Θυμούμαι το χωριό μου τον Πάλυρο

Θυμούμαι το χωριό μου τον Πάλυρο

Του ποιητή Κούλη Κάση, δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Ο Φάρος της Λακωνίας», αρ.φ. 456, 27.09.82

Ήταν δειλινό στ’ Άλικα. Ο κατακόκκινος ήλιος, μεγάλος σα λιθάρι του λιοτριβείου, κάπνιζε στις άκρες, όπως κάρβουνο π’ ο ουρανός άναψε το τσιμπούκι του.

Κατά την ανατολή προχώρησα, μουδιασμένος από πολύωρο ταξίδι μου. Το χωριό μου τ' οσφραινόμουν σα μπουκέτο λουλούδια. Η μυρωδιά του έρχονταν από δυο και περισσότερες ώρες. που άπεχε από κει. Τ’ αεράκι που φυσούσε, τόσκιζα με τα μούτρα μου κι έμοιαζα καϊκάκι που σκίζει το θαλασσόνερο. Είχα πλώρη για τον Πάλυρο, δε με σταματούσε τίποτ' άλλο.

Η Αρμενόπετρα, φαίνονταν έργο που το πελέκησε ο Πουνέντες με κοπίδι του και μου τόδειχνε. Την κοίταζα και θυμήθηκα παλιότερα χρόνια, π’ ο ήλιος στέκονταν ολοκόκκινος αρκετά να ξεκουραστεί κι από κει βουτούσε στη θάλασσα. Σήκωσα το χέρι και τη χαιρέτησα.

Στη σκεπαστή, το σύθαμπο γίνηκε ράσο της και την έπτυσε. Η αποσκιάδα της, πικρή κι ασήκωτη, κουδουνούσε όπως λαμαρίνα που την πατούσα. Ο αντίλαλος κύλησε προς τα κοτρόνια και τον χάψανε τα ραγίσματα. Ήταν άλλος τόπος. Δεν έμοιαζε με της Αθήνας, που η νύχτα είναι φτιασιδωμένη με γλόμπους αναμμένους, σαν πρόστυχη με βαψίματα. Ήταν ζωντανός που σου μιλούσε αν καταλάβαινες τη γλώσσα του κι ακόμα σ’ έσκιαζε. Ο αέρας κουβέντιαζε χοντρά, σα Δράκος που αν τον έβριζες, θα σούριχνε με ίο μπαστούνι του στο κεφάλι. Γι’ αυτό περπατούσα προσεχτικά κι απογύριζα και το χαλίκι να πατήσω, μήπως δυσαρεστηθεί.

Η νύχτα σκέπασε με το μαύρο της δίχτυ όλο τον τόπο. Καταλάβαινα το σπόγγο της να με δένει μα περπατούσα ίσια, με πεποίθηση κάτασπρη και με την αγάπη μου σαν εικόνισμα κρεμασμένη στο λαιμό μου.

Κουβέντιαζα μοναχός. Είπα τότε: Αμάθητος είμαι που παραπατώ έτσι στον πετρόδρομο; Όποιος με δει. θα με περάσει για μισόστραβο. Καλομάθανε οι πατούσες που τεμπελιασμένες χώθηκαν σε παπούτσια τόσα χρόνια και ξέχασαν την επαφή τους με τις πέτρες αυτές, π' αν είχαν άλλοτε καιρό να περάσουν, θα φιλιόνταν σαν αδερφάδες. Γαϊδούρεψαν στην πρωτεύουσα, δεν πολιτίστηκαν. Μπήκαν στα παπούτσια όπως ζωντανές που μπαίνουν σε φέρετρα.

Στον Άγιο Βασίλη πόφτασα κι αγνάντεψα το χωριό μου, έμοιασα με βουτηχτή που βγαίνει στην επιφάνεια κι αναπνέει. Τόση ώρα, είχα βυθιστεί στο νυστόχαος και τώρα είπα παίρνω αναπνοή. Κοίταξα τα Ληγορακιάνικα μνήματα κι ο νονός μου όπως ήταν προτού πεθάνει, σηκώθηκε από κει, με πλησίασε και μούπε:

«Όταν σε βάφτισα, δεν έκλαιες. Παρατηρούσες τα’ αναμμένα κεριά και τα διάβαζες σαν ποιήματα».

Έφυγε και δάκριά μου στάλαξαν και γίνηκαν μαλαματένιες πέτρες κι αλείφτηκαν με χώματα, για να μη φαίνεται η λαμπεράδα τους και τις πουν αγωΐστριες.

Προχώρησα στο δρόμο και πατούσα τις σκέψεις μου, σαν το στάρι το βόδι π' αλωνίζει.

Από τη λυγιά, ο τόπος μ’ αγκάλιασε και με φιλούσε κι ακουμπούσε το μάγουλό του στο δικό μου και τα δάκρυά μας έδεναν κόμπους στην αγάπη μας.

Στο σπίτι μου, η πόρτα μιλούσε με τη φωνή της μάνας μου. Ραγισμένη από βάσανα, μα τόσο στοργική, που δεν περιγράφεται. Το σπίτι όλο, έμοιαζε του παππού μου του Κυριακούλη και νόμισα πως με ταρακούνησε στην αγκαλιά του σα μωρό ν’ αποκοιμηθώ.

Το λυχνάρι τα’ άναψα και τσίριξε η φλόγα του, μ' έκανε να νομίζω πως με φιλούσαν τ' αδέρφια μου που ξαναγύρισα.

Σήκωσα ψηλά το λυχνάρι με σεβασμό και φώναξα του πατέρα μου τ' όνομα. Δεύτερο είπα της μάνας μου και τρίτο και με τεντωμένη φωνή, του μπάρμπα Ηλία κι ακολούθησε πένθιμο τ' όνομα του μπάρμπα Αντώνη, αδέρφια του πατέρα μου πόδωσαν τη ζωή τους στην πατρίδα, σ’ αυτό που το λέω σακάτικο, νόημα, που διαχωρίζει τους ανθρώπους από την καλοσύνη. Τότε δύο δάκρυα πετροβόλησαν τη νύχτα σαν παιδιά πόρτα νεκροταφείου και φώναξα δυνατότερα: «Γιατί ακόμα να μη σταματήσει ο πόλεμος; Άνθρωποι μορφωμένοι λέγονται τούτοι; Όχι, δεν είναι, αφού στερούν τόσους από τους αγαπημένους πόχουν στον τόπο τους. Φρίκη απερίγραφτη, που τη σιχαίνομαι πολύ.

Έπεσα να κοιμηθώ. Μα ύπνο πρέπει να τον πω αυτόν; Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω να πω, είναι πως τη νοστιμάδα που είχε, ήταν καλύτερη από γαλακόπιττες. Ζυμώθηκε με συγκίνηση αντί για νερό, με παλμούς της καρδιάς αντί γι’ αλεύρι και το γάλα πούχε ήταν η αγνότητα. Με γλυκαίνει ακόμα που τη θυμούμαι. Λέω και τώρα, πως αυτός δεν ήταν ύπνος, γιατί τα όνειρα είχαν μάτια, κουβέντιαζαν, με φιλούσαν και φώταγε ο τόπος κοντά τους σα μεγάλο μεσημέρι.

Μοιρολοΐθηκα το πρωί κι αλείφτηκα με δάκρυα κι έμοιαζα επιχρυσωμένο άγαλμα. Φίλησα τους τοίχους που μ' αγκάλιασαν και τα παλαμόχερά τους δυνατά, σαν του πατέρα μου, τ' άκουσα να πιέζουν την πλάτη μου.

Τα δυο παράθυρά του, ανοιγόκλειναν από τ' αεροφύσημα, όπως μάτια που προσπαθούν με το ζόρι να κρατήσουν τα δάκρυά τους. Τα σταμάτησα με δυο πετρούλες π' ακούμπησα στις άκρες κι έμειναν σταθερά να με κοιτάζουν.

Θυμήθηκα πολλά. Έφερα χρόνια χαμένα στο περασμένο και τα ζωντάνεψα. Γίνηκα παιδάκι πάλι. ξάστερο, χωρίς ρυτίδα. Ξεφόρτωτο από βάσανα κι άχρηστα ζητήματα. Εκεί μέσα στο ξυλάμπαρο. έπαιζα ξένοιαστα. Με φώτιζε η λιακάδα πόμπαινε από την πόρτα κι αχτίδες μούδεναν τα πόδια σαν κλωστές, που κουνώντας τα τις έκοβε. Η μάνα μου άλεθε στο χερόμυλο και ‘μπόδιζε το χρόνο ν' ακούεται η ρόδα του, που γυρνούσε στο σύμπαν κι έτριζε σα μαγκανοπήγαδο. Εκεί με τα’ αδέρφια μου ξαπλώναμε, σαν πουλάκια στη χορτάρινη φωλιά κι ο Βοριάς μας αποκοίμιζε με τη βραχνή του φωνάρα.

Τι καλόκαρδο το σπίτι του χωριού μου, φώναξα δυνατά. Γιατί να μην είναι όμοιο κι’ αυτό στην πρωτεύουσα; Του χωριού μιλά στοργικά, που κάνει τη φτώχεια του πιο καλή από τα πλούτη όλου του κόσμου. Το περιεχόμενό του μοιάζει με την καρδιά μου. Γιομάτο αισθήματα είναι και συγκίνηση. Έχει απλότητα βελουδένια κι ευσέβεια που δε ραγίζει με τη στέρηση. Είναι σαν το φως της μέρας ξάστερο και φιλότιμο σαν τον αέρα που συντηρεί την αναπνοή.

Βγήκα έξω κι άκουσα τα σπουργίτια στο Σακαδελιάνικο σπίτι, να λένε τα’ όνομά μου. Ο ήλιος σαν καθρέφτης στέριωσε τη λιακάδα του και μ’ έδειχνε όπου κοίταζα. Συμπεριφέρονταν ο τόπος, ο ήλιος κι η φύση, όμοια με πρόσωπα που μ’ αγαπούσαν.

Στο δρόμο που βγήκα· δεν συνάντησα κανέναν. Οι γνωστοί που ‘ξερα, συγγενείς και συγχωριανοί μου, είχαν πεθάνει. Τους θυμήθηκα τότε και ξανάρχισα να λέω σιγά μοιρολόι αυτοσχέδιο, μέχρι πόφτασα στο Κοιμητήριο.

Τι θάκανα εκεί; Δεν ξέρω. Πήγα όμως κι άκουσα τη σιωπή να τρίβει τη γη στον τρίφτη της, σα μυζήθρα. Ο αχνός των θυμαριών μοσχοβολούσε και σε κείνο τα’ άχαρο μονοπάτι. Το χρύσωνε η λιακάδα και χαμοτζίτζικες έκαναν πρόβα στη χορωδία τους. Η άπνοια θάμπωνε την ησυχία με τα λιακαδένια της τζάμια. Οι νεροσυρμές σαν αγρίμια είχαν σκάψει τα μικροσπιτάκια των πεθαμένων Έφυγα.

Το φως του ήλιου είχε κολλήσει στα δάκρυά μου και με δυσκολία τα σκούπισα. Περπατούσα με ρυθμό κι οι παλμοί της καρδιάς συντονισμένοι με το βήμα του ακούονταν, όπως σφυρίχτρα λοχία που πάει το λόχο με βήμα σε ίσια γραμμή, μέχρι π’ ανέβηκα στη στέρνα μου, που ήταν απέναντι από το χωριό.

Τι ξάγερη θέση. Πόσο μεγάλο ξέφωτο, που φώναζα του Θεού! να χαμηλώσει τον ήλιο, γιατί κι πέτρες αχτινοβολούσαν όπως καθρέφτες. Τότε η μεγάλη μου αδερφή, μούφερε κάποια φραγκόσυκα, διαλεγμένα με την αγάπη που μούχε. Δεν τα χάλασα όμως τα λυπήθηκα να τα σφάξω με το σουγιά. Μόνο τους είπα: Συγνώμη πόγινα η αιτία να χάσετε τη ζωή σας, που κάθε μέρα ο ήλιος τύλιγε αχτίδες σε σας και μοιάζατε κουβαρίστρες με χρυσές κλωστές.

Ήπια νερό με τον κουβά κι αναστήθηκα. Χλώρεψα σα δέντρο. Μεγάλωσα τόσο, π' ακούμπησε στον ουρανό το κεφάλι μου κι ακούστηκε ο χτύπος δυνατός. Θα 'στιβα πέτρες σαν τα σταφύλια τότε αν τόθελα. Καταλάβαινα τη δύναμή μου, πουρχόταν από βαθιά με ροή θεριακωμένου ποταμού.

Γιατί να ξαναφύγω είπα. Θα κολλήσω σαν όστρακο στο βουνό, που με τσεκούρια, δε θα με ξεκολλήσουν. Ο τόπος μου είν' εδώ. Πουθενά δεν γνωρίζω τόση ξεκούραση όση νοιώθω εδώ. Οι άλλοι, τσιμπλιάρηδες είναι, που τους σιχαίνομαι να τους αγγίξω. Έχουν μαλθακότητα κι άρρωστο χαμόγελο, που με το πίεσμα βγάνει πύο κίτρινο. Τα καλά τους, δεν τα θέλω. Προτιμώ να γιομίσω λιακάδα το πιάτο μου εδώ και να την φάω σα μέλι, μαζί με τ’ αγεράκι που τραγανίζει σαν πιττάρι σταρένιο.

Το λιβάδι, το πέρα βουνό που ήταν σκυμμένο στη θάλασσα, σήκωσε το κεφάλι του σα χελώνα και μ' αγάπη με κοίταζε κι ύστερα τ’ ακούμπησε πάλι στη θάλασσα, που την είχε κάμει ο ήλιος σα μαλαματένια.

Ο κάβος δεν ανάπνεε, για να μη χαλάσει της γαλήνης τα καθρεφτιστά κατορθώματα. Κοίταζε σα χαζός τη φεγγαράδα, που τον εικόνιζε στον καθρέφτη της. Πουθενά δεν υπήρχε σκιά. Μαζεύτηκαν όλες με ξερά φύλλα, σε κρυφογωνιές. Καμιά σκιά δεν λέκιαζε το κίτρινο φόρεμα της γης σα μουτζούρα παλιόμπρικου.

Ήρθε η μέρα που η φύση ξέπλεξε τα μαλλιά της και τ' άφησε να πέσουν κάτω στη γη, κοντά σε μένα, κι ο τόπος λαμπύρισε από τη χρυσάδα τους. Κρατούσε τον ήλιο στο χέρι της, και μούφεγγε που ‘τοίμαζα τα πράγματά μου για να ξαναφύγω. Πιο πέρα η στεναχώρια μου, έγνεθε τη συννεφιά, σα γριά μαλλιά μαύρης προβάτας και τα τίναζε στις αγκαθωτές αποσκιάδες των δυτικών βουνών, που με περίμεναν πάλι να ξαναπεράσω. Καταλάβαινα τη σκεπαστή να χασμουριέται και να φαίνονται τα μεγάλα δόντια της, γιομάτα ίσκιο και κουκούτσια φραγκόσυκων. Το Καστρί τ' άκουσα να βογκά και να προσπαθεί ν' απλώσει τα σπασμένα του πόδια.

Ήταν μακριά όπως τ' άκουα και το λυπήθηκα εγκαταλειμμένο σ’ ερημιά που κάθε μαυρόνυχτα το κουλούριαζε με κύκλους σαν κρύο φίδι.

Έκαμα το πρώτο βήμα και κουδούνισε το χώμα σαν την καμπάνα που φανερώνει πένθιμο μαντάτο. Άνοιξε το κουφάρι μου σαν πόρτα στ' αριστερό στήθωμα και πετάχτηκε ο εαυτός μου έξω. Τράβηξε από τον ήλιο μια χοντρή αχτίδα, μ’ έδωσε από τη μέση και μ' άφησε να σέρνω τα βήματά μου στο χώμα, κουφάρι μοναχό. Καταλάβαινα τα μάτια του εαυτού μου να με κοιτάζουν, όπως χωρίς να τα βλέπει αισθάνεται ο διαβάτης, σε παχιά, πρησμένη κι αόρατη νύχτα· δυο φανάρια που ξαφνικά τ’ άναψαν πίσω από τις πλάτες του και τον ακολουθούν. Η Άγια Τριάδα, σαν τρυγόνα κουρνιασμένη στις στεγνές αντηλιάδες, μ’ έβλεπε π’ απομακρυνόμουν και δεν ανακουνήθηκε καθόλου. Εκεί στα κόκκινα βουνάκια, γένηκε το πρώτο θαύμα στον τόπο μου. Ο ήλιος κόλλησε στα στήθια του μεινεσμένου εαυτού μου, που με κρατούσε μ’ αχτίδα του δεμένο, λαμπύρισε πολύ κι άπλωσε το φως το καλύτερό του, σαν το σταρένιο φύλλο π’ άπλωνε η μάνα μου για να κόψει χυλό και τόφτασε μέχρι τα πόδια μου μπροστά κι ακόμα το τέντωσε πέρα, που η καθρεφτάδα του με ζάλισε, θάμπωσαν τα μάτια μου και τα πόδια μου δεν μπορούσαν εκεί να πατήσουν. Πως να χαλάσω τον καθρέφτη εκείνο του ήλιου; Ζαλισμένος παράμεινα λίγο, μέχρι που το πήρα πλέον απόφαση, έκλεισα τα μάτια μου και μέσα στο σκοτάδι πατούσα, νιώθοντας το δέσιμο που μούχε ο εαυτός μου, σαν το δύτη που τον ρίχνει το σφουγγαράδικο στο βυθό.

Ήρθα στην πρωτεύουσα χωρίς τον εαυτό μου. Ζω χωρίς τον εαυτό μου από τότε και περιμένω πότε θα ξαναγυρίσω και ν’ ακούσω το πήδημά του μέσα στο κουφάρι μου, όπως το πήδημα που θα κάνω μέσα στο σπίτι μου.

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.