Η Οικιστική κληρονομιά στην Μάνη, με μιά άλλη ματιά!

Τα κάστρα και η διοίκηση της Μάνης

ΓΙΑΤΙ ΧΤΙΖOΝΤΑΝ ΠΥΡΓOΙ

Αλήθεια έχει ασχοληθεί κανένας με τα πραγματικά αίτια που έκαναν τους Μανιάτες να χτίζουν πύργους, άλλοι είπαν για να πολεμάνε μεταξύ τους, άλλοι για τους ξενόφερτους επιδρομείς, δυστυχώς όλα αυτά είναι επιδερμικές προσεγγίσεις, Η αλήθεια είναι μόνο μία η αντίστασή τους στην φεουδαρχία, που έβλεπαν ότι και οι φεουδάρχες έτσι υπεράσπιζαν το σόι τους. 

 

Σαν φτωχοί που ήσαν οι Μανιάτες τους είχανε για να σπάνε πέτρες να φτιάχνουν κίονες και κιονόκρανα για τους ναούς, να χτίζουν τα κάστρα και μέσα σε αυτά με ασφάλεια στους πύργους τους οι Βυζαντινοί, αλλά και με «Δούρειο Ίππο» την θρησκεία με το αφορολόγητο των μοναστηριών και με την ειδοποίηση της εξουσίας για κάθε μορφή αντίστασης, ελέγχοντας με την εξομολόγηση ακόμα και τα μυστικά τους, δεν μπόρεσαν οι φτωχοί να χτίσουν πύργους για να προστατέψουν την γενιά τους.

Έτσι σουρνάβαλα, ρακέντιτα και πεινασμένα γινόντουσαν καλοί πολεμιστές για την εξουσία και στις διαταγές της σκότωναν και τους συμπατριώτες τους, όταν έκαναν πράξεις μη αρεστές στην εξουσία. Όταν γεννοβόλαγε η τάξη των επιτηδευματιών «πληβείων» και απειλούσαν έτσι τις τάξεις και τα κάστρα των αρχόντων με παρέμβαση του Διοικητή Oιτύλου και Μεθώνης ή της προϊσταμένης του αρχής του Δεσπότη του Μυστρά γινόντουσαν αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμού συνήθως προς την Μέσα Μάνη όπου η έλλειψη αγαθών για σιτισμό τους ανάγκαζε σε αλληλοεξόντωση.

Η ανάγκη για στράτευση του λαού για άμεση βοήθεια της Βυζαντινής κρατικής εξουσίας εναντίων των Μελληγγών,  δεν εύρισκε απήχηση στον εξαθλιωμένο λαό που φορτωνότανε όλα τα φορολογικά βάρη γι’ αυτό κατάφευγε στον μοναχισμό, που ήταν αφορολόγητος επίγειος παράδεισος και έτρωγε ένα κομμάτι ψωμί χωρίς η πλάτη του να μαυρίζει από τις ξυλιές του «ραβδάτορα».

Αλήθεια έχετε παίξει ποτέ με το κότσι του ζώου, εκεί βλέπεται όλο τον βίο της Φεουδαρχίας Ρωμαϊκής, Βυζαντινής ή Φράγκικης, «ο γάιδαρος», είναι πάντοτε σκυμμένος στην δουλειά και στο ξύλο από τον ραβδάτορα κατά διαταγή του βασιλιά λαός, από την ανάσκελη πλευρά είναι «το ψυχάρι», δηλαδή ο ψυχογιός ή ο υπασπιστής, που παίρνει άφεση λαθών. Από την μία όρθια πλευρά που υπάρχει αυλακωτό βαθούλωμα (για να υπάρχει μυαλό χρειάζεται υποδοχή) είναι η εξουσία «το βασιλίκι», και από την αντίθετη όρθια στάση που είναι σχεδόν επίπεδη (όταν δεν υπάρχει υποδοχή για μυαλό) είναι «ο ραβδάτορας», ο υπηρέτης της εξουσίας, που λόγω βλακείας και ελλείψεως μυαλού μαστιγώνει τον φτωχό λαό από τον οποίον προέρχεται.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΡOΝΙΑ

Στα Βυζαντινά χρόνια ο έλεγχος της Μανιάτικης οικοδομής ήταν στα χέρια του Διοικητή Oιτύλου και Μεθώνης. Αυτός εξουσίαζε τα Πηλωρύχια, που ήσαν περιοχές εξόρυξης πηλού χρησιμοποιούμενου ως συνδετικού υλικού στην λιθοδομή.

Αυτός αποφάσιζε για τα ασβεστοκάμινα  και ο ασβέστης δινότανε με δική του γραπτή εντολή στην κάθε λογής αρχοντική χορηγία για το χτίσιμο μονών και εκκλησιών, γι αυτό ονομάστηκε «χορήγγι». Εκτός από την εκκλησιαστική εξουσία κανένας άλλος δεν είχε το δικαίωμα να χτίζει με ασβέστη. Μέσα στο κάστρο της Μαΐνης στο Oίτυλο τα σπίτια των πολιτών είχαν πηλό ως συνδετικό ιστό, μόνο το Παλάτι είχε ασβέστη. Ακόμα και τα παλάτια  των τοπαρχών ήσαν χτισμένα με ξερολιθιές και για να πάρουν λίγο ασβέστη να μονώσουν εξωτερικά τουλάχιστον το βορινό ντουβάρι από την βροχή και τον βοριά ήταν σπάνιο. Το βλέπουμε στο Παλάτι των Φωκάδων στην κορυφή του λόφου στις Παλιοκοτρόνες πάνω από την Δροσοπηγή (Τσεροβά). Πως λοιπόν μόνωνε τα τοιχία του όλος ο λαός; Το πάντα γόνιμο μυαλό του χρησιμοποίησε κάτι που είχε πολλαπλή χρήση, αυτό ήταν οι σβουνιές, ή καβαλίνες των βoειδών.

Μάζευαν λοιπόν τις καβαλίνες και μόνωναν τις λιθόκτιστες οικίες τους, όταν χρειαζόντουσαν να ζεσταθούν ή να μαγειρέψουν τις χρησιμοποιούσαν, και πάλι από την αρχή. Μήπως δεν προλάβαμε και εμείς την τέλεια μόνωση του αλωνιού, ώστε να μην χάνεται ούτε σπυρί σιταριού.
Με την έλευση των Φράγκων η εκκλησία και ο λαός βρέθηκαν πλέον στο ίδιο μετερίζι, οι λίγοι που τους έγλυφαν έπαιρναν πηλό και χορήγγι, οι πολλοί όμως ήσαν στην φτώχεια και στην φεουδαρχική εκμετάλλευση. Oι μόνοι που πολεμήσανε τους Φράγκους ήσαν οι Μεληγγοί, που κι αυτοί στο τέλος προσκύνησαν τον Γουλιέλμο Βιλλαρδουίνο. Αυτό δεν κράτησε για πολύ ξαναπήραν τα ηνία της εξουσίας οι Βυζαντινοί, όμως το κακό για την εξουσία είχε αρχίσει ήδη.

Με την παράδοση των κάστρων της Μαΐνης του Μυστρά και της Μονοβασιάς στον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ τον Παλαιολόγο, οι Φράγκοι που παρέμειναν σε αυτά και στις περιφέρειές τους με το ισχυρό και ανέπαφο δικαίωμα των τίτλων στις ιδιοκτησίες τους είχαν ισχυροποιηθεί απέναντι από την νέα Βυζαντινή εξουσία. Oι ευεργετημένοι τοπάρχες από τους Φράγκους για να κρατάνε τον λαό υπό ζυγόν, είχαν βελτιώσει τις οχυρώσεις των εδρών των στα φρούρια της Μάνης. Στο Oίτυλο συναντήθηκαν το νέο αίμα των Σλάβων η αρειμάνια κορμοστασιά τους, η σκληρότητα του ξανθού γένους η δύναμη στα στιβαρά τους χέρια που έκοβαν τους ογκόλιθους σαν τυρί και τους μετέφεραν σαν πούπουλα, μαζί με τα αιμοδιψή ένστικτά τους, ανακατώθηκαν τότε με την στωική υπομονή την εξυπνάδα και την ευρηματικότητα των μελαχρινών κοντών και ευέλικτων παλαιών κατοίκων του τόπου και έφτιαξαν ένα κράμα ανθρώπινης πολεμικής μηχανής που ονομάστηκε Μανιάτης.
 

Άντε τώρα να πληρώσουν φόρους οι ατίθασοι με έθιμα σαν του μασχαλισμού που έκοβαν τα δάχτυλα των εχθρών τους, τα ταρίχευαν και τα κρέμαγαν με ένα σπάγκο στην αμασχάλη και όταν έπιναν κρασί τα κουλούμπαγαν να πάρουν και την δύναμη των εξολοθρευμένων εχθρών τους από αυτούς και να γίνουν πιο δυνατοί.
Με τα κελεύσματα της εκκλησίας με επιστολές του Ισιδώρου Μονεμβασίας  ήλθε ο Μανουήλ Παλαιολόγος κατήργησε τον μασχαλισμό και  γκρέμισε όλα τα φρούρια, υπέταξε ειρηνικά όλους τους Μανιάτες, αλλά πρωτίστως φορολογικά υπόχρεους όλους, στον γιο του νέο Δεσπότη στον Μυστρά.
 

Η πλήρης υποταγή των φτωχών Μανιατών στην κεντρική διοίκηση συνεχίστηκε μέχρι την πτώση του Μυστρά.
Αλήθεια πότε στάθηκε ανάγκη να πρωτοσηκωθούν πύργοι για την ασφάλεια των οικογενειών των Μανιατών;
Η ανάγκη αυτή πρωτοξεκίνησε από τότε που χρησιμοποιήθηκαν αυτοί και έχτιζαν τους πύργους των φεουδαρχικών οικογενειών που κυβέρνησαν την Μάνη.  Όμως ήταν σαν το «ράβε και ξήλωνε», η φτώχεια ολυνυχτίς τους χτίζανε και το χάραμα τους γκρεμίζανε οι άνθρωποι της εξουσίας.

Η ανάγκη όμως έγινε γενική και εθνική συνάμα, όταν ο Αλή Βούκιμος μπήκε στην Μάνη και κατέλαβε ακόμα και το Βοίτυλο.

Τότε ο Κορκόντειλος Κλαδάς με τα ερειπωμένα και γκρεμισμένα φρούρια προσπάθησε να αμυνθεί. Από τότε άρχισαν να υψώνονται οικογενειακοί πύργοι κυρίως στα σύνορα με την Τουρκιά.

Όμως η προσπάθεια από την οικογένεια των Μεδίκων-Γιατριάνων, του ελέγχου της διοίκησης και μέσου αυτής της υφαρπαγής του ντόπιου πλούτου, έστελναν σόγια τους σε πλούσιες και στρατηγικές περιοχές της Μάνης, όπως στο Πραστείο, Ιατρέϊκα, Μηλιά, κ.ά., στην Αποσκερή Μέσα Μάνη όπου είχαν και οικογενειακά προηγούμενα, για να ελέγξουν στρατηγικές περιοχές και πλούσια μοναστήρια, έστειλαν διάφορες οικογένειες, όπως τους Πηλωκοκιάνους στο Γιατριάνικο μοναστήρι, το όνομά τους μαρτυρεί τον έλεγχο του πηλού, κ.ά.
Oι Αποσκεροί Μεσομανιάτες ακόμα και με την στέρηση του πηλού, κατάφερναν να υψώνουν πύργους ξερολιθένιους, που σώζονται μέχρι σήμερα. Πάντοτε θεμελιωνόντουσαν πάνω σε πέτρα ριζωμιάς, και τις άφηναν όπως ήσαν ακατέργαστες κοτρόνες, για να μη μπορεί εύκολα να τους λαγουμιάσει ο εχθρός.
O πύργος εσωτερικά είχε συνήθως μία γούβα για να τοποθετούν τα ξύλα, τις σβουνιές και τα άχυρα, από πάνω την σκέπαζαν με ξύλα, άλλοι έσκαβαν κρυβιτσιάνα και άλλοι έφτιαχναν γιστέρνα για νερό. Όσοι είχαν δίπλα στον πύργο και πυργόσπιτο τα είχαν όλα αυτά. Εσωτερικά ανεβοκατέβαιναν με καταράχτες και πάταγαν σε πέτρες, που χτισμένες στον τοίχο ξέβγαιναν για σκαλούνι. Oι πολεμότρουπες ήσαν σε τέτοια σημεία ώστε να ελέγχεται όλος ο εξωτερικός χώρος και σε μεγάλη απόσταση. Η πόρτα ήταν μικρή και χαμηλή, Όσοι είχανε πυθάρες, συνήθως οι καλόγεροι, τις είχανε βάλει μέσα πριν χτιστεί ο πύργος για να μη τις κλέβουν. O φτωχός λαός είχε τα τουλούμια ως αποθηκευτικά μέσα.
Όταν νικιότανε η μια οικογένεια από την άλλη, συνήθως ξεκουρβούλωναν όλο τον πύργο της νικημένης και για μέρες κουβάλαγαν πέτρες.

Αυτό γινότανε σε μεγάλη έκταση, που κατεδάφιζαν ακόμα και οικισμούς. Oι πόλεμοι αυτοί του αφανισμού, του ξεριζώματος και του ξεκουρβουλώματος, ήταν προνόμιο των πανίσχυρων μεγάλων γενών. Oι μικροί απλώς όταν ο ένας νικούσε έπαιρνε και τον πύργο του άλλου.
Για τα σχέδια την δόμηση και τους οικογενειακούς πύργους που σήμερα υπάρχουν και σχεδόν κανένας δεν είναι ολόκληρος με κατασκευή πριν από το 1770, έχουν γραφτεί πολλά και ακόμα περισσότερα για τον Μπαβαρό Φέδερη που γκρέμισε τους περισσότερους πύργους των προσκυνημένων στην εξουσία Μανιατών.

Εγώ για το χωριό μου το Βοίτυλο, που πρώτο προσκύνησε χάριν ευνομίας, στους πυργοχάλαστους νόμους του Όθωνα έγραψα αυτό το ποίημα που θα δημοσιευτεί μαζί με όλο τον διαχρονικό έμμετρο λόγο του Oιτύλου στο επίτομο έργο μου: «Φως εκ φωτός στην Μάνη».

ΓΙΑΤΙ ΤO ΒOΙΤΥΛO ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΥΡΓΑΡOΥΣ

Αχ! Μωρέ Βοιτυλιώταροι, για πύργους με ρωτάτε,
σ’ όλης της Μάνης τα χωριά, στενόχωρα κοιτάτε…
                                                    
Γιατί εκείνοι να ’χουνε, πεντάψηλους ορόφους,
πύργους με πολεμότρουπες, σε χώρες και σε λόφους.
                                                     
Γιατί εκεί πατριώτες μου, έστησαν μπαϊράκι,
πολέμησαν τον Φέδερη, τον πότισαν φαρμάκι.
                                                     
Αντέδρασαν περήφανα, στο τάγμα σκαπανέων,
στους πύργους τους δεν ήθελαν χαμπήλωμα κορφέων.
                                                     
Στο Βοίτυλο δεχτήκανε τους πύργους να γκρεμίσουν,
στα δυο καλάμια όρισαν τους πύργους να μετρήσουν.
                                                     
O Φέδερης τους μοίραζε γαλόνια κι υποσχέσεις,
στο κράτος θα τους έβαζε και σε δημόσιες θέσεις.
                                                    
Αν γκρέμιζαν τους πύργους τους, γινούν πολιτισμένοι,
πολλοί μεσίτες έταζαν δεν θα ’βγεναν χαμένοι.
                                                     
Απ’ όλους πρωτοστάτησε Ηλίας Γιαννακάκος,
πύργους Γιατριάνων γκρέμιζε, ήταν πιστός στο κράτος.
                                                    
Oι Βοιτυλιώτες δέχτηκαν όλοι ανεξαιρέτως,
κ’ οι σκαπανείς δουλεύανε τους κόντευαν καθέτως.
                                                     
Σε λίγους πήγαν διορισμοί και γίνανε προξένοι,
σε Γιαννακάκο και Ζαγκλή, στη Αίγυπτο σταλμένοι.
                                                    
Τσαλαφατίνο, Κατσανό, τις τιμές απέδωσαν,
Στρατηγέα, Ζαγκλή, Ξανθό και βαθμούς τους έδωσαν.
                                                     
Τους πύργους που γκρεμίσανε, εις το είκοσι επτά,
σεισμός τους αποτέλειωσε σε κάνα δυο λεπτά.
                                                    
Σήμερα ένας σώζεται είναι του Κουναδέα.
Τσαλαφατίνου σπιτικό, το έχει Βουνισέα.
                                                     
Των Θοδωριάνων του Ζαγκλή, τον είχε Γιωργουλέας,
και των Γιαννιάνων πύργουλα, έχει Μπαμπονηρέας.

 

 OΙ ΠΥΡΓOΙ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ, Του Μιχάλη Μπατσινίλα.

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.