Η Εργατία

Η Εργατία

Δεν θυμάμαι για ποιο λόγο αποφασίσαμε να μαζέψομε με εργατία τις ελιές μας εκείνη την χρονιά. Σίγουρα θα υπήρχε κάποιος και μάλιστα σοβαρός. Τις εργατίες τις οργάνωναν εκείνοι που, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση τους, δεν μπορούσαν να κάμουν μόνοι τους στον πρέποντα χρόνο επείγουσες εργασίες, όπως το μάζεμα των ελιών, ο θέρος, ο τρύγος.
Οι εργατίες γινόντουσαν πάντοτε Κυριακή μετά την Θεία Λειτουργία, που, όμως, τότε τέλειωνε νωρίς. Ήταν η μοναδική ημέρα της εβδομάδας που οι συγχωριανοί δεν πήγαιναν στις δικές τους δουλειές. Την περίμενα πως και πως ως γιορτή, την ορισμένη Κυριακή της εργατίας μας.
Ο καιρός, σύμμαχος μας, μας επιφύλαξε μια θαυμάσια ηλιόλουστη μέρα.
Αρκετοί συγχωριανοί μας, γύρω στους είκοσι συνολικά, άντρες, γυναίκες και παιδιά, ήρθαν να μας βοηθήσουν εκδηλώνοντας έτσι έμπρακτα την αγάπη και την αλληλεγγύη τους.
Ξεκινήσαμε το λιομάζωμα από το πιο απομακρυσμένο, σε σχέση με το χωριό, χωράφι μας.
Οσοι από τους άντρες γνώριζαν από κλάδο αναλάμβαναν τούτο το έργο, που εθεωρείτο ιδιαίτερα σημαντικό.
Οι νέες γυναίκες ανέβαιναν πάνω στα δέντρα και άρμεγαν τον λιόκαρπο στα λιόπανα που είχαμε στρώσει από κάτω. Oι μεγαλύτερες γυναίκες και τα παιδιά μαζεύαμε τις ελιές από τα λιόκλαδα που έκοβαν οι κλαδoύχοι, καθώς και το χαμολόι που έπεφτε έξω από τα λιόπανα.
Το μεσημέρι η μάνα μας έφερνε από το χωριό το φαΐ. Συνήθως μακαρόνια ή ρύζι με μπακαλιάρο γιαχνί σε μία μεγάλη πινιάτα. Ακόμη μπόλικο ψωμί, τυρί και κρασί για τους άντρες.
Πιάτα- συνήθως αλουμινένια- φέρναμε λίγα. Μόνο για τους άντρες. Oι γυναίκες και τα παιδιά τρώγαμε όλοι από ένα ταψί και από το καπάκι της πινιάτας, που όταν το γύριζες ανάποδα γινόταν πιατέλα.
Ξοδεύαμε για το φαγητό τον απολύτως αναγκαίο χρόνο. Η σπατάλη χρόνου ήταν ανεπίτρεπτη. Τούτο άλλωστε επέβαλλε η όλη φιλοσοφία της εργατίας.  Η δουλειά δεν μπορούσε να περιμένει. Πριν να σημάνει ο εσπερινός έπρεπε να έχομε τελειώσει και το λίχνισμα και το σάκιασμα. Το πέρασμα της ώρας το παρακολουθούσαμε από τα απόσκια στα ριζά του απέναντι βουνού.
Για το λίχνισμα απλώναμε ένα άδειο λιόπανο σε απόσταση τριών τεσσάρων μέτρων από το γεμάτο και με τις δυο χούφτες μας πετάγαμε λιόκαρπο σ’ αυτό. Τα λιόφυλλα έπεφταν στον ενδιάμεσο ακάλυπτο χώρο. Τις λιχνισμένες ελιές τις βάζαμε σε μεγάλα τσουβάλια της ρίγας για να τις φορτώσομε στα γαϊδουρομούλαρα και να τις μεταφέρομε στο χωριό, όπου θα περίμεναν την σειρά τους για το λιτριβείο.
Με το άκουσμα της καμπάνας του εσπερινού παίρναμε το δρόμο του γυρισμού. Η εργατία μας είχε τελειώσει. Η κούραση μας φορτισμένη από την προς αλλήλους αγάπη και αλληλεγγύη έπαιρνε μια απροσδιόριστη γλυκύτητα.
Εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι, με όλες τις αδυναμίες και τα ελαττώματα τους, παρέμεναν Άνθρωποι…………        

Σταύρος Πετροπουλάκος +
Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.