε επαφή με την ελληνική σοφία.  Από την αρχή του αιώνα λειτουργούσε και στην Αθήνα μια Σχολή που την συντηρούσαν Έλληνες της Βενετίας και έκλεισε όταν η Βενετία υπετάγηκε στον Ναπολέοντα.  Μια άλλη Σχολή ιδρύθηκε από τον Ιωάννη Ντέκα το 1750 υπό την αιγίδα της Μονής Πετράκη και παρουσίασε μεγάλη ακμή στις παραμονές της επανάστασης με την ενίσχυση της φιλόμουσης εταιρείας.  Στα 1730 ιδρύεται Σχολή στην Πάτμο και στην Σμύρνη.  Στην Σμύρνη έχουμε ένα άλλο ορθόδοξο ίδρυμα την Ευαγγελική Σχολή.  Στα μέσα περίπου του αιώνα έχουμε την δημιουργία και άλλων ανθουσών Σχολών στην Κοζάνη, στον Τύρναβο, στην Δημητσάνα μια αξιόλογη βιβλιοθήκη στο Ιάσιο με ελληνικό τυπογραφείο, στην Λάρισα, στην Προύσα, στην Τραπεζούντα, στην Χίο, στην Άνδρο, στην Σάμο, στην Μυτιλήνη, στην Ύδρα, στον Πόρο, στην Νάξο.  Στις εξωτερικές παροικίες έχουμε στην Βιέννη, την Πέστη, στο Σεμλίνο, στο Λιβόρνο στο Κίεβο, στην Οδησσό, Αϊβαλί.

 

Στην διάρκεια του ίδιου αιώνα ένας μεγάλος αριθμός ελλήνων σπουδαστών φοιτούν στα ξένα Πανεπιστήμια. Σε αυτήν την γιγαντιαία δημιουργία και λειτουργία εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, πάτησε μια σημαντική μερίδα μορφωμένων Ελλήνων, και όχι στον μύθο του Κρυφού Σχολείου, που την έφερε σε επαφή με την αρχαία ελληνική και Ευρωπαϊκή σκέψη για να μπορέσει να σηκώσει στους ώμους της την ιδεολογική προετοιμασία και πραγματοποίηση της Ελληνικής Επανάστασης.

 του Άρη Αλεξόπουλου

 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.