Η χωροταξική οργάνωση και ο σπάνιος μνημειακός πλούτος της Μάνης

Η  χωροταξική οργάνωση και ο σπάνιος μνημειακός πλούτος της Μάνης
 
ΑΦΙΕΡΩΜΑ 
 
Αρχιτεκτονική και οικισμοί 
 
Η μεγάλης έκτασης χωροταξική οργάνωση και ο σπάνιος μνημειακός πλούτος της Μάνης 
 
Του Γιάννη Σαΐτα 
 
Αρχιτέκτονα - Πολεοδόμου ΕΟΤ, Εθνολόγου Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε. 
 
ΣΤΗΝ ΑΚΡΙΤΙΚΗ χερσόνησο της Μάνης η ιδιάζουσα ιστορική ζωή έχει αποτυπωθεί πιστά στο ανθρωπογενές περιβάλλον. Για μακραίωνες ταραγμένες περιόδους τα δύσβατα άγονα ασβεστολιθικά βουνά χρησίμεψαν ως καταφύγιο και ορμητήριο σε πολυάριθμο ανυπότακτο πληθυσμό, που οργανωμένος σε πατριαρχικά ένοπλα γένη αγωνιζόταν για την προάσπιση (ή και επέκταση) των ζωτικών χώρων και των περιορισμένων πόρων. 
 
Η όλη χωροταξική οργάνωση, με τους 200 ώς 250 οικισμούς και μικροσυνοικισμούς, διάσπαρτους στον αγροτικό χώρο, καθώς και οι επιμέρους κατασκευές όπως σπίτια, πύργοι, οχυρωμένα συγκροτήματα και κάστρα, ξεμόνια, εκκλησίες, μονές, νεκροταφεία, αναρίθμητα μαντρογυρισμένα χτήματα, πεζούλια ξερολιθιάς στις πλαγιές κι άλλα τεχνικά έργα και διαμορφώσεις απηχούν την πυκνή κατοίκηση και διηγούνται τις σκληρές συνθήκες και τους κώδικες αξιών της παραδοσιακής ζωής. Έπειτα από μακραίωνη τροχιά οι νεότερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις και εξελίξεις αποδυνάμωσαν το παραδοσιακό σύστημα. 
 
Ο πληθυσμός απορροφήθηκε στα αστικά κέντρα και η τοπική κοινωνία συρρικνώθηκε: ενώ στον 190 αιώνα (με 32.000 ως 37.000 κάτοικους στην Επανάσταση του 1821 και 50.000 κατοίκους στα τέλη του αιώνα) οι Μανιάτες αντιπροσώπευαν το 1/1 Ο περίπου του πληθυσμού του Μοριά, 
 
σήμερα (με 20.000 κατοίκους περίπου) δεν είναι παρά το 1/45 των Πελοποννησίων. 
 
Η πληθυσμιακή απογύμνωση, αλλά και οι αργοί ρυθμοί μετασχηματισμού του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος συντέλεσαν στο να διατηρηθεί ο παλαιός ιστός, καθώς και πολλά έργα σχετικά αναλλοίωτα μέχρι τις μέρες μας, εκτεθειμένα όμως στην καταλυτική δράση του χρόνου και σε άστοχες επεμβάσεις. 
 
Μελέτες προστασίας 
 
Ο κληροδοτημένος, μεγάλης έκτασης, σπάνιος και σημαντικός μνημειακός πλούτος θέτει σοβαρά προβλήματα προστασίας και ανάδειξης. Οι ειδικές μελέτες έχουν καταγράψει την κατάσταση και οι κρατικές αρχές έχουν κατά καιρούς προωθήσει ορισμένα έργα και μέτρα προστασίας. 
Το 1974 το 78% των μανιάτικων οικισμών καταγράφηκαν ως παραδοσιακοί (έναντι ποσοστού 20% για την υπόλοιπη Πελοπόννησο. Το 1978 71 χωριά δηλ. το 31 % των οικισμών της Μάνης νομοθετήθηκαν ως παραδοσιακά (έναντι ποσοστού 0,6% για την υπόλοιπη Πελοπόννησο). Από το 1975 ο ΕΟΤ ξεκίνησε έργα αποκατάστασης παραδοσιακών κτιρίων για δημιουργία ξενώνων (στη Βάθεια και στην Αρεόπολη) και μουσείων (στην Κρανάη Γυθείου). 
 
Το υπουργείο Πολιτισμού παλαιότερα και το υπουργείο Χωροταξίας πιο πρόσφατα έχουν κηρύξει αρκετά κτίρια και οικισμούς ως διατηρητέα μνημεία, έχουν προτείνει ειδικούς όρους δομήσεως και έχουν αναγνωρίσει τη μοναδική φυσιογνωμία τόσο της Λακωνίας, όσο και της μεσσηνιακής Μάνης. 
 
Ολα αυτά, και πολλά ακόμη που απομένουν να γίνουν, χρειάζεται να ενταχθούν και να λειτουργήσουν μέσα στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος για γενική ανάδειξη και ανάπτυξη της περιοχής, που είναι αλληλένδετα με τη διατήρηση της μοναδικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. 
 
 
 
Αναρίθμητα μνημεία 
 
 
Τα συγκροτήματα Μούρτζινων (α) μέσα στο ορθογώνιο ο κεντρικός οχυρωμένος πυρήνας του καπετάνιου. 
 
Το ξεμόνι του Γουλά, εστία των Λαγουδιανών.
 
 
Η περιοχή, με συνεχή κατοίκηση από τη νεολιθική (και πιθανότατα από την παλαιολιθική) εποχή μέχρι σήμερα διαθέτει πλήθος μνημείων. 
Τα σημαντικότερα τεκμήρια κατοίκησης από τη νεολιθική εποχή έχουν βρεθεί στα παραθαλάσσια σπήλαια της Αρεόπολης και του Διρού, όπου στο σπήλαιο Αλεπότρυπα έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια ένα πρότυπο μουσείο. 
Αξιόλογα ευρήματα υπάρχουν από όλες τις περιόδους της αρχαιότητας, των ρωμαϊκών και των μέσων χρόνων (λείψανα οικισμών, δρόμων, λατομείων, ιερών, δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, δεξαμενών, τάφων, κ.λπ.). Την ιδιαίτερη ακμή της περιοχής στα ρωμαϊκά χρόνια -ιδίως στο 1 ο και 2ο μ.Χ. αιώνα- όταν ήταν ενταγμένη στο «κοινό των ελευθερολακώνων» διαδέχθηκαν οι «σκοτεινοί αιώνες» και αυτούς, από το 9ο αι. και εξής η στενότερη σύνδεση της περιοχής με τη βυζαντινή ζωή. 
Πολυάριθμοι «μεγαλιθικοί» οικισμοί, μικροσυνοικισμοί ή και μεμονωμένα «μεγαλιθικά» κτίρια στους αγρούς και στους βοσκότοπους μαρτυρούν μέχρι σήμερα το εγχώριο αρχέγονο οικιστικό σύστημα. Τα σπίτια αυτά, με τους μεγάλους λίθους στην τοιχοποιία και τα ογκώδη πέτρινα δοκάρια («μακρόνια ή πλεχτούρα») στις καλύψεις των χώρων, καθώς και οι αντίστοιχοι πολεμικοί πύργοι και οι στέρνες αποτέλεσαν βασική αφετηρία για τη διαμόρφωση με την αργή σταδιακή εξέλιξή τους των νεότερων μανιάτικων κατασκευών και οικισμών. 
Παράλληλα με τα πρωτόγονα αυτά κτίσματα χτίζονταν όμως και έντεχνες εκκλησίες, κυρίως ανάμεσα στο 100 και 130 αιώνα, που με την αξιόλογη και ιδιότυπη αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη ζωγραφική τους σχηματίζουν μια ιδιαίτερη ομάδα. Αξιόλογες είναι και οι πολυάριθμες μεταβυζαντινές εκκλησίες της περιοχής, χτισμένες κυρίως στο 170 και 180 αι. Στις επίκαιρες θέσεις του τόπου υψώνονταν και τα βυζαντινά, φράγκικα και τούρκικα κάστρα ή φρούρια, όπως στο Τηγάνι, στη Ζαρνάτα, στην παλιά Καρυούπολη, στον Πασσαβά, στο Λεύκτρα, στην Κελεφά, στο Πόρτο Κάγιο. 
 
 
Αξονομετρικό του συγκροτήματος των Καπετανάκηδων στην Τρικότσοβα.
 
 
 
Αξονομετρικό του συγκροτήματος του Αντωνόμπεη στον Αγερανό
 
 
 
Στην Τουρκοκρατία Βορράς και Νότος 
(οικισμοί, σπίτια, πύργοι, οχυρά συγκροτήματα) 
 
 
Το ειδικό προνομιακό καθεστώς στο οποίο εντάχθηκε η Μάνη μετά την υποταγή της Κωνσταντινούπολης (1453) και τον Μυστρά (1460) στους Τούρκους, οδήγησε πολλούς φυγάδες στην οχυρή και δύσβατη χερσόνησο, ο πληθυσμός πύκνωσε και το αυτοδιοικούμενο πατριαρχικό σύστημα πήρε ειδικά και χαρακτηριστικά σχήματα. 
 
Στα βορειότερα τμήματα, που διέθεταν πιο ευνοϊκούς φυσικούς πόρους και γειτνίαζαν με τις Τουρκοκρατούμενες περιοχές αναπτύχθηκαν μια πιο σύνθετη κοινωνικοοικονομική ζωή, και αρκετοί, πιο μεγάλοι οικισμοί. Εδώ τα αιματοσυγγενικά γένη ήταν ιεραρχημένα και διαστρωματωμένα. Σε κάθε περιοχή μια ορισμένη οικογένεια ή ένας ορισμένος κλάδος ισχυρών είχε κληρονομικά το αξίωμα του «καπετάνιου» και ασκούσε κυριαρχία στα γένη και τα χωριά. Οι επί κεφαλής διέθεταν υπολογίσιμη ακίνητη περιουσία και σημαντικές οχυρές εγκαταστάσεις που ξεχώριζαν τόσο μέσα στους οικισμούς όσο και σε επίκαιρες θέσεις των ακτών και της ενδοχώρας. 
 
Οι πύργοι-κατοικίες των δυνατών οικογενειών είχαν 3 ως 5 ορόφους και χρησίμευαν είτε ως μόνιμες ή εποχικές διαμονές των οικογενειών και της φρουράς τους είτε ως καταφύγια και πολεμικά οχυρά. Σε αρκετές περιπτώσεις ο πύργος ήταν ενωμένος με διπλανή διώροφη κατοικία. Η κατοικία στο βορρά, αν και διατηρούσε το βασικό τύπο σπιτιού (που ήταν κοινός και στο νότο) είχε συχνά πιο εξελιγμένη κατασκευή μια κι εδώ γινόταν χρήση ξυλείας, ασβέστη, κεραμιδιών. Στα επισημότερα κτίρια (πύργους, εκκλησίες, κωδωνοστάσια, κρήνες) απαντούσαν και ορισμένες μορφές με δυτικές ή και οθωμανικές επιρροές. 
 
 
Ισχυρή φρούρηση 
 
Στην περίοδο πριν από την επανάσταση του 1821, οπότε για 45 χρόνια η Μάνη αποτέλεσε ημιαυτόνομη ηγεμονία ("μπεηλίκι»), οι Μανιάτες Μπέηδες και οι ισχυρότεροι καπετάνιοι διέθεταν και απλούστερες ή πιο σύνθετες τειχισμένες εγκαταστάσεις. Κύριο χαρακτηριστικό των συγκροτημάτων αυτών είναι η διάταξη των κτιρίων στο περίγραμμα του χώρου, ώστε κτίρια και τείχος να οργανώνουν μια κλειστή οχυρή αυλή με μια κύρια και καλά φρουρούμενη πύλη. 
 
Ενας ισχυρός ψηλός πύργος, μια ή περισσότερες επιβλητικές κατοικίες και κτίρια υποδοχής, αποθήκες εφοδίων και λιοτρίβια συμπληρώνονταν με δεξαμενές, επάλξεις, πυργίσκους, κλουβιά, ζεματίστρες και πολεμίστρες κι έκαναν τα κτίρια αυτά ισχυρούς προμαχώνες και σύμβολα της νίκης και επιτυχίας των κατόχων τους. 
 
Στο Νότο τα γένη ήταν εσωτερικά εξισωμένα και η ιεράρχηση βασιζόταν κυρίως στον αριθμό των μελών τους, μια ισορροπία που μπορούσε να ανατραπεί. Είχαν αιρετούς και ανακλητούς αρχηγούς, ενώ τον έλεγχο στους ζωτικούς χώρους τον ασκούσαν συλλογικά, με αποφάσεις που έπαιρνε το συμβούλιο των ενηλίκων ανδρών (η «γεροντική»). 
 
Εδώ τα γένη ήταν εγκατεστημένα σε μικρούς κατά κανόνα οικισμούς, οργανωμένους σε μαχαλάδες ενός ή περισσότερων γενεαλογικών κλάδων. Τα σπίτια των οικογενειών ήταν συσπειρωμένα σε μελετημένη διάταξη γύρω από τον «μαζικό» συλλογικό πολεμόπυργο. 
 
Σε ταπεινά σπίτια κοντά στους «μεγαλογενίτες» ή «σοϊλήδες» έμεναν οι πιο ανίσχυρες οικογένειες οι «φαμέγοι» ή «ακουμπισμένοι». Οι «αχαμνόμεροι» ζούσαν σε δικές τους γειτονιές και αν κατόρθωναν να γίνουν ισχυρότεροι (με συνένωση ή και με αύξηση των μελών τους) ήταν δυνατόν να αποκτήσουν κι αυτοί πύργο. 
 
 
Παγιωμένοι πυρήνες 
 
 
Αριστερά ο πολεμόπυργος Βουδικλάρη (1763) και δεξιά ο υψίκορμος εξαώροφος πολεμόπυργος Λαζαρίγγονα (μέσα 19ου αι.) στην Κοίτα. 
 
Ο μεσομανιάτικος πολεμόπυργος, για λόγους τόσο κατασκευαστικούς όσο και κοινωνικοοικονομικούς, κράτησε τον καθαρά πολεμικό προορισμό του ως βάρδια, καταφύγιο και μαχητήριο. Ως κοινό έργο και κτήμα της αιματοσυγγενικής ομάδας συνδέθηκε αρκετά με τις αξίες της και ζυμώθηκε με τους σκληρούς θεσμούς των «γδικιωμών» και των εμφυλίων «πολέμων», αλλά και με τους πειρατικούς κινδύνους και την απόκρουση των ξένων. Ετσι η χαρακτηριστική απέριττη, αγέρωχη και δυναμική παρουσία του, έγινε το πιο εκφραστικό και περιεκτικό σύμβολο του πέτρινου συστήματος, της ψυχής και της ιστορίας του τόπου. 
 
 
Ο πολεμόπυργος Φιλιππάκου στα Αλικα. Η προσπέλαση γίνεται από τη μαντρωμένη αυλή.
 
 
Πενταώροφο πυργόσπιτο (1872) στα Κουρουκλιάνικα της Νόμιας. Υψώθηκε πάνω στο λιακί του παλιού (προς βορρά) ανωγοκάτωγου σπιτιού, στο οποίο προηγουμένως είχαν προστεθεί δύο ακόμα όροφοι.
 
Μέχρι τα μέσα του 18ου αι. η δυσκολία στη λάξευση των λίθων και η έλλειψη κονιάματος έκαναν αναγκαστική τη κλίση της εξωτερικής πορείας και τη χρήση μεγάλων λίθων. Το ύψος των σπιτιών δεν ξεπερνούσε τότε τα 5-7 μέτρα και των πύργων τα 9-13 μ. Μετ επαναστατικά χρησιμοποιώντας το ασβεστοκονίαμα και πελεκητούς λίθους έφτιαξαν τοίχους με μικρότερο πάχος και κατακόρυφες παρειές. Εφτιαξαν επίσης πιο δυνατές καμάρες και καλύτερες ξυλοκαστασκευές. Ετσι οι πολεμόπυργοι έφθασαν σε ύψους 18- 20 μ. με πέντε έως επτά ορόφους διατηρώντας τις ελάχιστες εσωτερικές διαστάσεις (1,60 μ. ώς 3 μ.) ενώ οι ισχυρότερες οικογένειες ύψωσαν νέα σπίτια, τα πυργόσπιτα, με ύψος 
15-18 μ. και με τέσσερις ως πέντε ορόφους και εσωτερικές διαστάσεις 4 ώς 6 μ. Το σπίτι, η στοιχειώδης μονάδα κατοικίας της οικογένειας ήταν προϊόν αργής εξέλιξη του αρχικού προτύπου των πρωτόγονων μεγαλιθικών και των επαρχιακών βυζαντινών σπιτιών. 
Ενας στενόμακρος ορθογωνικός πέτρινος πυρήνας (μικρός - μεσαίος ή μεγαλύτερος και συνήθως δίπατος) διαρρυθμιζόταν σύμφωνα με ορισμένους απλούς κανόνες και στέγαζε τους ανθρώπους στην πάνω και τα ζώα στην κάτω στάθμη.
 
Αυτός ο παγιωμένος απλός πυρήνας συμπληρωνόταν με βοηθητικά προσκτίσματα στις αυλές και συνδυαζόταν κατάλληλα με τους οικογενειακούς πυρήνες ώστε να σχηματίζεται η σύνθετη οχυρή εγκατάσταση της πατροτοπικής ομάδας. 
 
 
Αξονομετρικά του κτιρίου Τζαννετάκη. Η όψη με τον πύργο 
 
 
 
Το οχύρωμα Γουλάδες ή Μπεάνικα του Τζανέτμπεη, 3ου μπέη της Μάνης.
 
 
Ο κεντρικός πυρήνας της (νέας) Καρυούπολης) με τα οχυρά των Καβαλλιεράκη - Φωκά.
 
 
 
 
 
Οι νεότεροι χρόνοι 
 
Στη μετεπαναστατική περίοδο η Μάνη γνώρισε σημαντικές οικιστικές και αρχιτεκτονικές αναπροσαρμογές, που συμβάδισαν με το «άνοιγμα» του κλειστού μέχρι τότε συστήματος που διατηρούσε πολλά μεσαιωνικά χαρακτηριστικά. Στα πιο απομακρυσμένα χωριά οι μεταβολές ήταν περιορισμένες. Στους χαμηλότερους τόπους οι ανακαινίσεις κτιρίων ήταν πολλές (με αύξηση ύψους, προσθήκες νέων κτιρίων, ορόφων και προσκτισμάτων). Κοντά στους συγκοινωνιακούς άξονες και σε ορισμένες παραλιακές θέσεις δημιουργήθηκαν νέες εγκαταστάσεις. 
 
 
Σπίτια, συγκροτήματα και πολεμόπυργος στη Λάγεια. 
 
Στο βορρά το αρχιτεκτονικό ιδίωμα αναμίχθηκε και αφομοίωσε πολλά στοιχεία των κατασκευών της Πελοποννήσου και των αστικών κέντρων, αν και ορισμένες κατοικίες ισχυρών οικογενειών συνδύαζαν τα νεότερα δεδομένα με συντηρητικά πολεμικά ή διακοσμητικά στοιχεία. 
 
Στο Νότο, όπου μέχρι το 1870 συνεχίζονταν οι τοπικές αιματηρές αναμετρήσεις, η κατοχή και διατήρηση των πολεμικών πύργων ήταν ακόμη σημαντική υπόθεση. Ωστόσο άρχισαν να πληθαίνουν τα σπίτια έξω από τις παραδοσιακές εστίες των συγγενών, καθώς και τα «Ξεμόνια» (αγροικίες). Με το χτίσιμο εργαστηρίων, λιοτριβιών, μαγαζιών, καφενείων, κοινοτικών εκκλησιών, στα κεφαλοχώρια, καθώς και πολλών νέων πυργόσπιτων αρκετά χωριά αναμορφώθηκαν. 
 
Από τις αρχές του αιώνα μας έως το 1940, η βασισμένη στην ελαιοκαλλιέργεια οικονομία του τόπου έφτασε στην ψηλότερη απόδοσή της και η ανοικοδόμηση συνεχιζόταν. Αλλά μετά τις πολεμικές αναστατώσεις (1940-1949) ο πληθυσμός συρρικνώθηκε και οι τοπικές δραστηριότητες περιορίστηκαν ριζικά. 
 
Η ντόπια φράση «σπίτι με κουζίνα και άντρα στην Αθήνα» φανερώνει τη νοοτροπία της εποχής. Στις τελευταίες δεκαετίες οι ανάγκες για τεχνικά έργα, παραθεριστική κατοικία και τουριστικά καταλύματα δημιουργούν συχνά πρόβλημα άναρχης αλλοίωσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος. 
 
Τα ιδιαίτερα προβλήματα της χερσονήσου είναι απαραίτητο να αντιμετωπισθούν στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος για γενική ανάδειξη που θα συμβαδίζει με τη διατήρηση και την προστασία της μοναδικής φυσιογνωμίας του φυσικού και δομημένου τοπίου.  
 
 
 
 
 
 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.