Η ονομασία Κάβο Ματάπα η «λακωνική πορφύρα» και ο «Ταιναρίτης λίθος»

Η ονομασία Κάβο Ματαπά και η Σπηλιά του Άδη

Ματαπάς είναι η πανάρχαια μετονομασία του Ταινάρου από τους Δωριείς, η προερχόμενη από την έκφραση «μετάπεια ή μεταπέα άκρα», την επιμήκη χερσόνησο που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο θάλασσες και εισχωρεί σ' αυτές έχοντας κι απ' τις δύο πλευρές της κρημνώδη γεωμορφολογία, εισβάλλοντας ως μία μυτερή γλώσσα στεριάς ανάμεσα στις θάλασσες, τις «άπες».

Η λέξη «άπα» είναι πανάρχαια ελληνική λέξη με ινδοευρωπαϊκές ρίζες και σημαίνει νερό, ή τόπο με νερό, θάλασσα. Παρόμοια με τον Ματαπά λέξη, Με-τα-πά, της Γραμμικής γραφής Β, αποκρυπτογράφησαν στην πινακίδα της Πύλου οι Εγγλέζοι Βέντρις και Τσαντγουϊκ, ενώ σε άλλες παρεμφερείς πινακίδες αναφέρονται ανάλογα τοπωνύμια της Λακωνίας του Μεσσηνιακού κόλπου (της Μάνης δηλαδή), όπως το Μέ-τα-πο ή Μέ-σα-πο ή Μέ-ζα-πο, ο σημερινός κατά πάσα πιθανότητα Μέζαπος, κόλπος, οικισμός και λιμένας στη δυτική μεριά της Μάνης,την αποσκιερή, όπως τη λένε οι ντόπιοι. Η λέξη «άπα» μπορεί επίσης να σχετίζεται και με το «αιπύς», οξύς, απότομος γκρεμός, ψηλός και απόκρημνος, απ' όπου ενδεχομένως και η παράγωγη λέξη «αιπόλος», γιδοβοσκός (κατ' άλλους εκ του αιγοπόλος) γιατί τα κατσίκια ζούνε στους γκρεμούς, γκρεμούς που εδώ καταλήγουν στη θάλασσα.

 

Μια θάλασσα που, στην πορεία μας για τον Φάρο του Ακροταίναρου προς τον Νότο, προσφέρει ένθεν κακείθεν της ιεράς διαδρομής θέα και θέωση.

Όντως λίγο πριν φθάσει κανείς στις εσχατιές της μανιάτικης γης, αγναντεύει προς τα αριστερά του τον Πάρνωνα, τα Κύθηρα και τον Λακωνικό Κόλπο (όπου αλίευαν από Ταινάρου μέχρι Γύθειο ένα συγκεκριμένο κοχύλι, την «λακωνική πορφύρα», για την βαφή των χιτώνων, «κόχλους ες βαφήν πορφύρας» κατά τον Παυσανία) ενώ ταυτόχρονα προς τα δεξιά του ατενίζει τα λατομεία με το ταινάριο μάρμαρο, τον περίφημο «Ταιναρίτη λίθο», μαύρο, κόκκινο, πράσινο και πολύχρωμο μάρμαρο, ξακουστό από αρχαιοτάτων χρόνων («εισί δε λατομίαι λίθου πολυτελούς, του μεν Ταιναρίου εν Ταινάρω παλαιαί» κατά τον Στράβωνα) αλλά και την παρακείμενη θαλασσινή σπηλιά, την θεωρούμενη από πολλούς ως την πραγματική αρχετυπική Πύλη του Άδη των αρχαίων, καθώς παράλληλα, ρίχνοντας πίσω τη ματιά, αγναντεύει στο βάθος του ορίζοντα το υποβλητικό και επιβλητικό ακρωτήριο Κάβο Γκρόσο, που υπερυψούται ως ακοίμητος βιγλάτορας του μανιάτικου αποσκιερού Μεσσηνιακού κόλπου.

Ένα αληθινά φανταστικό πανοπτικό θέαμα: Το Κάβο Γκρόσο και ο Κάβο Ματαπάς, Ηράκλειες στήλες, και ξώβεργες μαζί, μιας ξελογιάστρας μάγισσας, της Μάνης.

 

Από το βιβλίο του Χρίστου Δρακούλη Γούδη, «Οδοιπορικό στην Μάνη», εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη

 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.