Κουλής Αλέπης: Ένας έξοχος Μανιάτης ποιητής

Κουλής Αλέπης: Ένας έξοχος Μανιάτης ποιητής
Κούλης Αλέπης: Ένας σημαντικός Μανιάτης ποιητής 
 
«Διε­ρω­τά­ται κα­νείς πώς η ποί­η­ση, ό­ντως τό­σο λί­γο α­πα­ραί­τη­τη στον κό­σμο, κα­τέ­χει τό­σο υ­ψη­λή βαθ­μί­δα α­νά­με­σα στις κα­λές τέ­χνες. Η ποί­η­ση είναι η μου­σι­κή της ψυ­χής και προ­πα­ντός ψυ­χών με­γά­λων και αι­σθα­ντικών»
Βολ­ταί­ρος
 
Μια τέ­τοια ψυ­χή με­γά­λη και αι­σθα­ντι­κή γεν­νιέ­ται το Σε­πτέμ­βρη του 1903 στην Α­ρε­ό­πο­λη (Τσί­μο­βα) της Λα­κω­νί­ας, ο Κυ­ριά­κος (Κού­λης) Α­λέ­πης, το έ­κτο παι­δί α­πό τα δώ­δε­κα που α­πέ­κτησαν η Φω­τει­νή και ο Θε­ό­δω­ρος Α­λέ­πης. Το 1905, ο πα­τέ­ρας του απο­φα­σί­ζει να με­τα­κο­μίσουν στο Γύθειο ό­που οι συν­θή­κες ζω­ής ήταν κα­λύ­τε­ρες. Ε­κεί έ­ζη­σε τα παι­δι­κά του χρό­νια ο Κυ­ριά­κος, τε­λειώ­νο­ντας το Δη­μο­τι­κό, το σχο­λαρχεί­ο και το γυ­μνά­σιο. Α­κο­λού­θως γρά­φε­ται στο πα­νε­πι­στή­μιο Α­θη­νών ο­λο­κληρώ­νο­ντας τη Νο­μι­κή και τη Φι­λο­σο­φι­κή. Το πρώ­το του ποί­η­μα δη­μο­σιεύε­ται στον «Κοι­νω­νι­κό Φά­ρο» το 1924. Στη συ­νέ­χεια, συ­νερ­γα­σί­α του φι­λο­ξε­νεί­ται στο «Σα­λό­νι» των Συ­μη­ριώ­τη και Τσου­κα­λά. Ε­πισή­μως κά­νει την εμ­φά­νι­σή του στην «Αν­θο­λο­γί­α Νε­ο­τέ­ρων ποι­ητών» της Μέ­λισ­σας.
 
Τον Κού­λη Α­λέ­πη και το ποι­η­τι­κό του τα­λέ­ντο πα­ρου­σί­α­σε το 1926 ο κο­ρυ­φαί­ος ποι­η­τής Κω­στής Πα­λα­μάς στο «Ε­λεύ­θε­ρο Βή­μα» ως ε­ξής:
«Ο ποι­η­τής Α­λέ­πης γεν­νή­θη­κε στο Γύ­θειο μα κα­τοι­κεί στων ποι­η­τών τα φεγ­γα­ρο­φώ­τι­στα πε­ρι­βό­λια που δεν έ­χουν πα­τρί­δες ή που εί­ναι πα­τρί­δα των ό­λων και α­γάλ­λε­ται με τα ό­νει­ρα του Α­πρί­λη».
 
Σε η­λι­κί­α 27 χρο­νών διο­ρί­ζε­ται στο Υ­πουργεί­ο Οι­κο­νο­μι­κών και τοπο­θε­τεί­ται στις οι­κο­νο­μι­κές υ­πη­ρε­σί­ες του Άρ­γους. Ε­κεί ε­ρω­τεύ­ε­ται μια κο­πέ­λα η ο­ποί­α με­τά α­πό λί­γο και­ρό προ­σβάλ­λεται α­πό φυ­μα­τί­ω­ση και ει­σά­γε­ται σε Σα­να­τό­ριο. Ε­κεί­νος την συ­ντρο­φεύ­ει κα­θη­με­ρι­νά μέ­χρι το μοι­ραί­ο τέ­λος. Τό­τε ε­μπνέ­ε­ται και γρά­φει την μπα­λά­ντα «Οι Φθη­σι­κοί στον Ή­λιο» ή αλ­λιώς «Μπα­λά­ντα των Φθη­σι­κών» που θε­ω­ρεί­ται το κο­ρυ­φαί­ο έρ­γο του και έ­να α­πό τα α­ρι­στουρ­γή­μα­τα της νεο­ελ­λη­νι­κής ποί­η­σης.
 
Το κο­ρί­τσι που χάθη­κε πρό­ω­ρα, το τραύ­μα, η θλίψη και ο α­νεκ­πλή­ρω­τος έ­ρω­τας θα τον κα­τα­τρέ­χει και θα ση­μα­δέ­ψει τη ζω­ή του ευαί­σθητου λυ­ρι­κού ποι­η­τή ε­μπο­δί­ζο­ντάς τον να σχε­τι­σθεί με άλ­λες γυ­ναί­κες μέ­χρι το τέ­λος της ζω­ής του.
«…Τον ί­διο, με συ­γκλό­νι­σε προ­σω­πι­κά
Έ­να αί­σθη­μα βα­θύ­τα­τα με­γά­λο
Που ό­μως δεν του μελ­λό­ταν να χα­ρεί
Κι ευ­τυ­χι­σμέ­νο τέ­λος.
Η ω­ραί­α ψυ­χού­λα πέ­τα­ξε α­κρι­βώς
Ό­ταν ω­ρί­μα­ζε ο γλυ­κός καρ­πός της ένω­σής μας…»
(«Το χρο­νικό της ζω­ής μου» 1963)
 
Το 1931 με­τα­τί­θε­ται στην Α­θή­να ό­που και κυ­κλο­φο­ρεί την πρώ­τη του ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή «Ε­ρη­μι­κοί Πε­ρί­πα­τοι» και δέ­χε­ται λί­αν ευ­με­νείς κρι­τι­κές α­πό πολ­λούς ομότεχνούς του, ό­πως τους Σ. Σκί­πη, Τέλ­λο Ά­γρα, Μιλ­τιά­δη Μα­λα­κά­ση κ.ά.
Το 1935, με­τά α­πό προ­τρο­πή του Κω­στή Πα­λα­μά να δια­βά­σει αρ­με­νι­κή ποί­η­ση (ο κο­ρυ­φαί­ος ποι­η­τής την ε­κτι­μού­σε ι­διαι­τέ­ρως και την εί­χε με­λετή­σει με­τά τη γνω­ρι­μί­α και θερ­μή φι­λί­α του με τον ποι­η­τή Ντι­κράν Γερ­γκάτ α­πό το 1896) με­λέ­τη­σε γαλ­λι­κές με­τα­φρά­σεις. Ενθου­σιά­στη­κε και θέ­λοντας να ε­ντρυ­φή­σει βα­θύ­τε­ρα σ’ αυ­τή, ε­πι­σκέ­πτε­ται τα γρα­φεί­α της αρ­με­νι­κής ε­φη­με­ρί­δας των Α­θη­νών «Νορ Ορ» με σκοπό να ζη­τή­σει βο­ή­θεια και ε­κεί συ­να­ντά το νε­α­ρό τό­τε δη­μο­σιο­γρά­φο και ποι­η­τή Βα­σκέν Ε­σα­γιάν. Η συ­νά­ντη­ση αυ­τή θα εί­ναι ση­μα­δια­κή και για τους δύ­ο, κα­θώς θα τους ο­δη­γή­σει σε μια με­γά­λη φι­λί­α που θα δια­τη­ρη­θεί, μέ­χρι το τέ­λος της ζω­ής του. Στις συ­να­ντή­σεις τους ο Βα­σκέν τον προ­τρέ­πει να μά­θει Αρ­με­νι­κά και να με­τα­φρά­σει αρ­με­νι­κή ποί­η­ση στα Ελ­λη­νι­κά. Η ι­δέ­α εν­θου­σιά­ζει τον Α­λέ­πη ο ο­ποί­ος ρί­χνε­ται με πραγ­μα­τι­κό ζή­λο στην εκ­μά­θη­ση της γλώσ­σας και κα­θώς εί­χε έ­φε­ση στις ξέ­νες γλώσ­σες (ο­μι­λεί ή­δη την Λα­τι­νι­κή, Ι­τα­λι­κή, Γαλ­λι­κή και Γερ­μα­νική) σύ­ντομα την μα­θαί­νει.
 
Α­πο­τέ­λε­σμα της προ­σπά­θειάς του εί­ναι οι πε­ρί­φη­μες με­τα­φρά­σεις έρ­γων των σύγ­χρο­νων αρμε­νί­ων ποι­η­τών, που α­πο­τέ­λε­σαν την πα­σί­γνω­στη αν­θο­λο­γί­α του με τί­τλο «Αρ­με­νι­κή Μού­σα», προ­σφέ­ρο­ντας έ­τσι στην ελ­λη­νι­κή κοινω­νί­α μια α­πο­κα­λυ­πτι­κή ερ­γα­σί­α για την ά­γνω­στη μέ­χρι τό­τε λυ­ρι­κή ποί­η­ση των Αρ­με­νί­ων. Οι κρι­τι­κές ήταν δι­θυ­ραμ­βι­κές και το εν­δια­φέ­ρον τό­σο μεγά­λο που α­νά­γκα­σε τον Α­λέ­πη να προ­βεί πέ­ραν της πρώ­της έκ­δο­σης το 1938 σε άλ­λες δύ­ο ε­πα­νεκ­δό­σεις, το 1939 και το 1957. Η αρ­με­νι­κή κοι­νό­τη­τα των Α­θη­νών θέ­λο­ντας να δεί­ξει την ευ­γνω­μο­σύ­νη της, τί­μη­σε τον ποι­η­τή σε ει­δική τε­λε­τή το 1939. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι ο Βα­σκέν Γε­σα­γιάν ε­μπνευ­σμένος α­πό την ερ­γα­σί­α του φί­λου του, το 1949 προ­έ­βη στην έκ­δο­ση αν­θο­λο­γί­ας ελλή­νων ποι­η­τών με­τα­φρα­σμένων στα Αρ­με­νι­κά με τον τί­τλο «Ε­λε­να­γκάν Κνάρ» (Ελ­λη­νι­κή Λύ­ρα).
 
Ο Κού­λης Α­λέ­πης μα­ζί με τον Βα­σκέν σύ­χνα­ζαν στην «πα­ρα­γκού­πο­λη» του Δουρ­γου­τί­ου ό­που σε αρ­μενι­κά κα­φε­νε­δά­κια μι­λού­σαν ώ­ρες α­τε­λεί­ω­τες για ποί­η­ση και λο­γο­τε­χνί­α πί­νο­ντας ού­ζο και δο­κι­μά­ζο­ντας αρμε­νι­κούς με­ζέ­δες. Σ’ αυ­τές τις συ­να­ντή­σεις τους συ­ντρό­φευε πολ­λές φο­ρές ο κοι­νός φί­λος και έ­τε­ρος με­γά­λος φι­λαρ­μέ­νιος ποι­η­τής Νι­κη­φό­ρος Βρετ­τά­κος. Ο Α­λέ­πης έ­να χρό­νο πριν την «Αρ­με­νι­κή Μούσα» κυ­κλο­φό­ρη­σε την ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή «DE PROFUNDIS», στην ο­ποί­α δια­φαί­νε­ται κα­θα­ρά ο α­πραγ­μα­τοποί­η­τος πό­θος του ποι­η­τή να γευ­τεί τις χα­ρές της ζω­ής, τις ο­ποίες οι συ­νε­χείς θά­να­τοι των δι­κών του αν­θρώ­πων του στέ­ρη­σαν και που σ’ ό­λες τις ποι­η­τι­κές του συλ­λο­γές δεν μπο­ρεί να κρύ­ψει.
Το 1948 αρ­ρω­σταί­νει σο­βα­ρά α­πό υ­γρά πλευ­ρίτι­δα που με­τα­τρέ­πε­ται σε βρογ­χο­πνευ­μο­νί­α και νο­ση­λεύ­ε­ται ε­πί τρεις μή­νες στον Ε­ρυ­θρό Σταυ­ρό, με­τα­ξύ ζω­ής και θα­νά­του. Μό­λις α­ναρ­ρώ­νει κυ­κλο­φο­ρεί τη νέ­α του ποι­η­τική συλ­λο­γή «Στον ί­σκιο της α­γά­πης», ό­που στο ποί­η­μα «Νο­σο­κο­μεί­ο Ε­ρυ­θρός Σταυ­ρός» πε­ρι­γρά­φει την α­γω­νί­α του α­πό τη φρί­κη της αρ­ρώ­στιας.
 
Το 1953 με­τα­φρά­ζει τη λυ­ρι­κή σύν­θε­ση του Σίλ­βιο Νο­νά­ρο «Η μη­τέ­ρα του Χρι­στού», που α­να­φέ­ρε­ται στη ζω­ή της Πα­να­γί­ας και τι­μά­ται α­πό το Ιτα­λι­κό Ιν­στι­τού­το Τε­χνών και Γραμ­μά­των. Συ­νεχί­ζο­ντας το έρ­γο του, το 1959 παρου­σιά­ζει τη νέ­α του ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή «Χρυ­σές μνή­μες», έ­νας φό­ρος τι­μής στη φι­λί­α αλ­λά και μνήμες που πλημ­μυ­ρί­ζουν την καρ­διά και την ψυ­χή του μο­να­χι­κού ποι­η­τή που θα πλη­γω­θεί, θα πο­νέ­σει, θα προ­δο­θεί και θα υ­ιο­θε­τή­σει ως στά­ση ζω­ής την α­πομό­νω­ση, βρίσκο­ντας κα­τα­φύ­γιο στο γρά­ψι­μο και στα βι­βλί­α. Το 1961 πα­ρου­σιά­ζει τα «Ει­κο­σιτέσ­σε­ρα Σο­νέ­τα» της γαλ­λί­δας ποι­ή­τριας του 16ου αιώ­να Λου­ίζ Λα­μπέ που θεω­ρή­θη­καν ε­ξαι­ρε­τι­κές δη­μιουρ­γί­ες και βρα­βεύ­τη­καν α­πό τη Γαλ­λι­κή Α­κα­δη­μί­α.
 
 
Το 1963 κυ­κλο­φο­ρεί την ποι­η­τι­κή αυ­το­βιογρα­φί­α «Το χρο­νι­κό της ζω­ής μου», έ­να πρω­τό­τυπο γε­μάτο α­πό παι­δι­κές α­να­μνή­σεις, τρυ­φε­ρότη­τα, αί­σθη­ση ει­λι­κρί­νειας, α­πλό­τη­τα και κα­λο­σύνη έρ­γο. Την ί­δια χρονιά, ο α­κα­δη­μα­ϊ­κός Πα­να­γιώ­της Κα­νελ­λό­που­λος, σε διά­λε­ξή του πε­ρί της νε­ο­ελ­λη­νι­κής τέ­χνης και ποί­ησης, α­να­φέ­ρει τον Α­λέ­πη ως τον λυ­ρι­κό­τε­ρο εκ των νέ­ων Ελ­λή­νων ποι­η­τών. Οι τε­λευ­ταί­ες ερ­γα­σί­ες του εί­ναι το βι­βλί­ο «Άν­θη α­πό κή­πους ξέ­νους» του 1964, στο ο­ποί­ο συ­γκε­ντρώ­νει ό­λα τα με­τα­φρα­σμέ­να ποι­ήμα­τα και η συλ­λο­γή «Ποι­ή­μα­τα 1931-1968» του 1968, στο ο­ποί­ο συ­γκε­ντρώ­νει ό­λα τα δι­κά του. Τη δε­κα­ε­τί­α του ’70 α­να­βιώ­νει η πα­λιά του α­γά­πη για τη ζω­γρα­φι­κή, με την ο­ποί­α εί­χε α­σχο­λη­θεί σε πο­λύ νε­α­ρή η­λι­κί­α και αρ­χί­ζει να ζω­γρα­φί­ζει, λαμ­βά­νο­ντας μέ­ρος σε εκ­θέ­σεις ό­που α­πο­σπά ευ­με­νέ­στα­τες κρι­τι­κές. Το ζω­γρα­φι­κό του έργο, ά­νω των 40 πι­νά­κων με θέ­μα­τα παρ­μέ­να α­πό τη φύ­ση, εί­ναι σε πλή­ρη αρμο­νί­α με τον γρα­πτό και έμ­με­τρο λό­γο του.
 
Το 1983 α­πο­τρα­βιέ­ται σε έ­να η­συ­χα­στή­ριο η­λι­κιω­μέ­νων ό­που τον Αύ­γου­στο του ι­δί­ου έ­τους φεύ­γει ή­ρε­μα για το τε­λευ­ταί­ο με­γά­λο τα­ξί­δι, τη στιγ­μή που το καλο­καί­ρι εί­χε μπει για τα κα­λά, θυ­μί­ζο­ντας την α­που­σί­α του μέ­σα από τους ί­διους τους στί­χους του:
Κα­λο­καί­ρι σι­μώ­νει
Χει­μώ­νας ξα­νά
ξη­με­ρώ­νει σου­ρου­πώ­νει
αλ­λά Ε­σύ Που­θε­νά.
 
 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.