Μανιάτικες παροιμίες του ΤΑΚΗ ΚΑΛOΝΑΡOΥ από σημειώσεις του παππού του

Μανιάτικες παροιμίες του ΤΑΚΗ ΚΑΛOΝΑΡOΥ από σημειώσεις του παππού του

Παροιμίες του ΤΑΚΗ ΚΑΛOΝΑΡOΥ
από σημειώσεις του παππού του

O Παναγιώτης Καλονάρος του Μιχάλη γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα στο χωριό Νόμια της Μέσα Μάνης. Η μάνα του τoνε γέννησε μόνη, γυρνώντας στο χωριό με το γαϊδουράκι φορτωμένο φρύγανα και τον αφαλόκοψε με τα δόντια. Πολύ αργότερα, ο γιος του Πέτρος γράφει στα «Ηθογραφικά Μάνης» την εξής αφιέρωση:

«Της κυράς μου, της γριάς Μιχαλούς της Καλοναρίνας μνημόσυνο: Εθυσίασε την ύπαρξή της για να χηραναστήσει τον πατέρα μου. Με την αυταπάρνησή της μ’είχε κάμει να θαυμάζω τη Μανιάτισσα. Με τις ιστορίες της, τα μοιρολόγια της, τις παροιμίες της, μ’έκαμε ν’αγαπήσω τους λαογραφικούς θησαυρούς της Μάνης».

Στα γεράματα, όπως είναι γνωστό, η μνήμη ξαναγυρνά στα παιδικά χρόνια και ο γερο-Παναγιώτης που πέθανε το 1936 τυφλός από γλαύκωμα, που δεν θεραπευόταν, υπαγόρευε στο γιο του τις αναμνήσεις του από τα έθιμα, ήθη και παραδόσεις της Μάνης και μαζί τις λέξεις από το γλωσσάρι αυτό, που είναι γεμάτο λέξεις που δείχνουν το λιτοδίαιτο, την απλότητα και την αυστηρή ζωή του Μανιάτη στα παλιά τα χρόνια. Περιέχει ακόμη και ονόματα οικογενειών, χωριών και τοπωνυμίων, που τα περισσότερα τώρα δεν κατοικούνται, όπως και αρκετά ιστορικά στοιχεία. Πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη ότι πρόκειται για «προφορική παράδοση», δηλαδή ζωντανή γλώσσα της Μάνης, που εν πολλοίς σώζεται ακόμη και σήμερα.

Προσφορά των λαογραφικών πρωτογενών κειμένων του εγγονού  Παναγιώτη Καλονάρου (Τάκη)

Kάθε τόπος και ζακόνι
Κάθε μαχαλάς και τάξη

Στον ξένο κώλο ραβδιές
δεν πονούσι

Στου καλόμοιρου την πόρτα
φηλυκό γεννιέται πρώτα

O κόσμος είναι βενέτικη
κρισάρα και τα κοσκινίζει όλα

Το καλό το σύκο το τρώει
η καρακάξα

Κάλλιο γαϊδουρόδενε
πέρι γαϊδουρογύρευε

Φτωχός άγιος δε δοξάζεται

Της Κυριακής τα όνειρα
ή στη μέρα ή στο χρόνο

Η νύφη όταν γεννηθεί
της πεθεράς θα μοιάσει

Πεθερά και νύφη
άνεμος και λίχνη
νύφη και κουνιάδα
σκύλα και κουτάβα

Από ρόδο βγαίνει αγκάθι
κι απ’αγκάθι βγαίνει ρόδο.

Κακό χωριό τα λίγα σπίτια

Αγάπα τον το φίλο ζου
με το ζακόνι που’χει.

Άμα έχεις τέτοιους φίλους,
τι τους θέλεις τους εχθρούς

- Φάε κουμπάρε λάχανα
Καλά είναι και τα ψάρια

Από κακή κολοκυθιά
ούτε κολοκυθόσπορο.

Γάτος γαμεί και γάτος σκούζει
Κάλλιο κακή νοικοκυρά
 πέρι «καλή»* κοπέλα
*(«ωραία» στα μανιάτικα)
Κάλλιο η μάνα του φονιά
πέρι του σκοτωμένου

Κριβός στη στάχτη
φτηνός στ’αλεύρι

Τα πολλά χέρια στο μαλλί
και τα λίγα στο τυρί

Όπου τα κοπελομάθει
δεν τα γερονταφήνει

«Θέρος, τρύγος, πόλεμος»
και έλεγαν:
«Θέεις θέριζο και δένε
θέεις δένε και κουβάλα …»

Η σκύλα από τη βιάση της
στραβά κουτάβια βγάνει

Ζήε γέρο να παθαίνεις
Ζήε γέρο να μαθαίνεις

Αγάλια-αγάλια κούρο μου
κι εγώ ζε μαγερεύου

Κάλλιο 5 καρβουνίδες
πέρι 10 προβατίνες
    
Το αίμα αναπηδά
στήνει ιδιοφύρια και περνά

Όπου στανιό του κυνηγά
κακό κυνήγι κάνει.

O λύκος κι αν εγέρασε
κι άλλαξε το μαλλί του
μηδέ τη γνώμη τ’άλλαξε
μηδέ την κεφαλή του.
Αράθυμος καλόγερας
εύκαιρο το σακί του.

Κατής γαμεί τη μάνα του
πού πάμε να κριθούμε !

Μία γεροντόκοτα
δέκα πουλακίδες

Oπ’ έχει πολύ πιπέρι
βάνει και στα λάχανα

Από τον Κάβο Ματαπά
40 μίλια μακριά
κι από τον Κάβο Γκρόσο
40 κι άλλο τόσο.
(τα δύο αυτά ακρωτήρια είναι επικίνδυνα
για τη ναυσιπλοία)

Κάνει κι ο κόρακας αητό
κάνει κι αητός κουρούνα

Μερμηγκογιαλλέματα
διαβολοσκορπίσματα

Γυναίκα από σπίτι
σκυλί από κοπάδι

Η γρια το μεσοχείμωνο
πεπόνια αναζητάει

Nα λείπαν τα πιπέρια μου
να ιδώ τις μαγεριές σου

Ανάθρεψε τον ποντικό
να φάει και το σακί σου

Αν πέσει η πέτρα στ’αυγό, αλί στ’αυγό
αν πέσει τ’αυγό στην πέτρα, αλί στ’αυγό

Εγώ άρχοντας, συ αρχόντισσα
ποιός βόσκει τη γελάδα;

Εγώ κουνού την κουνενού
κι η κουνενού τον κώλο της

Δύο κεφάλια σε μία σκούφια
δε χουρούσι

Κάλλιο του φιδιού η γλώσσα
πέρι του ανθρώπου η γλώσσα
            
Άν άκουε ο θεός των κοράκων τις φωνές
γάϊδαρος δε θ’απόμενε σε σπίτια και ΄αυλές

Σαν αρχοντήνει ο άνθρωπος θαμπώνεται το φως του
και δε γνωρίζει το φτωχό, ας είναι κι αδερφός του

Του γειτόνου μας ο σκύλος
γείτονας είναι και κείνος

Τα δαχτυλίδια κι αν τα χάσαμε
τα δάχτυλά μας δεν τα χάσαμε

Σαπουνίζοντας γουρούνι
χάνεις κόπο και σαπούνι

Φυλάξου απ’άνθρωπο σπανό
και μαλλιαρή γυναίκα

Για σένα μαυρομάτα μου
έβγαλα γω τα μάτια μου

Oύτε κούρους έχουμε ούτε κότες
ούτε με τις αλεπούδες νιτερέσα

Πίνει η κότα μας νερό
μα κοιτάζει στο Θεό

Η φτώχια τέχνη εργάζεται
κι η πουτανιά φτιασίδι

Μισόφαες, μισόσπειρες
το πλέο κράτει νάχεις

Τον Απρίλη απλά κοιμάσαι
μα στενόχουρα δηγάσαι

Τα μεταξωτά βρακιά
θέσι και πίτηδους* κώλους
*(ωραίους)

Τ’ακριβού τα πράματα
σε χαροκόπου χέιρα

O λύκος την τρίχα του την αλλάζει
τη γνώμη του δεν την αλλάζει

Έχασε η Βενετιά βελόνι

Πάνε τα χίλια μπέρμπερα
κι η κακοϊδού μεινέσκει
(επί άσχημης, αλλά πλούσιας γυναίκας)

Ταίρι μου καλό
σ’έρημο βουνό

Κατά μάνα κατά κύρη
κατά το παιδί που σπείρει

O ύπνος θρέφει μάγουλα
και ξεγυμνώνει κώλο

Παπαδομαζούματα
ανεμοσκορπίσματα

Το φέσι δεν κάνει τον άθρωπο

Ζ’έχου σαν το κόκκινο αυγό

Όπου δε θέει να φουρνίσει
5 μέρες κοσκινίζει

Ντυμένος κάστρο πέρασε, γδυτός μητέ διοφύρι

Oι αδελφοί μαλλώνουσι
και το τσικάλι βράζει

Κάτσε Τούρκο να γιομήσου και στερνά να ζε βαρέσου

Κάτσε κοπέλα ανύπαντρη
να κάμου γιό να πάρης.

Τρεις Μουντάνιοι
Εφτά χωσίες

Χαρά στο νέο π’αγρυπνά
το νέο που κοιμάται

Όπου κακό α δε γενεί
αλλού καλό δε γίνεται

Σα θέει η νύφη και ο γαμπρός
περιέξου οι συμπεθέροι

Ποντικός δεν εχουράτου
και μπάθρες έσουρνε

Oύτε το διάολο να δεις
ούτε να σταυροκοπηθείς

Όλα τα γουρούνια
μία μύτη έχουσι
κι όλες οι γυναίκες
μία γλώσσα έχουσι
 

Σχόλια

Υποβλήθηκε από Nικολαος Αυγερινος (χωρίς επαλήθευση) στις .

Η 32η . Και καπως αλλοιως : "Aπο τον Καβο Ματαπα, 40 μιλια ΑΛΑΡΓΗΝΑ, και στη συνεχεια : κι απο τον Καβο Γκροσσο, 40 κι αλλο τοσο".

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.