Η ήττα του Γυζέριχου στο Δίπορο από τους Μανιάτες και η Μάνη τους Βυζαντινούς χρόνους.

Η ήττα του Γυζέριχου στο Δίπορο από τους Μανιάτες και η Μάνη τους Βυζαντινούς χρόνους.
Η ΜΑΝΗ ΤOΥΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝOΥΣ ΧΡOΝOΥΣ
  Με το θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου το 337 μ.Χ. άρχισε η αποσύνθεση του ρωμαϊκού κράτους. 
Το 365 μ.Χ. μεγάλος σεισμός κανταπόντισε πολλές παραθαλάσσιες εκτάσεις γύρω στη Μεσόγειο. Το ρήγμα της Ελαφονήσου (ιστορικός Θεοφάνης) προκάλεσε τον καταποντισμό ενός μέρους της πόλεως Γυθείου και της Ελαφονήσου. Μεγάλα παλιρροιακά κύματα κατέκλυσαν τα παράλια.
Το 396 μ.Χ. ο πρωθυπουργός του Βυζαντίου Ρουφίνος στέλνει τις Γοτθικές ορδές του Αλάριχου να καταστρέψουν ως “καλοί χριστιανοί” - οι Γότθοι ήταν Χριστιανοί του Αρειανού δόγματος - την ειδωλολατρική Νότια Ελλάδα. Oι άρχοντες της Σπάρτης “άνοιξαν τις πύλες της Λακεδαίμονος και η Σπάρτη ισοπεδώθηκε από τον Αλάριχο με φωτιά και τσεκούρι. Oι κάτοικοι έφυγαν στα βουνά του Ταϋγέτου και στη Μάνη και παρέμειναν ειδωλολάτρες έως τον 9ον αιώνα κατά μία εκδοχή” (Διαμαντής Κουτούλας, “Η αρχαία Σπάρτη”).  Η Σπάρτη αποτελούσε πλέον παρελθόν.
Το 468 μ.Χ. οι Βάνδαλοι του Γιζέριχου μετά τον όλεθρο που σκόρπισαν στα δυτικά παράλια της Πελοποννήσου αποβιβάζονται στη Μάνη, στην Καινήπολη, και συγκρούονται με τους γηγενείς Μανιάτες στα στενά του Δίπορου. Oι τότε κάτοικοι τους κατατρόπωσαν, όπως προκύπτει από το κείμενον του Προκοπίου (που το έγραψε το 527 μ.Χ.) “...Γιγέριχος γαρ...Ταινάρω (Καινήπολη) προσβάλειν επεχείρησεν, ενθένδε τε κατά τάχος αποκρουσθείς των οι επομένων αποβολών ανεχώρησεν ουδενί κόσμω...”, που σημαίνει: “O Γιζέριχος επετέθη κατά του Ταινάρου, από εκεί όμως αποκρούσθηκε αμέσως και αφού έχασε πολλούς από τους πολεμιστές του που οδηγούσε, ετράπη σε άτακτη φυγή”. 
 
Οι Ναυτικές δυνάμεις του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού με το Βελισάριο στη Βαθυπελαγική Μάνη το 533μ.Χ.
 
  Για να αντιμετωπίσει τη διαμορφούμενη κατάσταση στην Αφρική, από το Γιζέριχο και τους απογόνους του, ο Ιουστινιανός συγκρότησε ένα τεράστιο στόλο με 600 πλοία και ανέθεσε την αρχιστρατηγία του στο Βελισάριο.
         Ο αυτοκρατορικός στόλος προσέγγισε τη Μάνη και ο ιστορικός Προκόπιος που συμμετείχε στην εκστρατεία ως στρατιωτικός γραμματέας του Βελισάριου, ήλθε σε επαφή με τους Ταινάριους μαθαίνοντας την ήττα του Γιζέριχου.
Το πλέον πιθανό είναι ότι ο ντόπιος πληθυσμός της Μάνης ενίσχυσε τις δυνάμεις του Βελισάριου και να συνέβαλε στην νίκη του κατά του Γελίμερου στην Καρχηδόνα.
«Tαινάρω προσέμιξεν η νυν καινή πόλις επικαλείται».Τότε πιθανολογείται ότι έδωσε διαταγή ο Ιουστιανιανός να οχυρωθεί η ακριτική περιοχή της Μάνης “με το κάστρο Μαϊνης” στο Τηγάνι Μεζάπου και επίσης, κατά μία άποψη κτίστηκαν οι  Βασιλικές εκκλησίες στο Τηγάνι, Κυπάρισσο, Τευθρώνη, Γύθειο. Εκτιμώντας όλες τις εκδοχές φαίνεται ότι το κάστρο Μαΐνης είναι το αρχαιότερο κάστρο της Μάνης και κατέληγε εδώ το σύστημα οχύρωσης της Δυτικής Ελλάδας, του Ιουστινιανού!
Το Κάστρο ήταν έδρα πολιτικών, στρατιωτικών και εκκλησιαστικών αρχών. Από το Κάστρο Μαΐνης προήλθε και ο επισκοπικός τίτλος του δεσπότη ως Επισκόπου  Μαΐνης. Κατά τις ερμηνείες του Βυζαντινολόγου Δρανδάκη, στις περιόδους 522,542, 551 μ.Χ. έγιναν δύο μεγάλοι σεισμοί, και οι κάτοικοι των παραθαλασσίων περιοχών τις εγκαταλείπουν. Από νέα ιστορικά στοιχεία προκύπτει οτι υπήρχε διοικητική εξάρτηση του Κάστρου στο Τηγάνι Μεζάπου από την Κόρινθο και η φρουρά του Κάστρου προερχόταν από την Κόρινθο.
 
Πηγή: "Μάνη φωτεινός και ελεύθερος Τόπος" Ν.Καλαποθαράκου.
 
 
Ενα θαυμάσιο κτίσμα της Βυζαντινής περιόδου
 
Επισκοπή
 
Κοντά στο χωριό Σταυρί, πού υπάγεται στην Κοινότητα Κίττας, πλάι σε ένα «ξεμόνι» του μικρού συνοικισμού Άγιος Γεώργιος, στολίζει βραχώδη κατωφέρεια, απέναντι στο ακρωτήρι Τηγάνι, κομψότατος ναός, σταυροειδής, δικιόνιος ελλαδικού τύπου, τρουλαίος με νάρθηκα, γνωστός στην περιοχή ως Επισκοπή και τιμώμενος στο όνομα της Παναγίας, όπως θέλει η παράδοση. Την εκκλησία μνημονεύει ο Arthur H. S. Megaw, με τη διασάφηση ότι δεν την είχε επισκεφθεί. Οι εξωτερικές διαστάσεις της είναι 9Χ6μ. Το κτήριο, πού διέσωζε στο κλειδί της Δ καμάρας μόνο δύο ή τρία κεραμίδια και διέτρεχε άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης, στερεώθηκε και ονακεραμώθηκε από την άλλοτε Επιμελητεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Μυστρά.
 
Η Δ πλευρά του ναού έχει κτιστεί κατά το μεγαλύτερο μέρος με μεγάλους λαξευτούς μαρμαρόλιθους. Οι δύο όρθιοι, πού πλαισιώνουν τη θύρα, έχουν χρώμα βυσσινί (ταινάριο μάρμαρο). Στη βάση του τοίχου, μόνο του Δ, διαμορφώνεται κρηπίδα. Τη διατήρησή της από τις συνήθειες του 12ου αί.4 ίσως επέβαλε η κατωφέρεια του εδάφους. Ανάμεσα στους λίθους παρεμβάλλονται εδώ και εκεί πλίνθοι. Δεν λείπουν και παλαιά μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη. Οι αψίδες του ναού είναι ημικυλινδρικές και ο τρούλος ανήκει στον λεγόμενο αθηναϊκό τύπο, κτισμένος με πωρόλιθους και τρόπο δομής πλινθοπερίκλειστο. Στις πλευρές του εναλλάσσονται παράθυρα και παράθυρα τυφλά. Τα πλίνθινα τόξα όλων επιστέφονται από μαρμάρινα πλαίσια. Τα παράθυρα φράζει μαρμάρινη πλάκα, πού έχει δύο ή τρεις οπές και επιπεδόγλυφο διάκοσμο. Οι μαρμάρινοι πολυγωνικοί ψευδοκιονίσκοι στις γωνίες του τρούλου υποβαστάζουν υδρορροές, πού αν κρίνει κανείς εκ των σωζόμενων, θα είχαν μορφή λεοντοκεφαλής5. Ο νάρθηκας στους πλάγιους τοίχους του διατρυπάται από μονόλοβο τοξωτό παράθυρο, φραγμένο με ανάγλυπτη μαρμάρινη πλάκα. Το Ν παράθυρο είχε τοιχιστεί πριν να τοιχογραφηθεί ο ναός. Στα τύμπανα των κεραιών του σταυρού τα παράθυρα ήταν δίλοβα, παραποιημένα σήμερα. Και οι δύο θύρες του ναού, Β και Δ, έχουν αλλοιωθεί κατά την εκτέλεση παλαιών επισκευών. Το μεγάλο ανακουφιστικό τόξο της Δ θύρας, φραγμένο σήμερα, είναι ελαφρώς πεταλόμορφο. Και ας σημειωθεί πως εκτός των πεταλόμορφων τόξων σε άλλα μνημεία της Μάνης του 12ου αι.6, πεταλόμορφο είναι το τόξο επάνω από τη θύρα του ασφαλώς χρονολογημένου ναού των Αγίων Θεοδώρων Καφιόνας.
 
Η μεσαία καμάρα του νάρθηκα, σχεδόν ίσου ύψους προς τη Δ κεραία του σταυρού, είναι ψηλότερη από τις εκατέρωθέν της εγκάρσιες καμάρες. Τα ιωνικά κιονόκρανα του ναού είναι σπόλια από παλαιότερα κτήρια. Και εδώ έχουν χρησιμοποιηθεί ως ελκυστήρες μαρμάρινοι ανάγλυπτοι κοσμήτες, από τους οποίους ο Δ είναι αμφίγλυφος. Και το μαρμάρινο τέμπλο, παραμορφωμένο από νεώτερες επεμβάσεις, ήταν ανάγλυπτο και διαμόρφωνε επάνω από την πύλη του ιερού πεταλόμορφο τόξο. Οι κιονίσκοι του είχαν μορφή τετράδυμων ράβδων.
 
Το δάπεδο του ναού καλύπτεται από μαρμάρινες πλάκες. Μέσα στο ιερό έχει χρησιμοποιηθεί σε δεύτερη χρήση ως πλάκα δαπέδου σπασμένη τράπεζα προσφορών, διαμέτρου 0,70μ., με ελαφρώς υψωμένο στην περιφέρειά της πλαίσιο. Ό ναός της Επισκοπής χρονολογείται γύρω στο 1209.
 
Από τις τοιχογραφίες του ναού διασώζεται μεγάλο μέρος, καθαρισμένο πρόχειρα από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Για τη συντήρηση του αρχιτεκτονήματος έγινε ήδη λόγος.
 
(Από το βιβλίο του Ν. Δρανδάκη «Βυζαντινές τοιχογραφίες της Μέσα Μάνης»)
 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.