Η Ελληνική Επανάσταση του 1821

Ιδεολογικοί προβληματισμοί
 
Του
ΣΑΡΑΝΤΟΥ Ι. ΚΑΡΓΑΚΟΥ
 
Λόγος όπως εκφωνήθηκε στο Πολεμικό Μουσείο στις 23/3/2014
για την Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού
 
 
Μετά την υποβάθμιση του μαθήματος της ιστορίας στα σχολεία – κι όχι μόνο στα ελληνικά – υπάρχει κίνδυνος να γίνουν «εξίτηλα», δηλαδή να εξαλειφθούν, «έργα μεγάλα και θαυμαστά» για να χρησιμοποιήσω τις Ηροδότειες λέξεις, και να διαμορφωθεί έτσι μια κοινωνία χωρίς μνήμη και κρίση. Πολλά εννοεί και περισσότερα υπονοεί ο Αμερικανός στοχαστής Φράνσις Φουκουγιούμα, όταν ομιλεί για το τέλος της Ιστορίας.
 
 
***
Η σπουδή του 1821 κατ’ αρχάς, και επί εκατό και πλέον χρόνια, διέτρεξε ένα σοβαρώτατο κίνδυνο: τον άκριτο θαυμασμό των λογίων, των ποιητών και κάθε λογής κειμενογράφων και πεζογράφων, κυρίως αγορητών και λοιπών τραπεζορητόρων, που έδωσαν στο γεγονός μια μεταφυσική διάσταση, κατ’ αντίθεση προς τους κειμενογράφους αγωνιστές, πολιτικούς και πολεμιστές, που εκφράστηκαν με απλότητα και οι περισσότεροι με σεμνότητα και εκφραστική λιτότητα. Κατ’ αντίθεση επίσης, προς τους πρώτους επισήμους ιστορικούς, τον Νίκο Σπηλιάδη, τον Σπυρ. Τρικούπη, τον Ιω. Φιλήμονα και τον κορυφαίο Κων/νο Παπαρρηγόπουλο, που, παρά τους υψηλούς τόνους εκφράσεως, προσπαθούν να είναι ακριβείς, μετρημένοι και, στο μέτρο του δυνατού, αντικειμενικοί.
Ωστόσο, οι λεγόμενοι “πανηγυρικοί”, που οι πλείστοι ήσαν για τα πανηγύρια - κακές απομιμήσεις των αρχαίων “πανηγυρικών” - έβλαψαν και βλάπτουν την υπόθεση του ‘21, διότι δεν καλλιεργούν ούτε μύθο ούτε θρύλο· απεναντίας προκαλούν δυσπιστία, που δεν περιορίζεται στον ομιλητή, αλλ’ επεκτείνεται και στο γεγονός για το οποίο αυτός ομιλεί.
Αυτό έδωσε αργότερα, την άνεση να προωθηθεί μια μηχανιστική κοινωνική αντίληψη για την Επανάσταση, που εκάλυψε τον εθνικό και το θρησκευτικό της χαρακτήρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στην Επανάσταση δεν αναγνωρίζουμε στοιχεία κοινωνικής διαμαρτυρίας, ιδεολογικές τριβές, προσωπικές φιλοδοξίες, τοπικιστικούς ανταγωνισμούς και ξενικές επιρροές. Χωρίς αυτά, άλλωστε, η Επανάσταση θα ήταν ορατόριο· πάντως όχι επανάσταση. Κάθε επανάσταση είναι ένα σύνθετο ιστορικό πρόβλημα, με πολλές παραμέτρους.
Αλλ’ ούτε οι πλέον ακραίοι κοινωνιστές (και ως χαρακτηριστικά παραδείγματα παίρνω τους Ζεύγο και Λαμπρινό), αμφισβήτησαν την αξία και το μεγαλείο του επικού εκείνου Αγώνα. Εσχάτως, όμως, εμφανίζονται - στηριζόμενοι από κόμματα και ισχυρά συγκροτήματα Τύπου - οι λεγόμενοι “αποδομητές” ιστορικοί, που αρνούνται όχι μόνον την αξία και τη σημασία αλλά και αυτή τούτη την Επανάσταση. «Ποια επανάσταση;», διερωτώνται ιστοριολογούντες αρθρογράφοι, που οι πλείστοι κατέχουν και πανεπιστημιακούς θώκους, και οι οποίοι επιχειρούν να εμφανίσουν τον 10ετή πολυαίμακτο Αγώνα ως μία έκρηξη βαρβαρότητας, ως ένα ξεχείλισμα αθλιότητας και αχρειότητας, που ανέδειξε μόνον σφαλείς, δολοπλόκους και, φυσικά, «εθνικιστές» αγωνιστές, που οι πλείστοι - έτι χείρον - ήσαν και θρησκευόμενοι..!
Ασφαλώς, σ’ ένα τόσο μακροχρόνιο Αγώνα, μετά από μια πολυαίωνη σκλαβιά, δεν ήσαν όλα φωτεινά.
Υπήρξαν λαμπρά και θλιβερά γεγονότα. Και τολμώ να πω ότι το “21” έχει πάμπολλες “μαύρες τρύπες”. Αυτές όμως μεγεθύνθηκαν από την τοπικιστική ιστοριογραφία (υπενθυμίζω τη διάσταση Βλαχογιάννη - Κανδηλώρου), για να μεγεθυνθεί η συμβολή μιας περιοχής στον Αγώνα και να μειωθεί η συμβολή της άλλης. Κάποια επίσης εθνοφόρα στοιχεία, αναδεικνύουν τα “φαύλα”, που είναι αναπόφευκτα σε κάθε επαναστατικό αγώνα και συγκαλύπτουν τα “κρείττω”, δηλαδή μεγενθύνουν τις μελανές κηλίδες και σβήνουν τις φωτεινές σελίδες. Έτσι αφήνεται το ‘21 να γίνει λεία ληστών, λάφυρο επωνύμων εγκληματιών. Πρώτα το δολοφόνησαν κάποιοι κενόδοξοι ιστορικοί και τώρα το οικειοποιούνται Κουφοντιναίοι και Ξηροί. Ξεράναμε το ‘21. Που πρέπει να ξαναβγάλει φύλλα και κλαδιά σαν το θρυλικό Κυπαρίσσι του Μυστρά, για να ορθώσουμε κι εμείς σαν κυπαρίσσι το σκυμμένο κορμί στο οποίο εγκατοικεί μια στυμμένη ψυχή. Όχι πάντως με τους χυμούς του ‘21. Από το ‘21 κληρονομιά πάνε να μείνουν κάποιοι Νενέκοι!
Όπως στο παρελθόν ήμουν αντίθετος προς τον μονομερή και τοπικιστικό ιστορισμό, είμαι και σήμερα σφόδρα αντίθετος προς τη μειωτική ιστορία, που υποβαθμίζει τη σημασία των γεγονότων του χθες. Οι ιστορικοί κρίνουν αλλά δεν είναι κριτές σαν τους τηλεοπτικούς παρουσιαστές, που έργο τους κάνουν το να μειώσουν τους πάντες και τα πάντα.
Πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί-αφιλοσόφητοι παντελώς αλλά κομματικοποιημένοι εμφανώς - απαιτούν από τους ανθρώπους του χθες - κι αυτό a posteriori φυσικά - να είχαν πράξει οι προ 180 χρόνια δράσαντες ό,τι μπορεί να είναι κομματική επιδίωξη των νεώτερων καιρών.
Το λέγω ωμά: οι αγωνιστές του ‘21 ήσαν βέβαια επαναστάτες αλλ’ όχι τύπου Λένιν, Κόμπα (Στάλιν), Τρότσκυ, και γι’ αυτό δεν έπραξαν όσα έπραξε ή διέπραξε η τριανδρία αυτή. Για το ότι όμως δεν το έπραξαν, δεν μπορεί να είναι μεμπτοί· ίσως πρέπει να είναι επαινετοί. Συνεπώς, ό,τι ζητούμε και δεν βρίσκουμε στο παρόν, δεν μπορούμε να το απαιτούμε από το παρελθόν, διότι κάνουμε την ιστορία σκεύος κομματικής μαγειρικής.
Σε ό,τι αφορά στο ΣΔ, βεβαίως έπρεπε να μελετηθούν νηφαλίως οι ιδεολογικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις η κοινωνική διαπάλη, ο εσωτερικός αγώνες, οι προσωπικοί και τοπικοί ανταγωνισμοί που οδήγησαν τον επαναστατημένο λαό στην αλληλοσφαγή, στον “οκρυόεντα επιδήμιο πόλεμο”, για να το πω ομηρικά, όπου ο πρωταγωνιστικός ρόλος ανατίθεται στην άτη, την αλάστορα. Ούτε έπρεπε να αποκρύπτονται γεγονότα, όπως γινόταν παλιά, όταν οι ουλές από τις ψυχές δεν είχαν κλείσει ακόμη. Με μία προϋπόθεση, όμως: στη μίση του χθες να μη μεταφέρουμε τα μίση του σήμερα, ούτε από το χθες να μεταφέρουμε στο σήμερα τα μίση που έκαναν την ιστορική πορεία μας, πορεία προς το Γολγοθά χωρίς την εγγύηση μιας Αναστάσεως.
Από τους λεγόμενους “εκγχρονιστές” παιδαγωγούς και ιστορικούς έχει διατυπωθεί - όχι εντελώς αβάσιμα - η κατηγορία ότι η παλαιότερη ιστοριογραφία “έσταξε αίμα”. Αν μιλάμε για το ‘21, συμφωνώ και συμπληρώνω ότι - σύμφωνα με τον Σολωμό - το αίμα αυτό ήταν “πλήθος αίμα ελληνικό”. Αυτό δεν πρέπει να το αγνοούν τα σημερινά παιδιά, τα ειθσμένα στα σκληρά ποτά, διότι το αίμα που δεν χύνουν αυτά, είναι βέβαιο πως θα το χύσουν τα δικά τους παιδιά. Τους πολέμους δεν τους διδάσκαμε στο παρελθόν για τους επαναλαμβάνουμε, αλλά για να τους αποφεύγουμε, ξέροντας πόσο κοστίζουν. Έτσι μόνον η ιστορία γίνεται οδηγός προς το καλό και όχι προς τον όλεθρο. Για τον ομιλούντα παγία αρχή σε κάθε ιστορική του συγγραφή ήταν η φράση του Μακρυγιάννη: “Εγώ κρέας για εμφύλιο δεν πουλώ”.
Και, όμως, είναι πολλοί σήμερα που με τις γραφές τους και τις κραυγές τους πουλούν κρέας για νέα εμφύλιο που έχει ήδη αρχίσει. Μακάρι στο μέλλον οι ιστορικοί να καταγράφουν πράξεις πολιτισμού, ηθικής και πνευματικής προαγωγής και όχι πολέμιους. Προς το παρόν, δυστυχώς, όπως ορθώς το προέβλεψε ο Θουκυδίδης, πόλεμοι - έστω και με οικονομική μορφή - θα γίνονται, εφόσον η ανθρώπινη φύση θα παραμένει ίδια («έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων ή» - Γ’ 82,2).
Θα πρόσθετα ακόμη και κάτι που το θεωρώ βασικό στον παρόντα καιρό: δεν πρέπει να μικροποιούμε τους ανθρώπους που έζησαν στο παρελθόν και οι οποίοι δημιούργησαν το δικό μας παρόν (με ό,τι καλό ή κακό). Συχνά η μικροποίηση του χθες δεν γίνεται από αντικειμενικότητα αλλά από σκοπιμότητα κρύβει τη δική μας μικροβιότητα, τη δική μας ασημαντότητα. Το ότι κάποιος είναι “βερέμης” (εθισικός), δεν σημαίνει πως είναι ισάξιος του Καραϊσκάκη. Κάποιοι, λοιπόν, που δεν μπορούν να φθάσουν υψηλά, προσπαθούν να κατεβάσουν τους υψηλούς του χθες στα χαμηλά και να τους φέρουν στο δικό τους νανικό ανάστημα. Αυτό γίνεται σήμερα εν ονόματι της “νέας διδακτικής” ή εν ονόματι κάποιας νεφελώδους “αποδομητικής ιστορίας”, με την οποία προσπαθούν να εξαλείψουν ό,τι ονομάσθηκε “Έθνος” ή “Εθνικό” για να επικρατήσουν τα οράματα-φαντάσματα που ονομάζονται πολυφυλετισμός και πολυπολιτισμός. Και αντί να αναδείξουν τα δικά τους πρότυπα - που δεν υπάρχουν - προσπαθούν να μειώσουν ή να εξατμίσουν τα πρόσωπα που δημιούργησαν το ‘21 και να ρίξουν στην καταπακτή της λήθης τα γεγονότα που συγκροτούν το ‘21. Έτσι στην καθ’ όλα θεμιτή περιληπτική ιστορία, εμφανίζεται εσχάτως, και μάλιστα ως διδακτική-σχολική, μια παραλειπτική ιστορία, που προσφέρει στα παιδιά πιάτα αμαθείας. Υπάρχουν σχολικές ιστορίες στις οποίες οι αναγραφόμενοι αγωνιστές και πολιτικοί μόλις αρκούν για να καταρτισθεί η σύνθεση μιας ομάδας καλαθοσφαίρισης χωρίς τους αναπληρωματικούς!
Όλα αυτά τα περίεργα, δεν ήλθαν τόσο ξαφνικά. Είναι αποκυήματα του περίφημου κινήματος, που κατά τη δεκαετία του ‘60, ονομάστηκε “αμφισβήτηση”. Έκφραση του αμφισβητισμού στη χώρα μας ήταν η περίφημη “απομυθοποίηση” (το ορθόν είναι “απομύθευση”), που όχι απλώς απογύμνωσε το χθες από κάθε ένδυμα λαμπρότητος αλλά το έγδαρε, όπως έγδερναν οι δήμιοι του Αλή πασά τους κλεφαρματωλούς. Ο Κων/νος Τσάτσος, το 1993, στο περιοδικό “Ευθύνη” είχε γράψει:
«Υποτιμώντας ή σπιλώνοντας μεγάλα ονόματα ή εξαιρετικά γεγονότα,
δεν απομυθοποιύμε το ‘21· το παραμορφώνουμε”.
 
Το 1821 έχει πολύ κακοπάθει κατά τα τελευταία χρόνια, από κάποιους περίεργους “ανακαινιστές”, που είτε δεν το βλέπουν και το αγνοούν, είτε το βλέπουν με ένα (ή και μισό) μάτι κι έτσι φωτίζουν μέρος μόνον από την τεράστια έκτασή του. Άλλοι, εφοδιασμένοι με τα “καπνογόνα” κάποιας ιδεολογίας ή ιδεοληψίας, θολώνουν το ευρύ τοπίο και είναι αδύνατο να δει κανείς με ευκρίνεια πρόσωπα και καταστάσεις. Και αυτό δημιουργεί επικίνδυνες καταστάσεις με απροσμέτρητες προεκτάσεις. Στο ίδιο κείμενο ο Κων/νος Τσάτσς, γράφει:
“Γι’ αυτό θολώνουν την αλήθεια και βλάπτουν την πατρίδα εκείνοι που αποσιωπώντας είτε ανομήματα είτε κατορθώματα και συνθλίβοντας πρόσωπα και πράξεις κάτω από την καλύπτρα μιας μονόπλευρης έρευνας, επιχειρούν να δώσουν στα γεγονότα του παρελθόντος, ερμηνείες που προσαρμόζονται σε αμφισβητήσιμες πολιτικές επιδιώξεις του παρόντος”.
Ένας σωστός ιστορικός δεν απορρίπτει τις θεωρίες, αρκεί να μην οδηγούν στην καταπακτή της λήθης τα πρόσωπα και τα γεγονότα. Οι θεωρίες προσφέρουν έναν κριτικό πλουραλισμό στην ιστορική σκέψη, αρκεί να μην παραθεωρείται η χρυσή αρχή του Λεοπόλδου φον Rance: να ξέρουμε τι στην πραγματικότητα έγινε. Οι πολλές και κακοχωνεμένες θεωρίες έκαναν την ιστορία να θυμίζει νεκρό που τρέχει πίσω από το φάντασμά του. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις, συχνά εξαχνώνονται μέσα σε βιβλία θεωρητικώς βαρυγδουπικά, που μοιάζουν με βιβλία μαθηματικών χωρίς σύμβολα αριθμητικά. Δεν είναι κακό να υπάρχουν διαφορετικές θεωρήσεις και εκτιμήσεις. Πλούτος είναι. Συχνά μάλιστα η διαφορά λειτουργεί συμπληρωματικά, προσθετικά και όχι - εξάπαντος - ανταγωνιστικά.
Ζήσαμε, όσοι μετά την μεταπολίτευση είχαμε διδακτική επαφή με τους νέους, καταστάσεις τραγελαφικές. Τα παιδιά, βομβαρδιζόμενα συνεχώς από θεωρίες εμπορευόμενες από έναν ρηχό κομματικό ιστορισμό, μιλούσαν, αναφερόμενα στο ‘21, για κοινωνική επανάσταση, απορρίπτοντας το εθνική, χωρίς να γνωρίζουν τι έγινε, πώς έγινε και από ποιους έγινε. Και παρά την έξαρση των κοινωνιολογικών και οικονομικών σπουδών αγνοούσαν ότι μια εθνική επανάσταση εμπεριέχει και το κοινωνικό και το οικονομικό στοιχείο. Δεν συμβαίνει, όμως, και το αντίθετο.
Αλλ’ ο κίνδυνος σήμερα είναι διαφορετικός. Ξένοι και Έλληνες - τουλάχιστον κατά την ταυτότητα - ιστορικοί (συνήθως κομματοδίαιτοι ή κρατικοδίαιτοι) δεν ομιλούν πια για εθνική αλλά για εθνικιστική επανάσταση. Παρόλο που γνωρίζουν το πόση αρνητική φόρτιση έχει ο όρος αυτός. Οι εκπρόσωποι μάλιστα της λεγόμενης “αποδομητικής ιστορίας” αφήνουν άμεσα και έμμεσα να υπονοηθεί το πόσο κακό εκάμαμεν εμείς οι Έλληνες, επειδή αποσπασθήκαμε από τη θερμή αγκαλιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επειδή δημιουργήσαμε μαζί με τους Σέρβους τις πρώτες ρωγμές στο οικοδόμημα που εξασφάλιζε η Οθωμανική Concordia, δηλαδή η συγκαρδίωση την οποία προσέφερε η μεγαθυμία του Πατισάχ!
Όλα αυτά που συμβαίνουν εδώ και χρόνια στην παιδεία μας, υπηρετούν ένα σκοπό - που πολλοί τον θεωρούν υψηλό - αλλ’ οι εχέφρονες τον θεωρούν ευτελή και καθόλου ιερό: διότι επιδιώκεται να δημιουργηθεί ένα μαζοποιημένο πλήθος εκπροσώπων ατόμων χωρίς συνέχεια γλωσσική και πνευματική, χωρίς συνείδηση ιστορικής αποστολής.
Και αυτό ως ένα μεγάλο βαθμό υπηρετείται από τη λιπόσαρκη ιστοριομάθεια των νέων. Έτσι, αναισχύντως, υποστηρίζεται εσχάτως ότι η ανθρώπινη ζύμη που δημιούργησε το 1821, δεν είχε ιθαγενή εθνικά προσδιοριστικά στοιχεία και ότι προέκυψε από τις εκσπερματώσεις των ιδεών του Διαφωτισμού και γι’ αυτό έλαβε μια ευρωπαΐζουσα ελληνομορφία. Δεν αγνοώ, ούτε αμφισβητώ, τις επιδράσεις οθνείων στοιχείων, που, άλλωστε, ήσαν παλαιότερα του Διαφωτισμού. Αλλά δεν υποτιμώ τον καθοριστικό ρόλο του ενθαδικού, του ιθαγενούς, του τοπικού. Έλληνες υπήρχαν και επί Βυζαντίου και επί Τουρκοκρατίας, χωρίς οι πλείστοι να το ξέρουν ότι είναι Έλληνες. Το ρόδο, όπως γράφει ξένος συγγραφέας, δεν παύει να είναι ρόδο, έστω κι αν δεν ξέρει το όνομά του. Ένας άλλος διάσημος συγγραφέας, ο Samuel Butler (1835-1902) στο μυθιστόρημα «Κοινή ανθρώπινη μοίρα» έχει γράψει: «Είμαστε σαν τις μέρες και οι γονείς μας είναι το χθες».
Ας μην πετροβολούμε αυτούς τους γονείς. Αν πρέπει να ντρεπόμαστε για κάτι, αυτό δεν είναι το ‘21.
Είναι το θλιβερό παρόν, όπου η νεολαία δεν βαφτίζεται στα ιερά νάματά του αλλά στα λύματα του μηδενισμού, της θολοκουλτούρας και της εύκολης προσαρμογής στα κελεύσματα της υποταγής. Πολλοί φοβούνται την ιστορία του ‘21. Διότι είναι μαγικός καθρέφτης. Κι εκεί βλέπεις ότι οι Τούρκοι είχαν ραγιάδες και γενιτσάρους - δεν είχαν όμως παράδοση ραγιαδισμού και γενιτσαρισμού. Οι Έλληνες είχαν και δυστυχώς τη συνεχίζουν. Ειλικρινά ποτέ δεν φοβήθηκα τον εξωτερικό τουρκισμό, ό,τι λογής κι αν ήταν αυτός. Πάντα φοβάμαι τον εσωτερικό νεοτουρκισμό. Γι’ αυτό σ’ αυτό τον δύσκολο καιρό όπου η αλλοτρίωση της εθνικής συνειδήσεως είναι καθημερινή και ζώσα πραγματικότητα επιτρέψατέ μου να πω ότι το ‘21 έχει πολύ πληγωθεί. Πρέπει να κλείσουμε τις δικές του πληγές για να κλείσουν και οι δικές μας - οι τωρινές - πληγές. Πληγώνοντας το παρελθόν πληγώνουμε και το μέλλον.
Και επειδή θεωρώ ότι το ‘21 είναι το άσβηστο καντήλι στο άλλο εικόνισμα της πατρίδος μας, επιτρέψατέ μου να κλείσω την ομιλία μου προσευχητικά, λαμβάνοντας υπόψη και τη δυσμένεια των καιρών, με τους στίχους του Οδυσσέα Ελύτη από το ανυπέρβλητο «Άξιον εστί»:
 
«Βοηθειά και σκέπη μας, Άη Μιαούλη!
Βοηθειά και σκέπη μας, Άη Κανάρη!
Βοηθειά και σκέπη μας, Άη Μαντώ!»
 
Κυρίες και Κύριοι, σας ευχαριστώ και εύχομαι η νέα γενιά να ζει με παλληκαριάς καημό για να δημιουργεί στην ιστορία του μέλλοντος, νέες σελίδες λεβεντιάς· όχι κακομοιριάς. Σελίδες ηρωισμού και όχι ξεπεσμού. Το ‘21 μπορεί να κάνει τα παιδιά να ζουν με ολόδροσα ιδανικά και όχι να ζουν με δανεικά!

 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.