Η παραδοσιακή διατροφή στην Έξω Μάνη

Η παραδοσιακή διατροφή στην Έξω Μάνη
Γλυκό σύκο (αγριόσυκο) (Προάστειο)
 
Η παραδοσιακή διατροφή στην Έξω Μάνη
 
«Το ροδάκινο ήταν γνωστό και ως ‘ο μαστός της Αφροδίτης’. …
Το ροδάκινο το είχα γευθεί ως τροφή και ως μνήμη,
αλλά η νεότερη γενιά το χώνευε μέσω μνήμης και γλώσσας»
(Σερεμετάκη 1997: 29 και 31)
 
 
Οι τοπικές φυτικές ποικιλίες όσες καλλιεργούνταν αλλά και όσες αποτελούσαν αντικείμενο συλλεκτικής δραστηριότητας συνιστούσαν σε σημαντικό βαθμό την καθημερινή διατροφή των κατοίκων της περιοχής της μεσσηνιακής Μάνης. Είτε μεμονωμένα, είτε σε συνδυασμό μεταξύ τους, είτε με κρέας και με άλλα διατροφικά προϊόντα (αλεύρι, τραχανάς κ.ά) αποτελούσαν κύριο πιάτο για το μεσημεριανό ή βραδινό αλλά και για το προσφάι στις αγροτικές εργασίες.
 
Αλεύρι έφτιαχναν από σιτάρι (καθάρειο), από σμιγάδι (σιτάρι και κριθάρι) και σπανιότερα από ρεβύθια (για παξιμάδια). Σε δύσκολες περιόδους (π.χ Κατοχή) έφτιαχναν αλεύρι από βελανίδια, χαρούπια, λαθούρι (παπούλα) και όπως λένε «εμείς δεν καταλάβαμε πείνα στην κατοχή γιατί τα είχαμε όλα». Σε μια κατά κύριο λόγο κλειστή, αυτοκαταναλωτική κοινωνία φρόντιζαν να έχουν λίγο από όλα και όπως έλεγαν χαρακτηριστικά «κάνουμε τα δικά μας κουμάντα και έχουμε ολοχρονικής», θέλοντας να επισημάνουν ότι δεν τους έλλειπαν βασικά διατροφικά είδη. Έφτιαχναν ψωμί (σε μεγάλα καρβέλια), χυλοπίτες, τραχανάδες, λαλαγγίδες, πιτάρια κ.ά
 
 
Κουκιά (πλαγομάρια) χλωρά και ξερά
(Νεοχώρι Μεσσηνιακής Μάνης)
 
Ιδιαίτερο έδεσμα ήταν τα «φούσκαρα» τα οποία έφτιαχναν με αλεύρι, νερό και λίγα σύκα και τα τηγάνιζαν.
Στη Μάνη έτρωγαν πολύ τα μεγάλα κουκιά, τα πλαγόμαλα ή πλαγομάλια ή πλαγοκούκια (πλαγιομάνας (ο)-πλαγιομάνοι (οι) τα λένε στα Κύθηρα) ξερά αλλά κυρίως χλωρά. Τα έβραζαν με άγριες αγκινάρες, πατάτες, δυόσμο, κρεμμύδι και λάδι και ήταν συνηθισμένο φαγητό την Άνοιξη κατά την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής. Όμως πίστευαν ότι δεν πρέπει να τρώνε κουκιά την Μεγάλη Παρασκευή γιατί «αυτά τα τρώγανε οι Εβραίοι και φτύναν τον Χριστό». Τα μικρά κουκιά, τα μαυροκούκια τα τρώγαν κυρίως ξερά ως φάβα και τα έλεγαν και φαβοκούκια. Στη Μάνη έτρωγαν πολύ τη φάβα από κουκιά (κουκιόφαβα) («αυτή είναι η πραγματική μανιάτικη φάβα», υποστηρίζουν) και την παπούλα (από λαθούρι, μάλλον πρόκειται για Lathyrus ochrus) η οποία όμως δεν είναι πολύ διαδεδομένη σε όλη την μεσσηνιακή Μάνη όπως η φάβα από μαυροκούκι.
Τα όσπρια επίσης τα έβραζαν χωριστά και ανακάτευαν με τσιγαρίδα και αλεύρι.
 
 
Λαχανικά φρέσκα (κολοκύθια, μελιτζάνες, πιπεριές) με διάφορα αρωματικά (άνιθο, μάραθο κ.ά) τα έβραζαν «ανακατερά» και έφτιαχναν λαδερό φαγητό. Από άγρια, ως επί το πλείστον χόρτα (σαρακίνα, σέσκλο, καυκαλήθρα κ.ά),, έφτιαχναν τις «λαχανόπιτες» και έβαζαν τσάμπρο ή σφελίτσι και μυριαγκούλες που τους έδιναν ιδιαίτερη γεύση και άρωμα (βλ. και Κάσσης 1980:83). Τα άγρια χόρτα (ραδίκια, αντίδια, τζοχούς, αγριολάχανα, γαλατσίδες, καυκαλήθρες, ψωμίτσες κ.ά) τα κάνανε νερόβραστα και τα τρώγανε με μπόλικο λάδι και ψωμί.
 
 
Καθαρίζοντας άγριες αγκινάρες για το φαγητό της Σαρακοστής
(Λαγκάδα)
 
Τις αγκινάρες τις άγριες τις έτρωγαν τουρσί άλλα και με πατάτες, καρότα, κρεμμύδι φρέσκο και μάραθο.
Το μεγάλο κιτρινωπό κολοκύθι το έτρωγαν σε πίτες αλλά και λαδερό σε συνδυασμό με ξυνό τραχανά.
Τα φασόλια (λόπια) τα έτρωγαν χλωρά σε λαδερό αλλά και ξερά.
Τα σύκα, ιδιαίτερα τα ασκάδια, τα πράσινα, τα ζεμάτιζαν, τα στέγνωναν καλά τους έβαζαν σουσάμι, κονιάκ ή ούζο και τα έκαναν σ(υ)κομαΐδες ή σ(κ)παΐδες και τα κατανάλωναν σαν γλυκό όλο το χρόνο. Για γλυκό του κουταλιού χρησιμοποιούσαν το αγριόσυκο.
 
Παλιότερα είχαν στη Μάνη πολύ μεγάλη παραγωγής σε σύκα (κυρίως ασκάδια ή τσαπελόσυκα) τα οποία πωλούσαν στην ΣΥΚΙΚΗ, συνεταιριστική οργάνωση, και όπως λένε χαρακτηριστικά «πρώτα ξεριζώναμε τις ελιές για να βάλουμε συκιές και αργότερα ξεριζώναμε τις συκιές για να βάλουμε ελιές»!
 
 
«Σκοπαϊδα» (Λαγκάδα)
 
Η καλλιέργεια των λούπινων ήταν πολύ διαδεδομένη παλιότερα στη Μάνη και χρησιμοποιείτο κυρίως για την εκτροφή των χοιρινών. Ακολουθούσαν μια διαδικασία για να τα ξεπικρίσουν, τα «ξεβρόχιαζαν», όπως λένε χαρακτηριστικά: Σε μεγάλα χαρανιά (καζάνια) τα έβραζαν και μετά τα ξέπλεναν στη θάλασσα για 1-2 24ωρα και στη συνέχεια τα στέγνωναν στοήλιο. Στη Μάνη τα έτρωγαν και οι άνθρωποι ως ένα είδος ξηρού καρπού. «Το λούπινο είναι η σταφίδα της Μάνης» λένε.
 
Για τα μνημόσυνα, τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία στη μανιάτικη κοινωνία, χρησιμοποιούν καθαρό σιτάρι και την καλύτερη ποιότητα που διαθέτουν. Επίσης σε γαμήλια έθιμα χρησιμοποιούν καθάρειο (σιταρένιο) αλεύρι για την παρασκευή γαμήλιων άρτων και σχετικών τελετουργικών πρακτικών όπως π.χ όταν η νύφη μπει στο νέο της σπίτι την καθίζουν σε ένα σακί με στάρι για να κάνει πολλούς απογόνους και εύχονται: «όσα σπυριά έχει το σακί, τόσα παιδιά κι αγγόνια» (Αλεξάκης 1980: 324).
 
Ανδρομάχη Οικονόμου
Από την έξοχη εργασία της
Η πολιτισμική διάσταση των τοπικών φυτικών ποικιλιών στη μεσσηνιακή Μάνη
 
 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.