ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ - ΚΟΣΜΑΣ ΛΙΜΠΕΡΑΚΗΣ.

 
ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ - ΚΟΣΜΑΣ ΛΙΜΠΕΡΑΚΗΣ.
 
Κατάγεται από τη γενιά των Κοσμάδων της Βάθειας, που αποτελούσε μια από τις ισχυρότερες οικογένειες της Μάνης. Πρόκειται για μια αμφιλεγόμενη μορφή που έδρασε στα χρόνια της τουρκοκρατίας και η φήμη του ξεπέρασε κατά πολύ τα σύνορα της Μάνης. Διαβόητος πειρατής, ίσως και τυχοδιώκτης, που τη φιλία του επεζήτησαν Τουρκία και Βενετία, αλλά παράλληλα πέρασε πολλά από τα χρόνια της ζωής του στις φυλακές και των δύο αντιπάλων χωρών. Οι Τούρκοι τον προβίβασαν στο αξίωμα του Μπέη της Μάνης και η γερουσία της Βενετίας τον τίμησε με τον τίτλο του ιππότη του Αγίου Μάρκου. Υπήρξαν και οι δύο προς αυτόν γενναιόδωροι στις παροχές χρημάτων, για να εξαγοράσουν την υποστήριξή του. Κανείς όμως από αυτούς δεν τον περιέβαλε με εμπιστοσύνη, ίσως γιατί ήταν από τους λίγους Έλληνες της εποχής εκείνης, που δεν τον είχε κυριεύσει το σύμπλεγμα της ξενοδουλείας.
 
Πολλοί αβασάνιστα ακολουθούν τις γνώμες των Βενετών ιστοριογράφων και τον παρουσιάζουν ως προδότη. Μπορεί να πρόδωσε Τούρκους και Βενετούς, αλλά για τους Έλληνες, με τη νοοτροπία της εποχής εκείνης, οι δραστηριότητές του, όπως και ο αρματολισμός, δεν ήταν προδοσία. 
 
O T.Kανδηλώρος, Ο Αρματωλισμός της Πελοποννήσου, σ. 37, τον χαρακτηρίζει αρνησίπατρη.
 
Αν, επιπόλαια σκεπτόμενοι, θεωρήσουμε προδοσία την αδιαφορία ή την προτίμηση της Τουρκικής κυριαρχίας από τη Βενετική κατάκτηση, τότε ίσως οι Κύπριοι του 1570, οι περισσότεροι Κρήτες των χρόνων του Τουρκο-Βενετικού πολέμου 1645-1669 και η πλειοψηφία των Πελοποννησίων του 1715 μπορούν να χαρακτηρισθούν προδότες. Κ.Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Έκδ. Ελευθερουδάκη 1925, τ. 5, μέρος Β, σ. 187. Είναι λάθος να χαρακτηρίζουμε προδότες αυτούς που έμειναν απαθείς, ή αυτούς που ευχήθηκαν την τουρκική επικράτηση, γιατί Τούρκοι και Βενετοί υπήρξαν εξ ίσου χυδαίοι εκμεταλλευτές και καταπιεστές. Όσοι Έλληνες ακολούθησαν και βοήθησαν τον ένα ή τον άλλον, πιθανώς κατευθυνόμενοι αποκλειστικά και μόνο από το προσωπικό τους συμφέρον, δεν μπορεί να χαρακτηρισθούν προδότες, γιατί δεν ίσχυαν τότε τα σημερινά κριτήρια περί προδοσίας και δοσιλογισμού.
 
Θα μπορούσε ακόμη να προστεθεί ότι αν οι Βενετοί δεν ήταν τόσο ανελέητοι εκμεταλλευτές και τόσο υπερόπτες απέναντι στους Ελληνικούς πληθυσμούς, θα τους είχαν ίσως αφομοιώσει λόγω της θρησκευτικής συγγένειας. Η Ελληνική φυλή διατηρήθηκε από την ορθοδοξία με την οποία ταυτίστηκε. Οι κατηγορίες κατά του Λιμπεράκη Γερακάρη έφθασαν στο σημείο να τον χαρακτηρίσουν και εξωμότη. Π.Χιώτη, Ιστορικά απομνημονεύματα, τ. 3, σ. 312.
Την πληροφορία αυτή πήρε από τον Locatelli, ο οποίος γράφει: «Μολονότι δε Χριστιανός ενδόμυχα, καθώς λέγαν, ήταν αφοσιωμένος στον Ψευδοπροφήτη Μωάμεθ».
 
Κατά τον Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 108, ο Λιμπεράκης δεν εξώμοσε και γι΄αυτό οι γάμοι του, που έγιναν μετά από την προσχώρησή του στο τουρκικό στρατόπεδο, έγιναν κατά τους τύπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μπορεί ακόμη να προστεθεί ότι ο Λιμπεράκης Γερακάρης έχτισε με έξοδά του πολλές εκκλησίες, όπως την Αγία Τριάδα στο Καρπενήσι. Κ.Σάθα, ό.π., σ. 407. Στις συμφωνίες του με τους Τούρκους απαίτησε οι εκκλησίες της Μάνης να έχουν καμπάνες.
 
Ο Α.Λεντάκης, Μνημοσύνη, τ. 7, σ. 194, δίνει με τα ακόλουθα λόγια το πορτραίτο του Λιμπεράκη Γερακάρη: «…υπήρξε μια έντονα ισχυρή προσωπικότητα. Τολμηρός ριψοκίνδυνος, πανέξυπνος, ικανός στρατιωτικός αλλά και με πολιτικό μυαλό, καχύποπτος και υπολογιστής, καρτερικός, βάναυσος, αδίστακτος και εκδικητικός».
 
Ο Λιμπεράκης Γερακάρης γεννήθηκε το 1645, έζησε 65 χρόνια και πέθανε στις 21 Οκτωβρίου 1710 στο κάστρο του Αγίου Πέτρου της Βερώνας, όπου βρισκόταν υπό περιορισμό από τους Βενετούς. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 6, σ. 42.
Αναφέρεται ότι το Γερακάρη είχε βαφτίσει ο Βενετός στόλαρχος Φραγκίσκος Μοροζίνη το 1659. Επειδή ήταν τότε περίπου 14 ετών, πιθανολογείται ότι ξαναβαφτίστηκε και το όνομά του από Ελευθέριος έγινε Λιμπεράκης. (A.Locatelli, Raconto historico della Veneta guerra in Levante, τ. 2, σ. 196), Α.Λεντάκη, ό.π., σσ. 182 και 197.  
 
Από πολύ νέος ο Λιμπεράκης υπηρέτησε στο Βενετικό στόλο. Αφού έμαθε καλά την τέχνη του ναυτικού, απέκτησε δικό του καράβι και έγινε πειρατής, αλλάζοντας συχνά σημαίες, ανάλογα με την περίσταση. Demetrius Cantimir, Histoire de l’ Empire Othoman, τ. 4, σ. 85, Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 161.
 
Aναφέρεται ότι ο Λιμπεράκης, που χαρακτηρίζεται «ξακουστός και φοβερός άνδρας», αρραβωνιάστηκε την κόρη του Γιακουμή Γιατρού-Μέδικου (Γιατριάνου) από το Οίτυλο. Την έκλεψε όμως με τη βία ο Μιχάλης Λεμηθάκης, που ανήκε στην οικογένεια των Στεφανοπούλων. Ακολούθησαν φόνοι μεταξύ των δύο μεγάλων οικογενειών του Οιτύλου, οι οποίες ήταν πάντα σε φιλονικεία και ανταγωνισμό. Γ.Γ.Παπαδοπούλου, Χρονογραφία περί της καταγωγής των εν Μάνη Στεφανοπούλων, σσ. 18-9.  Απ.Δασκαλάκη, ό.π., σ. 86. Απ.Δασκαλάκη, Η Μάνη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 130. 
 
Ο Λιμπεράκης μετά από το γεγονός αυτό συνέχισε την πειρατική του ενασχόληση μέχρι που αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και κρατήθηκε φυλακισμένος. Ο ακριβής χρόνος σύλληψης και στη συνέχεια απελευθέρωσής του παραμένει άγνωστος. Από την Αλεξ. Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας κατά τους μέσους χρόνους της τουρκοκρατίας, σ. 290-1, διατυπώνεται η υπόθεση, ότι ο Λιμπεράκης Γερακάρης αιχμαλωτίστηκε, όταν το 1667 πήγαν Μανιάτες πειρατές να κάψουν τον Οθωμανικό στόλο που πολιορκούσε τον Χάνδακα (Ηράκλειο Κρήτης). Αναφέρεται ότι στη περίπτωση εκείνη συνελήφθησαν δέκα Μανιάτες, οι οποίοι ανασκολοπίστηκαν. Πιθανώς ο Λιμπεράκης, που από κωπηλάτης στις Βενετικές γαλέρες εξελίχθηκε σε φοβερό πειρατή με ιδιόκτητο πλοίο, να αιχμαλωτίστηκε στην επιχείρηση εκείνη.
 
Κατά τα τελευταία χρόνια του Τουρκο-Βενετικού πολέμου ο Τούρκος Μέγας Βεζύρης Αχμέτ Κιουπρουλής θέλησε να αποσπάσει την προσοχή των Μανιατών από τις πειρατείες σε βάρος των πλοίων που εφοδίαζαν τον Τουρκικό στρατό στην πολιορκία του Χάνδακα (Ηρακλείου). Θεώρησε ότι κατάλληλος τρόπος ήταν να δημιουργήσει στη Μάνη ένα φιλοτουρκικό ρεύμα. Τότε αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το Λιμπεράκη Γερακάρη. Τον εφοδίασε με άφθονο χρήμα, μετά τον έστειλε στη Μάνη και άρχισε τις διαμάχες του με τους Στεφανόπουλους, ώστε επήλθε διχασμός των Μανιατών. 
 
Ο Λιμπεράκης Γερακάρης όταν πήγε στη Μάνη εγκαταστάθηκε στο Σταυροπήγι της Ζαρνάτας. Είχε στην ιδιοκτησία του τους Μύλους της Μαντίνειας και κτήματα στους Δολούς, το Βαρούσι και τον Κάμπο. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 6, σ. 1 κ.ε. Ακόμη λάμβανε τους φόρους από δύο χωριά, τους Δολούς και το Βαρούσι, που του απέδιδαν 324 ρεάλια το χρόνο. P.Topping, Πρακτικά Δ’ Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. 3, σ. 8. 
 
Περιοδεύοντας τη Μάνη ο Λιμπεράκης έλεγε ότι θα πέσει το Ηράκλειο κλπ. Δασκ. 87.
Μετά την πτώση του Ηρακλείου Κρήτης (1669) ο Μέγας Βεζύρης Αχμέτ Κιουπρουλής έστρεψε την προσοχή του στο Μοριά. Με επιστολή του χορηγούσε στους Μανιάτες αμνηστεία για τη στάση τους στον πόλεμο με τη Βενετία, τους χάριζε το μισό χαράτσι και τους καλούσε σε υποταγή, απειλόντας συγχρόνως ότι αν αρνηθούν τις προτάσεις του θα διατάξει γενική σφαγή του πληθυσμού.
 
Παράλληλα πράκτορες των Τούρκων, εκμεταλλευόμενοι τα θρησκευτικά αισθήματα των Μανιατών, έλεγαν πως θα τους επέτρεπε να έχουν καμπάνες στους ναούς και σταυρούς στα καμπαναριά. Θα σταματούσε το παιδομάζωμα, θα τους χάριζε το μισό χαράτσι και δεν θα κατοικούσε κανένας Τούρκος στον τόπο τους. Με τη μεσολάβηση του Λιμπεράκη οι Τούρκοι δεν βρήκαν ουσιαστική αντίσταση να χτίσουν δύο κάστρα. Το ένα στη Ζαρνάτα και το άλλο στην Κελεφά, τα οποία δικαιολόγησαν ότι χτίστηκαν για την προστασία του εμπορίου. Κ.Σιμόπουλου, Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα (Guilletiere), τ. 1, σ. 606 κ.ε. (Batista Nani, Historia della Republica Veneta, τ. II, σ.  623, Hammer, Geschichte des Osmanischer reiches, Πέστη 1830, τ. VI, σσ. 329, 337). Κ.Σάθα, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, σ. 309. Π.Χιώτη,  ό.π., τ. 3, σ. 312. Απ.Δασκαλάκη, ό.π., σ. 87.
 
Από μια έκθεση προσφύγων Μανιατών της 15 Αυγούστου 1670 πληροφορούμεθα τον ακριβή χρόνο κατασκευής του κάστρου της Ζαρνάτας: «…Ηλθε κατά τους τελευταίους μήνας ο Αλή Πασάς με 10.000 άνδρες εις την Ζαρνάταν που ευρίσκεται πλησίον της Καλαμάτας, και ήρχισεν αμέσως να ανεγείρη επί των ερειπίων ενός παλαιού κάστρου, νέον φρούριον εις μέρος κείμενον τέσσαρα περίπου μίλλια από τον λιμένα Κιτριές…». Κ.Μέρτζιου, Λακ. Σπ., τ. 1, σ. 160. (Είναι λάθος ότι οι Τούρκοι εκείνο τον καιρό έχτισαν κάστρο και στο Πόρτο Κάγιο).
 
Ο Ηammer, Geschichte des Osmanischen Reiches, Pest 1830, σ. 180, αναφέρει ότι κατά τη φράση του Ραισίδ πασά το κάστρο της Ζαρνάτας παραδόθηκε οικειοθελώς και "επέρασε η αλυσσίδα της δουλείας γύρω από τον τράχηλο των στασιαστών". Σ.Κουγέα, Συμβολαί εις την Ιστορίαν και την Τοπογραφίαν της ΒΔ Μάνης, Ελληνικά 6(1933)283. (Σημ.: Δεμ μπορεί να ήταν το 1670 γιατί το κλαστρο δεν υπήρχε, παρά μόνο τα θεμέλια παλαιού. Πρέπει ν ααναφέρεται στο 1673 που πράγματι ήταν στασιαστές, αλλά δεν είχαν καταλάβει το κάστρο, απλώς το είχαν πολιορκήσει.)
 
Όταν οι Τούρκοι το 1670 έχτισαν τα κάστρα της Ζαρνάτας και της Κελεφάς, κατείχαν δε και το κάστρο του Πασαβά, περιόρισαν την ελευθερίαν των Μανιατών, ιδίως αυτών που κατοικούσαν στις παραθαλάσσιες περιοχές. Μόνο όσοι ζούσαν σε δυσπρόσιτα μέρη απολάμβαναν μερικώς την ελευθερία τους.
 
Από αναφορά προσφύγων από το χωριό Πραστίο της Μάνης πληροφορούμεθα τα εξής: «…Οι Τούρκοι μας έβαζαν εις αγγαρείας, μας υποχρέωναν να πληρώσωμεν το χαράτσι, εζήτουν από ημάς και άλλους εκτάκτους φόρους και ημείς δεν ημπορούσαμε να πληρώσωμεν, διότι είμαστε φτωχοί…». Κ.Μέρτζιου, ό.π., σ. 166. Να σημειωθεί ότι από τότε που οι Τούρκοι έχτισαν τα δύο κάστρα στη Μάνη άρχισαν οι Μανιάτες να μεταναστεύουν. Κ.Μέρτζιου, ό.π., σ. 158. 
 
Τους λόγους που ανάγκασαν τους Στεφανόπουλους να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους αναφέρει σε κατάθεσή του ο επίσκοπος Μαΐνης Παρθένιος Καλκανδής, Π.Καλονάρου, Μεγάλη Ελλάς, σ. 134, οι οποίοι είναι: "Οι λόγοι που τους αναγκάζουν ν' αφίσουν τον τόπο τους είναι ο φόρος πέντε νομισμάτων των οκτώ ρεαλίων που κάθε αγόρι υποχρεούται να πληρώνει στους Τούρκους, εκτός του φόρου εκείνων, που έφυγαν για την Ανάπολι, Λιβόρνο και τους άλλους τόπους της Χριστιανοσύνης. Ο φόρος αυτός βαρύνει τις φαμίλιες, που μένουν στον τόπο και εάν δεν τον πληρώσουν, οι Τούρκοι παίρνουν δυναστικώς τα παιδιά τους και τα αναγκάζουν να αλλαξοπιστήσουν. Για να γλυτώσουν από την τυραννία αυτή και να ζήσουν στην πίστη τους προσέπεσαν στον Πιέρρο Γιουστινιάνι να μεσολαβήση υπέρ αυτών στη Γαληνοτάτη αυθεντία της Γένοβας".
 
Το όνομα του Λιμπεράκη Γερακάρη δεν αναφέρεται καθόλου στις αιτίες που ανάγκασαν τους Στεφανόπουλους να μεταναστεύσουν. Είναι προϊόντα μεταγενέστερης νοσηρής φαντασίας, που ενισχύθηκαν από τους Βενετούς, ίσως γιατί ήταν πατριώτης και καθόλου ξενόδουλος. Στην περί πειρατείας ερώτηση αναφέρθηκε το όνομα του Γερακάρη, ο οποίος ζούσε και προ εξήντα χρόνων και θα πρόκειται περί του θείου του Λιμπεράκη, βλέπε ανωτέρω. Ο Π.Καλονάρος, ό.π., σ. 135, γράφει σε υποσημείωση: "Άξιον παρατηρήσεως είναι ότι ο επίσκοπος δεν λέγει τίποτε το επιβαρυντικόν εναντίον του Λιμπεράκη. Το γεγονός αυτό παρέχει ενδείξεις ότι τα περί αντεκδικήσεων του Γερακάρη κατά των Στεφανοπούλων ενδέχεται να μην είναι πραγματικά".
 
Για τον τρόπο με τον οποίο οι Μανιάτες έλαβαν την απόφαση να μη προβάλουν αντίσταση στην κατασκευή των κάστρων από τους Τούρκους, έχουμε πληροφορίες από μια έκθεση του Προβλεπτή Ζακύνθου προς το Δόγη: «…ο λαός της Μάνης, που ήτο έως τώρα ελεύθερος, εξέλεξεν ένα αντιπρόσωπόν του από κάθε χωρίον και επήγαν οι απεσταλμένοι ούτοι εις τον Βεζύρην, ίνα δηλώσουν υποταγήν και γίνουν φόρου υποτελείς…». Φαίνεται ότι ο Λιμπεράκης Γερακάρης προσπαθούσε να πείσει τους Μανιάτες να μη αντισταθούν στους Τούρκους και σε αναφορά από τη Ζάκυνθο της 18 Αυγούστου 1670 σημειώνεται: «…ότι όλοι είναι σύμφωνοι εις την αντίστασιν κατά των Τούρκων και ότι εφόνευσαν κάποιον Γερακάρην με 12 Τούρκους, καθ’ ον χρόνον εις ένα χωρίον προσεπάθει να πείση τους χωρικούς να μη προβάλουν αντίστασιν…». Κ.Μέρτζιου, ό.π., σ. 157-8. Δεν είναι γνωστό αν η πληροφορία περί φόνου Γερακάρη είναι λανθασμένη ή αν υπήρξε κάποιο θύμα από την οικογένειάν του.
 
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του Λιμπεράκη στη Μάνη θα πρέπει να έγινε ο γάμος του με την αδελφή του Μπότση και από το γάμο αυτό να γεννήθηκε η Σταθούλα, η οποία έγινε σύζυγος του Μπένου Ψάλτη. Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 6, σ. 21, 36 και 40.
 
Την εποχή που χτιζόντουσαν τα κάστρα της Κελεφάς και της Ζαρνάτας (1670) περιόδευσε τη Μάνη ο Τούρκος ιερωμένος Εβλιά Τσελεμπί. Επιστρέφοντας από το Πόρτο Κάγιο στη Ζαρνάτα αναφέρει το χωριό «Κλοριά», που δεν μπορούμε να εντοπίσουμε και γράφει ότι εκεί βρισκόταν μια τουρκάλα σκλάβα, κόρη του Εμίρ Χασάν Αγά από τη Μπαρουτίνα (Μπαρδούνια;), η οποία είχε παιδί από «τον καπετάνιο Λεμπεράκη». Στα σχόλια σημειώνεται ότι πρόκειται προφανώς περί του Λιμπεράκη Γερακάρη. Εβλιά Τσελεμπί, Οδοιπορικό στην Ελλάδα, Έκδ. Εκάτη, σσ. 286 και 337.
 
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1672 σε έκθεση προς το Δόγη αναφέρονται τα ακόλουθα: «…εις το μέρος Κελεφά του Βραχίονος της Μάνης, όπου έγινεν εν οχυρόν τελευταίως, εξηγέρθη ο πληθυσμός και ηνάγκασε τους Τούρκους να καταφύγουν και να κλεισθούν εις το φρούριον, ότι εφόνευσαν τον Αγάν και έναν έμπιστόν του ονομαζόμενο Λιμπεράκην…». Κ.Μέρτζιου, ό.π., σ. 162. Πάλι αναφέρεται φόνος του Λιμπεράκη που φαίνεται ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
 
Το επεισόδιο αυτό ίσως σχετίζεται με την αναφερόμενη εκτέλεση των αντιπάλων του Λιμπεράκη Γερακάρη, την οποία σημειώνει ο Guillet (σ. 39-45). Γεννάται όμως το ερώτημα αν οι πληροφορίες που δημοσίευσε ο συγγραφέας περιλάμβαναν και τα γεγονότα του 1672. Κ.Σάθας, ό.π., σ. 309.
 
Ο K.Σάθας, ό.π., σ. 309-10 και ο Απ.Δασκαλάκης, ό.π., σ. 88, θεωρούν ότι εκτελέστηκαν μέλη της οικογενείας Στεφανοπούλου. Αποδίδουν δε στα γεγονότα αυτά τη μετανάστευση των Σταφανοπούλων στην Κορσική, η οποία όμως έγινε το 1675, όταν πλέον η συνεργασία του Λιμπεράκη Γερακάρη με τους Τούρκους είχε διακοπεί από καιρό (1673).
 
Φαίνεται ότι κακώς ενοχοποιείται ο Λιμπεράκης για τον εξαναγκασμό σε μετανάστευση των Στεφανοπούλων. Υπάρχουν κυρίως τρεις λόγους, οι οποίοι θέτουν σε αμφισβήτηση την άποψη αυτή:
α) από το 1673, όπως θα δούμε παρακάτω, είχαν διακοπεί οι σχέσεις του με τους Τούρκους και καταγινόταν πάλι στην πειρατεία.
β) Γιατί η χρονογραφία της μετανάστευσης των Στεφανοπούλων, δεν αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην αντιπαλότητά τους με το Γερακάρη, αλλά σε μια σειρά από αίτια που είχαν προκαλέσει, οι ίδιοι οι Στεφανόπουλοι με τη συμπεριφορά τους, την έχθρα όλων των Μανιατών. Γ.Γ.Παπαδοπούλου, ό.π., σ. 18-9, και
γ) Διότι ο επίσκοπος Μαΐνης Παρθένιος Καλκανδής δεν αποδίδει καμιά ευθύνη για τη μετανάστευση των Στεφανοπούλων στο Λιμπεράκη Γερακάρη. Π.Καλονάρου, Μεγάλη Ελλάς, σ. 133-6. 
 
Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι στα τέλη του 1673 ο Λιμπεράκης Γερακάρης έγινε αρχηγός επανάστασης στην περιοχή του κάστρου της Ζαρνάτας, το οποίο πολιόρκησαν οι επαναστάτες. Ο ίδιος έφερε καράβια από τη Μάλτα που εκφόρτωσαν ξύλα για σκάλες, για την άλωση του κάστρου και ακόμη κάλεσε το Γάλλο πειρατή Hugues Grevelier ο οποίος ήλθε με τα τέσσαρα πλοία του για να βοηθήσει. Η επιχείρηση απέτυχε και μεγάλες Τουρκικές δυνάμεις έφθασαν και έκαψαν τον Κάμπο και τη Mαντίνεια, όπου και σκλάβωσαν 500 άτομα. K.Mέρτζιου, ό.π., σσ. 162-172.
 
Επειδή το θέμα αυτό δεν έχει τύχει προσοχής, επισημαίνουμε ότι στα έγγραφα των Αρχείων της Βενετίας, που αναφέρονται στην ανωτέρω εξέγερση, ως αρχηγός αναγράφεται ο Γερακάρης, ο Λιμπεράκης Γερακάρης, ο Γερακάρης Κοσμάς και ο Κοσμάς Γερακάρης. Κ.Μέρτζιου, Λακ. Σπ., σσ. 162-3, 164, 166 και 171. Επομένως ο αρχηγός της αποτυχημένης επανάστασης του 1673 δεν μπορεί να είναι άλλος από το γνωστό Λιμπεράκη Γερακάρη-Κοσμά. Ακόμη προστίθεται ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχε γνωστό μέλος της οικογενείας του, το οποίο να είχε τόσο μεγάλη επιρροή στους κύκλους των Μαλτέζων και Γάλλων πειρατών, ώστε να τους πείσει να έλθουν κοντά του, να τον βοηθήσουν.
 
Μετά την ατυχή πολιορκία του κάστρου της Ζαρνάτας ο Λιμπεράκης Γερακάρης επέστρεψε στον πειρατικό βίο. Τα περιουσιακά του στοιχεία κατασχέθηκαν από τους Τούρκους και οι Μύλοι της Μαντίνειας περιήλθαν στο τουρκικό δημόσιο ταμείο. Όταν αργότερα, το 1685, οι Βενετοί κατέλαβαν την περιοχή, παραχώρησαν τους Μύλους της Μαντίνειας στο Νικόλαο Δοξαρά. Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 16.
 
Δεν έμεινε όμως για πολλά χρόνια ελέυθερος. Αιχμαλωτίστηκε για δεύτερη φορά και παρέμεινε φυλακισμένος για επτά περίπου χρόνια στο Μπάνιο ή ως κωπηλάτης στις τουρκικές γαλέρες. D.Cantimir, ό.π., σ. 85 κ.ε. Κ.Σάθας, ό.π., σ. 310. Η Αλεξ.Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας στους μέσους χρόνους της τουρκοκρατίας (1538-1699), σ. 293, θεωρεί ότι αιχμαλωτίστηκε το 1679.
 
Το 1688, όταν οι Βενετοί είχαν καταλάβει σχεδόν όλο το Μοριά, οι Τούρκοι ζήτησαν τη συνεργασία του Λιμπεράκη Γερακάρη. Αυτός συμβούλευσε να ορίσουν έναν ορθόδοξο πρίγκηπα και χωρίς αμφιβολία οι κάτοικοι του Μοριά θα εγκατέλειπαν προς χάρη του την κυβέρνηση των Βενετών. Τέλος υποσχέθηκε ότι αναλάμβανε να διώξει τους Βενετούς από την Πελοπόννησο και να καταστήσει φόρου υποτελή στο Σουλτάνο την επαναστατημένη Ελλάδα. Οι προτάσεις του έγιναν δεκτές και ο Σουλτάνος τον έκαμε «Υψηλότατο Ηγεμόνα της Μάνης». Ήταν Μπέης, αλλά σε ανώτερο επίπεδο από τους μεταγενέστερους ηγεμόνες της Μάνης, οι οποίοι αναδείχθηκαν μετά το 1776. Το αξίωμά του ήταν ανάλογο με τους ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας, αλλά ο Σουλτάνος του έδωσε μικρότερη εξουσία. D.Cantimir, ό.π., σσ. 25 και 85 κ.ε., Κ.Σάθα, ό.π., σ. 382-3, Απ.Δασκαλάκη, ό.π., σ. 108. (Για την ιδέα ότι θα μπορούσε η Πελοπόννησος να γίνει ηγεμονία, ο Κ.Παπαρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, έκδ. 1925, τόμ. Ε', σ. 92, γράφει: "...Λόγος μάλιστα πολύς εγένετο να ανατεθή και η Πελοπόννησος εις Χριστιανούς ηγεμόνας. Και τούτο μεν δεν εξετελέσθη, επετράπη όμως η της Μάνης διοίκησης εις εγχώριον άρχοντα." Περισσότερα για το Λιμπεράκη Γερακάρη, ό.π., σ. 187.).
 
Αναφέρεται ότι ο Λιμπεράκης παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, την εποχή που παρέμενε ελεύθερος στην Κωνσταντινούπολη και μέχρι να εκστρατεύσει στη Στερεά Ελλάδα. Προφανώς θα πέρασαν μήνες έως ότου έλθει σε επαφή με Μανιάτες και άλλους φίλους του, οι οποίοι θα τον πλαισίωναν στην επικείμενη εκστρατεία του. Πολλά έχουν γραφεί για το γάμο του. Η όμορφη Αναστασία από την οικογένεια των Βουχουζεστίδων (Buhusestij) της Μολδαβίας και χήρα του Πρίγκιπα Δούκα της Μολδαβίας έγινε γυναίκα του και παρέχοντας ως προίκα 20.000 ρεάλια και πολλά κοσμήματα. Αναφέρεται ότι η νεαρή χήρα ερωτεύτηκε το Λιμπεράκη, αλλά επειδή ήταν δύσκολο σε μια ευγενή να παντρευτεί ένα πρώην κατάδικο μηχανεύτηκε το ακόλουθο τέχνασμα. Ο Λιμπεράκης ζήτησε από τον Αχμέτ Κιουπρουλή να επέμβει και να απαιτήσει από τον Πατριάρχη να τελέσει αυτό το γάμο. Η Αναστασία μετά από μια αρχική άρνηση τελικά υποκρίθηκε ότι το δέχεται ως θυσία κλπ. Είκοσι ημέρες μετά το γάμο του ο Λιμπεράκης πήρε από το Σουλτάνο σημαία, αλλά χωρίς καμία ουρά (αναφέρονται τρεις ουρές από το Locatelli) και  αναχώρησε για τη Θήβα επικεφαλής πέντε χιλιάδων Τούρκων (ορισμένοι γράφουν 300 οπλιτών). (Locatelli, ό.π., τ. 2, σ. 198-9). D.Cantimir, ό.π., σσ. 25 και 85 κ.ε. Κ.Σάθα, ό.π., σ. 383 (γράφει την Αναστασία ως ανιψιά του Δούκα). Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 175. 
 
 
Το 1689 ο Λιμπεράκης ακολουθούμενος από 300 πήγε στη Θήβα και τέθηκε υπό τις διαταγές του Τούρκου Σερασκέρη Μισιρληζαδέ. Κάλεσε τότε όλους τους Έλληνες να εγκαταλείψουν τους Βενετούς και να ακολουθήσουν τον ίδιο. Σώζεται η προκήρυξη με την οποία καλούσε τους Αθηναίους, που ήταν διασκορπισμένοι στη Σαλαμίνα και την Αίγινα, να τον εμπιστευθούν και να γυρίσουν στα σπίτια τους. Π.Χιώτη, ό.π., τ. 3, σ. 312. Κ.Σάθα, ό.π., σ. 394. Απ.Βακαλόπουλου, Ιστορία Νέου Ελληνισμού, τ. 4, σ. 28 κ.ε. Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 178.
 
Μεταξύ του Απριλίου 1688 και του τέλεους του 1690 έγινε η οικτρά λεηλασία και κατατσροφή της μονής της Πεντέλης. Φαίνεται απίθανο να μετέσχε ο Λιμπεράκης Γερακάρης σε αυτή. Στην αναφορά αυτή χαρακτηρίζεται από το συγγραφέα "περίπτυστος". Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 16(1922)472.
 
Από την άνοιξη του 1689 ο Λιμπεράκης άρχισε τις εξορμήσεις του ακολουθούμενος από 2.000-2500 άνδρες, πολλοί από τους οποίους ήταν Μανιάτες. Αρχικά πυρπόλησε το Μεσολόγγι, λεηλάτησε τα χωριά του Βάλτου και του Ξηρόμερου και μετά στράφηκε προς την περιοχή της Ναυπάκτου. Ο πληθυσμός υπέφερε πολλά από Τούρκους και Βενετούς γιατί όλοι τον φορολογούσαν και τον καταδυνάστευαν. Ο Λιμπεράκης απαιτούσε από τους κατοίκους να του δώσουν ομήρους και να μη πληρώνουν φόρο στους Βενετούς. Το Καρπενήσι έγινε η έδρα του και αναφέρεται ότι προστάτευε τα χωριά των Αγράφων και του Καρπενησίου από τις επιθέσεις ατάκτων Χριστιανών. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 29 κ.ε. Εκδοτικής Αθηνών, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ’, σ. 30-1. Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 180 (Σπ.Λάμπρου, Βίος Ευγενίου Ιωαννουλίου του Αιτωλού, Νέος Ελληνομνήμων, τ. 4, σ. 79, όπου αναφέρεται: «…εξ ότου Λιβέριος ο εκ Λακεδαιμονίας, μετά δυνάμεως κατελθών εκ βασιλικών προσταγμάτων και τας των ληστών εφόδους αναχαιτίζων, μικράν τινα τούτοις αναψυχήν περιεποιήσατο….».)
 
Τον Ιούνιο του 1689 συνέχισε τη λαφυραγωγία και χτύπησε τα Σάλωνα (Άμφισα), όπου τον απέκρουσαν οι τοπικοί καπετάνιοι-αρματολοί. Σε διαθήκη αναφέρονται τα ακόλουθα: «…Ήρθε ο Λιμπεράκης να πάρη το Σάλωνα, μα ο Κούρμας τον πήγε του κυνηγιού στο Καρπενήσι και σε τρίχα να τονε πιάση και ολοζώντανο…». Κ.Σάθα, ό.π., σ. 411, Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 30-1. Α. Λεντάκη, ό.π., σ. 184.
 
Τον Ιανουάριο του 1691 υπέβαλε έκθεση ο Γενικός Προνοητής Πελοπονήσου Ιάκωβος Κορνέρ και έγραψε: "Στράφηκα προς τη Ναύπακτο εναντίον των επιβουλών του Λυμπεράκη, για τις οποίες καταναλώθηκαν όχι μόνο ολόκληρες στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά ακόμα και οι ώρες του χειμώνα και αυτές που οπωσδήποτε έπρεπε να καταναλωθούν, για να επιβάλουν το νόμο στους ταραξίες του βασιλείου...". Αγαμ. Τσελίκα, Μεταφράσεις βενετικών εκθέσεων, Πελοποννησιακά 15(1982-4)151.
Οι Βενετοί ανησυχούσαν για τη σχέση που διατηρούσε ο Λιμπεράκης Γερακάρης με πολλούς Μανιάτες. Αναφέρονται τα ονόματα Τριγονάς, Μπότσης, Γερακάρης, Βούλτσος κ.ά., οι οποίοι πιθανώς να στρατολογούσαν στη Μάνη για λογαριασμό του Λιμπεράκη. Σπ.Λάμπρου, ΔΙΕΕ, 2(1885)288. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 31.
Γίνεται αναφορά σε 34 έγγραφα του 1691 που αφορούσαν στο Λιμπεράκη Γερακάρη. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 21(1927)191. Ό.π., σ. 193 αναφέρεται σε επιστολές από Ναύπακτο, όπου αναγράφονται πολλά για το λιμπεράκη Γερακάρη και τον καπετάν Ελία (μήπως ήταν ο Μπουρολίας ή Ελίας Μπούρος;). Ό.π., σ. 194 σε επιστολή της 17 Σεπτεμβρίου 1697 αναφέρεται ο Λιμπεράκης.
 
Σε επόμενο χρόνο αποφάσισε να εισχωρήσει στην Πελοπόννησο, αλλά ο Αντώνιος Ζένος, Προβλεπτής του Βασιλείου του Μορέως, παρέταξε στρατόν και ματαίωσε τα σχέδια της εισβολής. Κ.Σάθα, όπ., σ. 394.
Ο Έκτακτος Προνοητής του Μοριά Θαδδαίος Γραδενίγος στις 16 Απριλίου 1692 υπέβαλε έκθεση στο Δόγη και αναφερόταν στο θέμα Λιμπεράκη Γερακάρη. Γράφει ότι ο Λιμπεράκης "ακολουθούμενος από πάνω από δύο χιλίαδες Τούρκους έκανε επιδρομές με λεηλασίες και φόνους ως και κάτω από τα τείχη του στρατοπέδου...Ανάμεσα στις ενέργειες που έκανα απέναντι σε τόσο ακανθώδη ζητήματα, είναι ότι επίστεψα ως ωφέλιμο να προωθήσω με τους προσεκτικούς τύπους χωρίς αόριστες υποχρεώσεις και διαπραγμάτευση με τον ίδιο τον Λιμπεράκη με την πεποίθηση ότι, αν και ήταν με το μέρος των Τούρκων, διατηρούσε τον χριστιανικό του χαρακτήρα και δεν θα έκλεινε ίσως τα αυτιά στις νουθεσίες να αποκολληθή από τους απίστους και να αφοσιωθή στην υπηρεσία των εξοχοτήτων σας...". Στη συνέχεια αναφέρεται στη χρησιμοποίηση του Πέτρου Ντάντιτς, που ήταν φίλος του Λιμπεράκη, για να μεταφέρει τις προτάσεις των Βενετών. Από το Λιμπεράκη πήγε στους Βενετούς ο Δημήτρης Πλεξούδης με τις δικές του προτάσεις.
 
Μετά από πολλά καταλήγει: "...Το ποσόν των τεσσάρων χιλιάδων δουκάτων τον χρόνο, που δηλώνεται με το έννατο κεφάλαιο, για να καταβάλλεται εφ' όρου ζωής στον Λιμπεράκη αμέσως αφ' ότου συναφθή ειρήνη, εκτός από την παραχώρηση των τόπων, τους οποιους αν προς το παρόν τους παραχωρούσαμε και τους οποίους μπορούσε στο μέλλον να κατέχη, θα ήταν κατώτερο από τα έσοδα που ζητά, αυτό το ποσόν εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ παρά να το θεωρήσω καλώς καθορισμένο, όπως επίσης και κάθε άλλο ιδιαίτερο ποσόν που διατυπώνεται στα κεφάλαια προς όφελος και τιμή προς το πρόσωπό του και τον οίκο του, για να σώσουμε τελικά αυτόν τον πληθυσμό από τις καταδρομές του και για να παράσχουμε αληθινή ησυχία με το να κάνουμε τον Λιμπεράκη να αισθάνεται ευσπλαχνική χάρη και να τον φέρουμε σε υπακοή, κάτι το οποίο ο ίδιος διατείνεται απέναντι στη Γαληνοτάτη Δημηκρατία". Αγαμ.Τσελίκα, Μεταφράσεις βενετικών εκθέσεων, Πελοποννησιακά 21(1995)51-3.
 
Συνημμένη επιστολή του Δωροθέου σε έγγραφο του Εκτάκτου Γεν. Προνοητού της Βενετίας στην Πελοπόννησο Μαρίνου Μικέλη από Κόρινθο της 7 Ιουλίου 1692. Σπ.Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων 12(1915) 451, 453.
Το 1692 οι Βενετοί πολιόρκησαν τα Χανιά της Κρήτης. Ο Γερακάρης, όταν είδε ότι έφυγε ο Βενετικός στόλος, πέρασε τον Ισθμό και νίκησε τους Βενετούς. Έκαψε την Κόρινθο, πολιόρκησε τον Ακροκόρινθο, προχώρησε στο Άργος και στο Ναύπλιο. Η εισβολή αυτή ανάγκασε τους Βενετούς να εγκαταλείψουν την πολιορκία των Χανίων και να επιστρέψουν στην Πελοπόννησο. Λέγεται όμως ότι ο Σερασκέρης δυσαρεστήθηκε διότι ο λαός του Μοριά δεν έδιωξε τους Βενετούς για να ακολουθήσει το Λιμπεράκη, όπως είχε ο ίδιος υποσχεθεί. (P.Garzoni, σ. 472). Κ.Σάθα, ό.π., σ. 396-8. Απ. Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 32.
Τον Οκτώβριο του 1692 ο Λιμπεράκης Γερακάρης βοήθησε τους Τούρκους στην πολιορκία της Ναυπάκτου, η οποία απέτυχε, αλλά έγιναν μεγάλες καταστροφές στην ύπαιθρο. (Pietro Garzoni, Istoria della Republica di Venezia in tempo della Sacra Lega contra Madmeto IV, e tre suoi successori gran Sultani de Turci, πρώτο μέρος, Βενετία 1705, σσ. 480-2) Κ.Σάθα, ό.π., σ. 399. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 34. Α.Λεντάκη. ό.π., σ. 184.
 
Το 1693 πήγε στην Πελοπόννησο ο Μοροζίνη με το στόλος της Βενετίας και ανοίχτηκε στο πέλαγος αναζητόντας τα τουρκικά πλοία για να τα ναυμαχήσει, αλλά οι Τούρκοι αποσύρθηκαν και δεν έγινε τίποτε το αξιόλογο. Ο Λιμπεράκης με 6.000 στρατιώτες καιροφυλακτούσε στα Μέγαρα για να εισχωρήσει στο Μοριά. Είδε όμως το Βενετικό στόλο να επιστρέφει και αποσύρθηκε από τα Μέγαρα. (P. Garzoni, ό.π., σ. 509) Κ.Σάθα, ό.π., σ. 400. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σσ. 34-5 και 37. 
Το 1694 αρχικά έγινε μια προσπάθεια από το Λιμπεράκη να εισχωρήσει με το στρατό του στην Πελοπόννησο, αλλά τον αντελήφθησαν οι αντίπαλοί του και αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Αργότερα εισέβαλαν στο Μοριά οι Τούρκοι με προπορευόμενο το Λιμπεράκη και μετά από μια νικηφόρο πορεία επέστρεψαν στις βάσεις τους. (P. Garzoni, σ. 591, όπου αναφέρει: “Liberacchi piu insesto e pratico de gli altri”  o Λιμπεράκης διακρίθηκε για τόλμη και πρακτικό μυαλό). Κ.Σάθα, ό.π., σ. 403-4, 412. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 35. Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 185.
 
Όταν επέστρεψε ο Λιμπεράκης από την εκστρατεία της Πελοποννήσου επέβαλε στον πληθυσμό φόρους, άρχισε να στρατολογεί και είχε συνομιλίες με το Μπόσινα για να συνεργασθούν. Παράλληλα παντρεύτηκε μια κόρη από το χωριό Μαυρύλο, η οποία ήταν συγγενής με τους Χατζαίους της Υπάτης. Κ.Σάθα, ό.π., σ. 406-7
 
Οι Βενετοί, βλέποντας τις ζημίες που τους προκαλούσε ο Λιμπεράκης, του οποίου η δύναμη αύξανε βαθμιαία, αποφάσισαν να τον προσεταιριστούν. Χρησιμοποίησαν αρχικά το λοχαγό Ιωάννη Λάμπη (Dampi), που ήταν στενός φίλος του Γερακάρη και ήρθε σε επαφή μαζί του, αλλά δεν συμφωνήθηκε τίποτε. Ο Λιμπεράκης σκεπτόταν τις συνέπειες που θα υφίστατο ο εγγυητής της πίστεώς του στο Σουλτάνο, ο Κοπάνης, ο οποίος ζούσε στην Κωνσταντινούπολη και θα έχανε το κεφάλι του. Κ.Σάθα, ό.π., σ. 407-9. Κ.Παπαρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, έκδ. 1925, τόμ. Ε', σ. 188. Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 181 κ.ε. Αργότερα έγινε και δεύτερη προσπάθεια να συναντηθούν οι δύο φίλοι, αλλά αυτή τη φορά τον κάλεσε ο σερασκέρης για να εισβάλλουν εις την Πελοπόννησον (1694) και δεν έγινε η συνάντηση. Κ.Σάθα, ό.π., σ. 411-2. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 30.
 
Το 1695 ο Σερασκέρης με 12.000 Τούρκους και με προπορευόμενο το Λιμπεράκη, ο οποίος ηγείτο 3.000 ανδρών, εισέβαλαν στην Πελοπόννησο. Έφθασαν μέχρι την Τρίπολη και το Λεοντάρι και ακολούθως υποχώρησαν πάλι στις βάσεις τους. (P.Garzoni, ό.π., σσ. 641-3). Κ.Σάθα, ό.π., σ. 417. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 35. Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 185.
Στις αρχές του 1696 ακολούθησαν νέες διαπραγματεύσεις των Βενετών και του Λιμπεράκη. Σε αυτές μεσολόβησε και ο Παναγιώτης Δοξαράς και επήλθε συμφωνία. Επειδή οι Τούρκοι αντελήφθησαν την μελετουμένη αποστασία του Λιμπεράκη, προσπάθησαν να τον δηλητηριάσουν. Αυτός εννόησε την πρόθεση των Τούρκων και δεν έλαβε το προσφερθέν ποτό. Κατόπιν με την πρόφαση ότι έγινε εισβολή στην περιοχή του, ακολουθούμενος από τριάντα πιστούς οπαδούς του, πήγε στην παραλία όπου τον περίμεναν Βενετικά πλοία και άλλαξε στρατόπεδο. Κ.Σάθα, ό.π., σ. 419. 
 
Οι όροι που απαίτησε ο Λιμπεράκης για να μεταπηδήσει στο στρατόπεδο των Βενετών ήταν οι ακόλουθοι:
α) Η Γερουσία να τον τιμήσει με το αξίωμα του ιππότη του Αγίου Μάρκου,
β) Να του δοθούν χρήματα, πρόσοδοι και στρατιωτικός βαθμός.
γ) να του δοθούν τα μέσα για διατροφή δεκαπενταμελούς ακολουθίας, στην οποία θα περιλαμβάνεται και ο αδελφός του Γεώργιος και
δ) οι Βενετοί να καλύψουν με πλοία τη φυγή του. Να σημειωθεί ότι οι Βενετοί τον ονόμασαν ιππότη του Αγίου Μάρκου και διοικητή Άρτας. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 39. Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 185-6.
 
Του παραχώρησαν ακόμη τους Μύλους της Μαντίνειας, από την ιδιοκτησία των οποίων παραιτήθηκε ο Νικόλαος Δοξαράς, στον οποίο είχαν παραχωρηθεί το 1685, όταν οι Βενετοί κατέλαβαν το κάστρο της Ζαρνάτας. Αναφέρεται σε έγγραφο ότι «…Και αναγνωρίζεται το δικαίωμα όπως κατ’ ευμένειαν του Δημοσίου αποκατασταθή εις τα κληρονομικά ή δι’ ιδικών του χρημάτων αγορασμένα κτήματά του (αγαθά του), μεταξύ των οποίων είναι και οι Μύλοι της Μαντίνειας τους οποίους επαναζητεί…». Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 19. Να σημειωθεί ότι ο Κουγέας θεωρεί πως ο Πύργος των Μύλων χτίστηκε από το Λιμπεράκη. Αλλά ο υπάρχων σήμερα Πύργος των Μύλων χτίστηκε μετά την επιδρομή του Ιμπραήμ το 1825, οπότε κατέστρεψε ό,τι αμυντικό μέσο υπήρχε προηγουμένως. Στ.Καπετανάκη, Οι Μαντίνειες της Μάνης, σ. 62.
 
Η προσχώρηση του Λιμπεράκη στο Βενετικό στρατόπεδο έκανε μεγάλη εντύπωση στον Ελλαδικό χώρο. Στο «Χρονικό του Μάτεση» αναγράφεται: «1696 Αλωνάρη 3, έφυγε ο Λιμπεράκη από τους Τούρκους και ήρθε του καπετάν γκενεράλε, και του εκάμανε μεγάλαις τιμές και τον έκαμε καβαλιέρο». Κ.Σάθα, Ελληνικά ανέκδοτα, Αθήναι 1867, Επανέκδοση Καραβία, σ. 226. Επίσης στο εξώφυλλο του κώδικα αριθ. 95 της Εθνικής Βιβλιοθήκης είναι γραμμένο: «1696 Ιουλίου 12 ήλθεν ο Λημπέριος μετά τους Χριστιανούς». Σπ.Λάμπρου, Νέος Ελληνομνήμων, 7(1910)204, συλλογή πρώτη, αριθ. 327.
 
Ο Λιμπεράκης Γερακάρης, ανήκοντας πλέον στο Βενετικό στρατόπεδο και ακολουθούμενος από Έλληνες αποβιβάστηκε στην περιοχή της Άμφισας. Εκεί ενώθηκε με τους αρματολούς της Στερεάς Ελλάδος και επέδραμε κατά των επαρχιών της Φθιώτιδας, της Ευρυτανίας και έφθασε μέχρι της Ηπείρου, όπου και κατέστρεψε την Άρτα. Κ.Σάθα. ό.π., σ. 421-2. Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 40.
 
Μετά την καταστροφή της Άρτας και τις διαμαρτυρίες των κατοίκων της πόλης (υπάρχει αναφορά από 28 Οκτωβρίου 1696) οι Βενετοί άρχισαν να υποβλέπουν το Λιμπεράκη Γερακάρη, οπότε και αποσύρθηκε από τα πολεμικά μέτωπα. Μπορεί σε αυτό να συνετέλεσε και η ποδάγρα από την οποία έπασχε. Η διαμαρτυρία των Αρτινών περιλαμβάνει και τα ακόλουθα: «…Το γράμμα μας, εξοχώτατοι και υψηλότατοι αυθένται, είναι δια να αναφέρωμεν προς την εξοχότητάν σας τας μεγάλας δυστυχίας και αιχμαλωσίας, και δημεύσεις των υπαρχόντων ημών, και εμπρησμούς των οίκων και εκκλησιών ημών όπου έγιναν εις ημάς  δια χειρός του υψηλοτάτου καβαλιέρ Λιμπεράκη…Εξαπίνης δε, δεν ηξεύρωμεν πως, ήλθεν ως φθοροποιός αστραπή ο υψηλότατος καβαλιέρ Λιμπεράκης και έφθειρε και ηφάνισεν άρδην την Άρταν και τα χωρία αυτής, και τους εν αυτή κατοικούντας χριστιανούς, άρπαξε τα υπάρχοντα ημών, έκαυσε τα οσπίτια, εδήμευσε τα ιερά σκεύη των εκκλησιών, έρριψε κατά γης τα άγια αρτοφόρια μετά του ζωοφόρου άρτου, έσυραν γυναίκας μετά των παιδίων αυτών, ετράβισαν και έφθειραν παρθένους…». (P.Garzoni, ό.π., σ. 689)  Κ.Σάθα, ό.π., σσ. 422-5. Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 187.
 
Τον Οκτώβριο του 1697 με διαταγή του Γενικού Προβλεπτή Molin ο Λιμπεράκης Γερακάρης περιορίστηκε σε ένα τζαμί στο Άργος και με το πρόσχημα συνοδείας βρισκόταν υπό συγκαλυμμένη φρούρηση. Ο Προβλεπτής γράφει στο Δόγη τις κατηγορίες εναντίον του Λιμπεράκη και τις υποψίες που υπήρχαν και συμπληρώνει: «…Ο Λιμπεράκης δίνοντάς μου να καταλάβω ότι, δυνάμει της ισχύος των συμφωνιών του, δεν μπορεί να δικασθή από άλλην παρά από την αρχήν ταύτην (δηλ. του Γενικού Προβλεπτού του Μορέα), με παρακάλεσε όπως μεταφερθή εις την δικαιοδοσίαν μου και πιστεύω ότι έκαμα καλά να τον φέρω εδώ εις το Άργος δια να τον έχω πιο κοντά, διαταχθέντος του αντισυνταγματάρχου Piton να τον συνοδεύη και να του παραστέκη με τον λόχον του υπό το πρόσχημα τιμητικής προστασίας και εντεταλμένου να τον επιτηρή κατ’ αυτόν τον χρόνον (δηλαδή της υποδικίας) προς επαρκή φρούρησιν χωρίς να δώσωμεν μεγαλυτέραν δημοσιότητα». Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 33.
 
Την εποχή που ο Λιμπεράκης ήταν υπό επιτήρηση έπαιρνε 1.000 δουκάτα το μήνα και ο αδελφός του συνταγματάρχης Γεώργιος 100 δουκάτα, Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 191-2. 
Στις 6 Δεκεμβρίου 1697 ο Λιμπεράκης Γερακάρης υπέγραψε το προικοσύμφωνο της κόρης του Σταθούλας, που θα παντρευόταν τον Καλαματιανό Μπένο Ψάλτη. Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 35-6. Υποτίθεται ότι της Σταθούλας η μητέρα ήταν κόρη της οικογενείας Μπότση.
Το Μάρτιο του 1698 ο Λιμπεράκης μεταφέρθηκε στη Βενετία και όπως αναφέρεται, ο ίδιος οδηγήθηκε στην ακρόπολη της Brescia, ενώ ο αδελφός του Γεώργιος στην Palma. (Zinkeisen τ. 5, σσ. 184-6). Απ.Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 40. Α.Λεντάκη, ό.π., σσ. 188 και 192. 
Στις 21 Οκτωβρίου 1710 ο Λιμπεράκης Γερακάρης πέθανε στο κάστρο του Αγίου Πέτρου της Βερώνας, σε ηλικία 65 ετών. Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 42 και Α.Λεντάκη, ό.π., σ. 192.
Στις 27 Μαρτίου 1711 η Γερουσία της Βενετίας αποφάσισε να καταβάλλει στο γιό του και στον ανιψιό του 40 δουκάτα το μήνα, τα οποία έπαιρνε μέχρι του θανάτου του ο Λιμπεράκης. Σ.Κουγέα, ό.π., σ. 42.
 
Ο Σουλτάνος Σουλεϋμάν (1689), για δείξει τη φιλελληνική πολιτική του, αναγόρευσε το Γερακάρη σε "ηγεμόνα του Μωρέως". Χ.Δ.Δουκάκη, Μεσσηνιακά και ιδία περί Φαρών και Καλαμάτας, 1905, σ. 150. Παραπέμπει στον Υψηλάντη, Τα μετά την Άλωσι, σ. 199. Ίσως πρόκειται για υπόσχεση στο Λιμπεράκη πως αν διώξει τους Βενετούς από τοΜοριά θα γίνει ηγεμόνας του Μοριά.Ο Δουκάκης στη σ. 191 γράφει γενεαλογία του Λιμπεράκη που είναι λανθασμένη.
 
Αυτός ο οποίος θέλει να κρίνει το Λιμπεράκη Γερακάρη για τις σχέσεις του με τους Τούρκους και τους Βενετούς ας λάβει υπ’ όψη του και τα ακόλουθα:
α) Όταν στα τέλη του Τουρκο-Βενετικού (1645-1669) ο Λιμπεράκης τάχθηκε στο πλευρό των Τούρκων λέγοντας ότι το κάστρο του Ηρακλείου (Χάνδακα) θα πέσει στα χέρια των Τούρκων δεν έλεγε ψέμματα. Η ιστορία τον δικαίωσε. Αν το 1670 οι Μανιάτες δεν δεχόντουσαν να χτιστούν τα κάστρα της Ζαρνάτας και της Κελεφάς, ίσως να αντιμετώπιζαν γενική επίθεση από τους Τούρκους, που ήταν τότε ισχυροί και απερίσπαστοι από άλλα πολεμικά μέτωπα, με αποτέλεσμα τη γενοκτονία των Μανιατών. Να σημειωθεί ότι καμιά από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής εκείνης δεν είχε τη δυνατότητα ή τη διάθεση να βοηθήσει τους Μανιάτες. 
β) Το 1688 ο Λιμπεράκης πρότεινε στο Σουλτάνο να γίνει ο Μοριάς ηγεμονία, όπως ήταν οι παραδουνάβιες περιοχές της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Ας αναρωτηθεί ο ιστορικός, αν η πρόταση αυτή ήταν προδοτική ή αν σε περίπτωση που θα γινόταν πραγματικότητα θα βελτίωνε κατά πολύ στα επόμενα χρόνια τις συνθήκες διαβίωσης των Πελοποννησίων. Μήπως μια τέτοια εξέλιξη θα μας έφερνε ενωρίτερα σε μια λιγότερο αιματηρή απελευθέρωση; (Βλέπε Κ.Παπαρηγόπουλου, ό.π., τόμ. Ε', σ. 92)
γ) Πότε άραγε οι Βενετοί θέλησαν πραγματικά να βοηθήσουν τους Έλληνες; Μόνο όταν έκαναν αντιπερισπασμούς ζητούσαν τη συνδρομή των Ελλήνων, τους οποίους ποτέ δεν υποστήριξαν ουσιαστικά, αλλά στο τέλος κάθε επιχείρησης τους εγκατέλειπαν αβοήθητους στη μανία του Τούρκου. Φόροι, καταπίεση, εκμετάλλευση ήταν το τρίπτυχο των Βενετικών επιδιώξεως. Δεν είναι τυχαίο ότι το 1715 οι Μοραΐτες έμειναν αδιάφοροι, αν θα επικρατήσουν οι Τούρκοι ή οι Βενετοί και δεν βοήθησαν κανένα. Αυτό δεν ήταν προδοσία, αλλά αδυναμία να κριθεί ποιος ήταν ο προτιμότερος κατακτητής. Αναμφίβολα όμως η Ηγεμονία για το Μοριά θα ήταν μια λύση καλύτερη. Επομένως αν αυτό επιδίωκε ο Λιμπεράκης Γερακάρης, πού βρίσκεται η προδοσία του; Ασφαλώς μόνο στους εγκεφάλους των Βενετών ιστορικών. 
 
(Όταν το 1659 ο Φρ. Μοροζίνη πήγε στην Καλαμάτα και ξεσήκωσε τους Μανιάτες και τα γειτονικά χωριά για να τον βοηθήσουν να καταλάβει την πόλη, αυτός τους εγκατέλειψε στο μένος των Τούρκων. Αργότερα, το 1858, ιστορικός της Βενετίας, ο S. Romanin, έγραψε ότι οι κάτοικοι της Μάνης παρ΄ όλο που υποσχέθηκαν βοήθεια στο Μοροζίνη στο τέλος τον εγκατέλειψαν. Αθ.Καραθανάση, Πελοποννησιακά, τ. 8, σ. 239. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών είχαν ζητήσει να καταλάβει και οχυρώσει το Εξαμίλι, για να εμποδίσει τις Τουρκικές ενισχύσεις, ό.π., σ. 250. Στη συνεδρίαση της 16 Μαρτίου 1659 του πολεμικού συμβουλίου των Βενετών αποφασίστηκε να πλεύσει ο στόλος στη Μήλο και από εκεί να συνεχίσουν τον πόλεμο, ενώ ήταν ευχαριστημένοι που πέτυχαν ένα αντιπερισπασμό, ανεξάρτητα από τις μελλοντικές μάταιες θυσίες των Ελλήνων και έγραψαν στα πρακτικά: «…θα επακολουθήσει γενναία η ρήξη χωρικών και Τούρκων…», ό.π., σ. 259.  Σε αναφορά του Φρ. Μοροζίνη προς το Δόγη της 10 Νοεμβρίου 1659 αναφέρει: «…μου επιβεβαιώνουν οι κάτοικοι του Βραχίονος της Μάνης και του Μορέως τας επιμόνους γνωστάς προθέσεις των και δεν παύω να τους καθησυχάζω και να τους κρατώ με υποσχέσεις, χωρίς όμως να αναλαμβάνω καμμίαν υποχρέωσιν…». Κ.Μέρτζιου, Λακ. Σπ., τ. 1, σ. 154).
(DEMETRIUS CANTIMIR, Histoire de l’ Empire othoman, où se voyent les causes de son aggrandissement et de sa decadence. Avec des notes très instructives, Tome IV, Paris 1743.
 
Σελίδα 25: ΧΧΙΧ  (Ο καινούριος πρίγκηπας του Μοριά)  Μόλις υποχώρησαν οι εντερικές διαταραχές ο Σουλτάνος απέσυρε από τις γαλέρες έναν κάποιον Λιμπέριο GERATCHARI, και τον ονόμασε πρίγκηπα της Μάνης ή των Μανιατών, σύμφωνα με το παράδειγμα των Δεσποτών της Βλαχίας και της Μολδαβίας παρόλο που του έδωσε μικρότερη εξουσία: Η Πύλη πίστεψε ότι θα μπορούσε μ’ αυτόν τον τρόπο να καλύψει τις νότιες επαρχίες της Ελλάδος που τις απειλούσαν τα όπλα των Βενετών.
 
Το σχέδιο που οδήγησε το Σουλτάνο σε αυτή τη δημιουργία είχε τη βάση του στη Μολδαβία, όπου οι Τούρκοι δεν είχαν άσχημη εμπειρία, όπως είχαν από οπουδήποτε αλλού: Ήταν μια εφικτή πεποίθηση, ότι ένας χριστιανός κυβερνήτης ήταν πιο κατάλληλος να κρατήσει υπάκοους (μέσα στο καθήκον, φόρο) τους λαούς της ίδιας θρησκείας με αυτόν. Εκτός από αυτό, ο Λιμπέριος είχε δοκιμαστεί από μια άλλη ισχυρή άποψη εξ ίσου πειστική. Είχε περιγράψει τους Βενετούς ως τυρράνους της πίστης, λέγοντας ότι ο ζήλος τους να κάνουν τους Έλληνες του Μοριά να δεχτούν την πίστη της Ρώμης, θα έκαναν το λαό να στέναζε μετά την κυριαρχία των Οθωμανών’ Ένας πρίγκηπας της Ελληνικής εκκλησίας δεν θα μπορούσε να χάσει ευκαιρία να κάνει καλή εντύπωση, και να δημιουργήσει γενική ικανοποίηση.
 
Σελίδα 31: Στο Μοριά οι Βενετοί καταλαμβάνουν τη Μονεμβασία και διακόπτουν κάθε επικοινωνία στη Φρουρά. Ο Λιμπεράκης, ο καινούριος πρίγκηπας της Μάνης πλησιάζει σε εκείνο το μέρος για να δώσει βοήθεια και προμήθειες: απωθείται με απώλειες.
Σελίδα 85-87 (σημείωση): LIBERIUS GERATCHARI: Είναι περισσότερο γνωστός στους Ευρωπαίους με το όνομα Λιμπεράκης, που είναι μια παραποίηση του Λιμπέριος κατά τη συνήθεια των νεοελλήνων, Γεννήθηκε στη Μάνη, που είναι η αρχαία Λακωνία, απ’ όπου πέρασε, νέος ακόμη, να υπηρετεί στο στόλο των Βενετών. Έχοντας εντρυφήσει στην επιστήμη της θάλασσας, εξοπλίζει ένα πλεούμενο και γίνεται πειρατής’ χρησιμοποιώντας εκάστοτε διαφορετική σημαία, εφ’ όσον έβρισκε κάτι να λεηλατήσει.
 
Μετά από την πειρατεία που κράτησε μερικά χρόνια έπεσε στα χέρια των Τούρκων οι οποίοι τον έστειλαν στα κάτεργα των γαλέρων, όπου πέρασε επτά δυστυχισμένα χρόνια’ στο τέλος αυτών έγινε πολιτικός, συμφώνησε με τους Τούρκους, ότι, εάν έδιναν ένα χριστιανό πρίγκηπα στο Μοριά, δεν είχε καμία αμφιβολία ότι σε λίγο καιρό οι κάτοικοι θα εγκατέλειπαν την κυβέρνηση των Βενετών, για να επανέλθουν σε αυτή των παλιών τους αφεντάδων.
Αυτή η συμβουλή, που δεν ήταν γι’ αυτόν παρά μια σύσταση που απέφερε, όχι μόνο την ελευθερία του αλλά και τον τίτλο του Μπέη της Μάνης: τιμήθηκε επίσης με τη σημαία χωρίς ουρά και στάλθηκε στο Μοριά. Οι Τούρκοι πιεζόμενοι από όλες τις πλευρές, δεν ζητούσαν τίποτα περισσότερο από το να αρπάξουν ό,τι παρουσιαζόταν, αρκεί να έτεινε να τους φέρει ηρεμία (εξασθένηση).
 
Πριν αφήσει την Κωνσταντινούπολη παντρεύτηκε την Αναστασία της ευγενικής οικογενείας των Buhusestij της Μολδαβίας’ ήταν χήρα του Δούκα, πρίγκηπα αυτών των χωρών που πέθανε φυλακισμένος στην Πολωνία. Αυτός ο γάμος, τόσο ατιμωτικός για τους απογόνους του Δούκα έγινε με το εξής τέχνασμα. Ο Λιμπέριος αρραβωνιάστηκε κρυφά την Αναστασία’ αλλά καθώς εκείνη δεν τολμούσε να ξεπεράσει τον ανθρώπινο σεβασμό, την ζήτησε δημόσια σε γάμο: Αυτή, απέρριψε την πρόταση με αλαζονεία, δηλώνοντας ότι δεν θα μπορούσε, χωρίς να τραυματίσει την τιμήν της, να παντρευτεί έναν κατάδικο σε καταναγκαστικά έργα, αυτή που ήταν η χήρα ενός πρίγκηπα.
 
Ο Λιμπέριος παρουσιάζει ένα arzubal στο Βεζύρη, ζητώντας του να διατάξει με ένα φιρμάνι τον Πατριάρχη να προχωρήσει στην τέλεση του γάμου του. Η Αναστασία, με δάκρυα στα μάτια, ως απόδειξη της αποστροφής της, ικέτευε τον Πατριάρχη να πάει να βρει το Βεζύρη, συνοδευόμενος από τους ηγεμόνες των Ελληνων ευγενών για να μεσολαβήσουν προς χάριν της και να σταματήσουν κάθε διαδικασία. Ο Πατριάρχης δίνει τα χέρια και πάει, μαζί με τους ευγενείς να τη βρουν στο σπίτι της. Τότε, αποκαλύπτει το παιχνίδι της και τους λέει: ότι έχοντας εγκαίρως σκεφθεί την υπόθεση προτιμούσε καλύτερα να τραυματίσει τη σεμνότητα παρά να εκτεθεί στη θέα του Βεζύρη: ότι λοιπόν προτιμούσε να παντρευτεί έναν τέτοιο άνθρωπο παρά να υποστεί μια τέτοια ατίμωση. Η ακολουθία θεώρησε ότι τους απέπεμπε με αυτά τα λόγια: όταν όλος ο κόσμος απομακρυνόταν, αυτή έμπασε έναν παπά που είχε έτοιμο μέσα στο σπίτι και τέλεσε αμέσως το μυστήριο του γάμου. Εν τω μεταξύ δεν πέρασε πολύς καιρός που εξαγνίστηκε για την ατίμωση που έφερε στην οικογένειά της: μόλις ο καινούριος σύζυγός της έφυγε, έγινε θρήσκα και δεν αποχωρίστηκε παρά στο θάνατο.)   
 
Για το Λιμπεράκη Γερακάρη υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία: Σπ. Λάμπρου, ΔΙΕΕ, 2(1885)288. Κ.Σάθα, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, σσ. 382-3, 394, 397-9, 406-12, 417, 419-25, Σ.Κουγέα, Πελοποννησιακά, τ. 6, σ. 1 κ.ε. Α.Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας στους μέσους χρόνους της Τουρκοκρατίας (1538-1699), σ. 291, όπου αναφέρει ότι οι Κοσμάδες ήταν κλάδος της οικογενείας των Γιατρών (δεν υπάρχει τέτοια ένδειξη - ο Λιμπεράκης αρραβωνιάστηκε κόρη της οικογενείας των Γιατρών). 
 
 
 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.