Η ΜΑΝΙΑΤΙΣΣΑ Ηγερία της Μάνης

 
Η ΜΑΝΙΑΤΙΣΣΑ, Ηγερία της Μάνης
 
«Ηγερία: προικισμένη γυναίκα που παραστέκεται, συμβουλεύει, που εμπνέει και ασκεί επιρροή στην πολιτική, πνευματική ή καλλιτεχνική δραστηριότητα κάποιου».
 
 
“Εγώ είμ’ η Βέργα τ’ Αλμυρού 
κι όσα με βρούσι τα μπορού
τ’ έχου κοιλιά τη πιθαρός 
κι όλα τα κάνου χαραμπό
Σ’τα ρίχνου και στη θάλασσα!....”
 
 
Iστορία και έκφραση της Mάνης. H Eλένη η Kολοκούρενα 
από την Aρεόπολη εδώ 105 ετών , (γένος Νιαρχάκου).
 
«Σ’ όλες  τις κρίσιμες ανθρώπινες ώρες, τότε που χρειάζεται να παρθεί μια ανέκκλητη απόφαση, για τη ζωή και για το θάνατο, για ό,τι ονομάζουμε τιμή και ντροπή, η Μανιάτισσα όσο και να φορούσε γυναικεία, σκεφτότανε και φερνότανε σα να ‘κρυβε  μέσα της έναν άντρα. Δε φοβότανε τη μεγάλη ευθύνη, ούτε περιόριζε το ενδιαφέρον της σε ό,τι θα την εξυπηρετούσε πρακτικά. Ξεπερνώντας το δεδομένο της φτώχειας της, που θα τσάκιζε, θα ταπείνωνε κάθε άλλη, εκείνη, με το να μάθει από τη μάνα της, κι από τη μάνα της μάνας της κι απ’ όλες τις γριές της γενιάς της να χρησιμοποιεί στις ριζικές να πούμε αξιολογήσεις της άλλα κριτήρια, σε τίποτε δεν εμποδιζότανε να νιώθει περηφάνεια για τη θέση της κοντά στους άλλους, έστω κι αν φόραγε ένα πάμφτηνο πολυμεταχειρισμένο φουστάνι, κι αν έτρωγε ένα ξερό κομμάτι ψωμί. Αλλού τοποθετούσε την αξία. Η Μανιάτισσα ήταν η κλώσσα του πατροπαράδοτου ήθους, ο θεματοφύλακας, ένα πρόσωπο που με το να στέκεται πιο κοντά στην παιδική ηλικία, έπαιρνε και διεβίβαζε ασφαλέστερα τα “προστάγματα” σ’ όλο το σόι, από τη μια γενιά στην άλλη γενιά. O άντρας σκότωνε, σκοτωνότανε, φυγοδικούσε, πήγαινε χρόνια στη φυλακή, στο Παλαμήδι, στη Στενή του Μιλτιάδη, στο Νιόκαστρο. Πήγαινε στην Κρήτη να πολεμήσει και δεν εγύριζε. Η γυναίκα έπρεπε να μείνει στο ποδάρι του, να πάρει το τιμόνι. Κι αν σκότωσαν τον άντρας της, να μεγαλώσει τα παιδιά με τον ιδρώτα της, με την ψυχή στο στόμα, με ξένα μεροκάματα στο “Έλος και στο Ντουραλή”, και να κρατήσει μέσα στην καρδιά της αναμμένο πάντα το κάρβουνο του γδικιωμού που για τα ήθη εκείνης της εποχής εσυμβόλιζε την κάθαρση, αποτελούσε τον ύψιστο νόμο. Αυτές οι Μανιάτισσες, που λαχταρούσαν όλες από τα κοριτσίστικα χρόνια τους τις αντρίκιες πράξεις, οι γριές ιδίως Μανιάτισσες, οι “κυράδες”, οι στεγνές, οι λιανές οι “ξερές φραγκοσυκιές” όπως παρομοιάζουν οι ίδιες τον εαυτό τους - η Λιου, η Πετρού, η Δημητρού, η Λυγορού, η Σταυριανού, η Κυριάκαινα, η Κυριακούλαινα, η Καλαπόθαινα, η Καπετανόνυφη, η Κοσονόνυφη - είναι όλη η Μάνη. Με τους πόνους τους, με τα μοιρολόγια τους, με τα έργα τους, με τις ευκές τους, και με τις κατάρες τους, με την αλύγιστη πίστη τους σε ό,τι εκφράζει το χρέος και την τιμή.
 
 
Αυτή την αλύγιστη πίστη στο χρέος και στην τιμή, την έδειξαν στη μάχη του Διρού, τη δίδυμη αδερφή της μάχης της Βέργας, στον Αλμυρό» (Γ. Φτέρη).
Να το ιστορικό της - σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει ο ίδιος Μανιάτης ιστοριοδίφης, ο Δίκαιος Βαγιακάκος:
Ποιες ήταν  εκείνη τη στιγμή οι αμυντικές δυνατότητες της Μάνης; Μας το λέει το περίφημο ιστορικό τραγούδι: “Η μάχη του Διρού”.
 
...Oι άντρες όλοι ελείπασι
τ’ ήταν στη Βέργα τ’ Αλμυρού
όπου Τρωάδα ο πόλεμος
επάαινε δυο μερόνυχτα.
Μόνο τα γυναικόπαιδα
και γέροντες ανώφελοι
γιατί ήτα θέρος βρέθηκαν
με τα δροπάνια στα λουριά...
 
Όλη η στρατιωτική επιχείρηση βρίσκεται τώρα στην αποφασιστική καμπή της. Κι αυτή ακριβώς τη στιγμή μπαίνουν στη μέση οι Μανιάτισσες με τα δρεπάνια τους για όπλα. Με τα δρεπάνια τις βλέπει να πολεμάνε ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης που ειδοποιημένος για την επίθεση έτρεξε με τα παλικάρια του στο Διρό.
 
Βλέπει γυναίκες να χερούν
με τα δρεπάνια που βαστούν
τους Αραπάδες να χτυπούν.
- Εύγε σας, ματαεύγε σας, 
γυναίκες, άντρες γίνατε,
σαν αντρειωμένες κρούετε,
σαν Αμαζόνες μάχεστε!
Μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, καθώς έφτασε στη Βέργα η πληροφορία ότι αποβιβάστηκαν Αιγύπτιοι στην καρδιά της Μάνης, ξεκινά γρήγορα ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης με τρακόσους Μανιάτες κι έρχεται στο Διρό.
 
...Τότε κι’ εκείνη τη στιγμή
φτάσασι κι αναντιάξασι
τα παλληκάρια τ’ Αλμυρού
όπου τη νίκη εφέρνασι.
 
Η σύρραξη επάνω στα λουριά, επάνω στις λουρίδες των χωραφιών του Διρού, φτάνει στη μεγαλύτερη έντασή της. Oι αμυνόμενοι γίνονται παντού επιτιθέμενοι.
 
...κι εγίνη ξεσυνέριση
σ’ όλα τα Σπαρτιατόγγονα
ποίοι θα πάσι μπροστινοί.
 
O θάνατος στον πόλεμο θεωρείται από τη Μανιάτισσα μια διαβεβαίωση σπαρτιάτικης καταγωγής:
 
Μεις έχομε το φυσικό,
απ’ ακοή κι αγροικητά,
τ’ από τη Σπάρτη ήρθαμε.
 
Και στον Ταΰγετο ψηλά
το θρόνο στήνει η Λευτεριά.
 
Σκοτώθηκε στον πόλεμο,
εδιάη με δόξα και τιμή
τι έκαμε το καθήκο του.
 
Η Μάνα στα μοιρολόγια:
 
Πάψε άνεμε, πάψε καιρέ,
και πάψε τραμουντάνα,
να πάω ξανά στο σπίτι μου
να ιδώ το ποιος με κλαίει.
Να ιδώ αν με κλαιν οι φίλοι μου,
με κλαίνε οι δικοί μου.
Όπως με κλαίει η μάνα μου 
Κανένας δε με κλαίει!
 
Μάνα, στροφή του χωραφιού
και κυπαρίσσι τ’ αγκρεμού!
Μάνα καμπάνα ρουσικιά
και τράπεζα βασιλικιά!
(Γ. Φτέρη)
 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.