Μάνη, ο τόπος μου

Μάνη, ο τόπος μου
 
Δεν υπάρχει πύργος που να μην άκουσε τουφεκιές, λαγκάδι που να μη μαγεύτηκε από θρύλους και σταυροδρόμι δίχως καρτέρι κάποιου έρωτα κρυφού. Όποιος φτάνει ως τη Μάνη χωρίς να υποψιάζεται την ιστορική της ένταση, χάνει το μισό ταξίδι.

Οι παππούδες μου, αγαπούσαν μια ιστορία: Όταν ο Θεός αποτέλειωσε τη δημιουργία του κόσμου, αντίκρισε τα κακοτράχαλα μέρη του Ταΰγετου ως τον κάβο Ματαπά (Ταίναρο) και είπε: «αφού οι άνθρωποι εδώ δεν έχουν χώματα… να καλλιεργούν λίγο και να χτίζουν πολύ. Και να τρώνε λούπινα, ελιές και φραγκόσυκα. Κι αφού έχουν τόσα λίγα να χάσουν, να μένουν πάντοτε λεύτεροι για να μπορούν να λευτερώνουν και τους άλλους που σκύβουν το κεφάλι επειδή έχουν περισσότερο βιός».
 
 
Μια διείσδυση σε κοινωνίες κλειστές οι οποίες επί αιώνες τα ‘βγαζαν πέρα μόνες τους, κρύβει διάφορες εκπλήξεις. Εκτός από την αποθησαυρισμένη λαϊκή σοφία, συναντώ στους ανθρώπους μια σχέση σχεδόν βιωματική με την ιστορία του τόπου τους.
Οι μισοί γέροι από το Γύθειο ως το Λιμένι κι από το Οίτυλο ως τη Βάθεια δίνουν δίκιο στους Μαυρομιχαλέους που καθάρισαν τον Ιωάννη Καποδίστρια.  Οι άλλοι μισοί κι ανάμεσά τους ο 80χρονος πατέρας μου, παίρνουν όρκο πως δεν το έκανε ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης, παρά ήταν συνωμοσία των Άγγλων με σωσίες και τέτοια. Ύστερα μου προσφέρουν καθαρισμένο φραγκόσυκο καρφωμένο στο σουγιά με κοίταγμα που δεν σηκώνει αντιρρήσεις.
 
 
Αφήνω το γραφικό λιμάνι του Γυθείου με τα νεοκλασσικά και τα αμέτρητα ταβερνάκια, ακολουθώντας με τη μοτοσυκλέτα μου τον παλιό δρόμο για τα σπήλαια του Δυρού.

Η φυσική είσοδος στη Μάνη γίνεται από ένα δασωμένο φαράγγι. Στο τελευταίο του ύψωμα υπάρχουν ακόμα ερείπια από το κάστρο του Πασαββά. Κανένας πασάς δεν έκανε εδώ κουμάντο. Η τοποθεσία ονομάστηκε έτσι από τη γαλλική φράση pas avant. Τo «μη παρέκει» που αναφώνησαν οι Φράγκοι ιππότες, όταν σ’ αυτό το σημείο, πολεμώντας τους Μανιάτες, τράπηκαν σε φυγή.

Το Βαθύ είναι μια καταπληκτική αμμουδιά, τριγυρισμένη από ευκάλυπτους και πυκνούς ελαιώνες.
Εθελοντές οικολόγοι βάλανε βέργες στα σημεία που θάβουν τ’ αυγά τους οι καρέτα-καρέτα.
Νοτιότερα η βλάστηση αραιώνει.
Μετά τα Λασκαριάνικα, η άσφαλτος ελίσσεται μέσα σε μια γυμνή και άνυδρη κόλαση από πέτρες. Είναι οι τελευταίες στροφές πριν την Αερόπολη με την πανοραμική θέα προς το Οίτυλο και τον Μεσσηνιακό κόλπο.
Από δω έφυγαν τα πρώτα καράβια για την Αυλίδα λέει ο Όμηρος στη β΄ ραψωδία της Ιλιάδας.
Τι έχει ο τόπος και μαγνητίζει τόσους Γερμανούς που αγοράζουν σπίτια;
Να ‘ναι ο φρέσκος ήλιος; η θάλασσα; η παραδοσιακή αυτάρκεια, το κληρονομικό χάρισμα των ανθρώπων να βρίσκουν γλύκα στο χαρουπόμελο και γεύση στα πικρά λούπινα. Μια μπακάλισσα στον Πύργο Διρού μου ‘πε πως τα λούπινα ήταν το αγαπημένο σνακ των αρχαίων Ελλήνων.
 
Από τη μέση ετούτου του χωριού ξεκινούν δυο δρόμοι. Ο ένας οδεύει νότια για το Ταίναρο, ο άλλος στρίβει δυτικά καταλήγοντας μετά από 3 χλμ. στα σπήλαια.
Η εικόνα που επικρατεί έξω από τα σημαντικότερα σπήλαια στη Ν. Ευρώπη, κάθε άλλο παρά συνάδει μ’ αυτόν τον ισχυρισμό. Κτιριακές εγκαταστάσεις σε στυλ Ξενία των seventies, παραμελημένες.
Ο τέως δήμος Οιτύλου πήγε στα δικαστήρια τους ιδιώτες που ανέλαβαν ή θα αναλάμβαναν την εμπορική εκμετάλλευση των χώρων.
Η δικαστική απόφαση ανέστειλε κάθε δραστηριότητα και τώρα όλη αυτή η υποδομή πλην της οργανωμένης πλαζ, ρημάζει.

Τα λόγια όμως σταματούν όταν κόψεις εισιτήριο, φορέσεις σωσίβιο και μπεις στην ποταμόβαρκα που εισχωρεί στα έγκατα της γης.
Η «Βλυχάδα» έχει λίμνες και μονοπάτια, θαλάμους και θόλους με όλους τους δυνατούς σταλακτιτικούς σχηματισμούς.
Το άλλο σπήλαιο η «Αλεπότρυπα» με τα σπουδαία νεολιθικά της ευρήματα, ελλείψει κονδυλίων, παραμένει κλειδωμένη.  

Από τη χιλιοφωτογραφημένη Βάθεια, το Ταίναρο δεν είναι μακριά.
Τόπος ιερός, με λίγα αρχαία ξαναχρησιμοποιημένα σε πρωτοχριστιανικό ναό, ένα ξέφραγο μωσαϊκό, ίχνη από αρχαία νεώρια και φιόρδ που κάποτε φιλοξενούσαν πειρατές.
Εξ ου και ο στίχος: «από τον κάβο Ματαπά σαράντα μίλια μακριά, κι από το κάβο Γκρόσο σαράντα κι άλλο τόσο».
 
 
Η Μεσσηνιακή έχει λιγότερη τραχύτητα από την Μέσα Μάνη και πάντα προσέλκυε το ντόπιο αρχοντολόι. Μούρτζινοι, Καπετανάκηδες, ο Χρηστέας κι ο Δουράκης έχτισαν στην περιοχή, τους πιο μεγάλους πύργους. Πρόκειται για θαυμάσια δείγματα οικογενειακής οχυρωματικής τέχνης, στο μήκος μιας διαδρομής που φτάνει μέχρι τον Αλμυρό,  έξω απ’ την Καλαμάτα.
Εδώ την παράσταση κλέβει η παλιά Καρδαμύλη, κτισμένη σε ένα ύψωμα πάνω από τον σύγχρονο οικισμό.  Στην εσωτερική αυλή του οχυρού των Μούρτζινων διαβάζω σε μαρμάρινη επιγραφή: «και εις τας 6 Ιανουαρίου ήλθα εις το σπίτι του πατρικού μου φίλου καπετάν Παναγιώτη Τρουπάκη». Υπογραφή: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Ήρθε τον Γενάρη να ξεχειμωνιάσει και στις 22 Μαρτίου του ’21 μαζί με δυόμιση χιλιάδες Μανιάτες πάτησε την Καλαμάτα, και μετά την Τρίπολη, και μετά το Ανάπλι. Αν δεν το μαντέψατε ακόμα, από τούτη την αυλή ξεκίνησε η Επανάσταση. Άντε και στα δικά μας.
 
Του Γιώργου Ξεπαπαδάκου
 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.