Ανάμεσα  στους Σπαρτιάτες,  τους  Μανιάτες τους Μολαΐτες ή τους Βατικιώτες και τους Τσάκωνες.

 

Σπαρτιάτες και Λάκωνες 

Κείμενο της διάλεξης  για τους Σπαρτιατες και τους Λάκωνες στην αρχαιότητα 

του Γιώργου Σταϊνχάουερ

 

Ο τίτλος της  ομιλίας δεν πρέπει να ξενίζει, ούτε πιστεύω μπορεί να ξενίσει κάποιον που έστω και λίγο έχει γνωρίσει   τη Λακωνία και τον κόσμο της. Πραγματικά,  πουθενά αλλού γεωγραφία και ιστορία δεν συνέπραξαν  σε τέτοιο  βαθμό στη διαφοροποίηση  διαχρονικά και σε ολα τα επίπεδα: την πολιτική οργάνωση, την κοινωνική  δομή και τη νοοτροπία των κατοίκων, ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια, αναμεσα σε ανατολή και δύση, - όσο στη Λακωνία, αρχαία και νέα: Ανάμεσα στη μεγάλη  και πλούσια κοιλάδα  του Ευρώτα, και τον μικρόκοσμο των κλειστών ή παραθαλάσσιων πεδιάδων, στις παρυφές των δύο μεγάλων οροσειρών  του αγέρωχου  Ταϋγετου και ήπιου  Πάρνωνα που την πλαισιώνουν.  Ανάμεσα  στο Σπαρτιάτη,  το  Μανιάτη και το  Μολαΐτη ή το Βατικιώτη.

Από τη μιά η αμετακίνητη στις συντηρητικές της αξίες αριστοκρατική Σπάρτη, ένα σώμα πολιτών-οπλιτών (9.000 στην ακμή του 6ου αιώνα  με σταθερή τάση μείωση του αριθμού τους) που μοιράζονταν σε ίσους κλήρους, όχι μόνο  την κοιλάδα του Ευρώτα, το πιο  εύφορο κομμάτι της Λακωνικής αλλά και εκείνη του Ελους στις εκβολές του ποταμού (πολύ μικρότερη είναι αλήθεια από αυτό που  είναι σήμερα και πολύ λιγότερο αξιοποιήσιμη) και (έως το 370 π.Χ.) την ακόμα πιο πλούσια μεσσηνιακή πεδιάδα,  εκτάσεις  τεράστιες και ευφορότατες, που ο υποδουλωμένος χωρίς φωνή, χωρίς ιστορία,  πολλαπλάσιος πληθυσμός των ειλώτων είναι αναγκασμένος να καλλιεργεί για λογαριασμό τους.  

Από την άλλη πλευρά, στα παράλια της Λακωνικής και της Μεσσηνίας, το στεφάνι των πόλεων των περιοίκων, αυτών που (όπως λέει η λέξη) κατοικούσαν στην περιφέρεια της πόλης, ενν. της  Σπάρτης  και αποτελούσαν συγχρόνως  το εργαστήρι και την  πύλη επικοινωνίας  με το εξωτερικό της κλειστής κοινωνίας των μεγάλων σπαρτιατών γεωκτημόνων. Το Γύθειο είναι το επίνειο   και ο ναύσταθμος της Σπάρτης, οι Βοιές, το μεγάλο μεταλλουργικό κέντρο με εκτεταμένες εγκαταστάσεις εξόρυξης, καμίνευσης (στο Ψαφάκι στην είσοδο της Νεάπολης) και της ειδικής επεξεργασίας του σιδήρου, που εξασφάλιζε την ανωτερότητα του λακωνικού ξίφους· τα λιμάνια της λακωνικής ακτής (όπως αυτό της Επιδαύρου Λιμηράς βόρεια από τη Μονεμβασιά) αποτελούν τα ασφαλή αγκυροβόλια στο πέρασμα του Μαλέα.

Τριπλάσιοι ή τετραπλάσιοι στον αριθμό από τους Σπαρτιάτες οι περίοικοι είναι κι αυτοί Δωριείς,  δεν ανήκουν στον υποδουλωμενο ντόπιο πληθυσμό,  όπως οι είλωτες. Η γλώσσα τους είναι δωρική και οι θεσμοί  τους -οι έφοροι, η απέλλα- όμοιοι με αυτούς των Σπαρτιατών μέρος πιθανόν, των δωριέων εισβολέων, που (όπως παραδίδει ο Ισοκράτης) υποχρεώθηκε  από την αριστοκρατία να περιορισθεί στα πιο φτωχά και απομακρυσμένα μέρη της Λακωνικής, ή που λόγω των αποστάσεων από το κέντρο είχε εξαρχής αποκλεισθεί από τη συμμετοχή στην εξουσία.

 

 

Αν και επίσημα Λακεδαιμόνιοι, οι περίοικοι δεν ανήκουν συνεπώς στο πολιτικό σώμα των Σπαρτιατών. Κατέχουν μια θέση μεταξύ υπομειόνων (πολιτών με περιορισμένα δικαιώματα) και υποτελών συμμάχων. Οι πόλεις τους αν και αυτοδιοικούμενες και ατελείς (με εξαίρεση τα βασιλικά τεμένη που βρίσκονται στα εδάφη τους), δεν έχουν πολιτική ανεξαρτησία. Αποτελούν τμήμα του πολιτικού και αμυντικού συστήματος της Σπάρτης, πολλές μάλιστα από τις αυτές δέχονται σπαρτιατικές φρουρές, ή -όπως τα Κύθηρα,   λόγω του ειδικού στρατηγικού ενδιαφέροντος της νήσου,  ένα διοικητή, τον Κυθηροδίκα.

Δείγμα ισότητας, ακολουθούν (τουλάχιστον όσοι απο αυτούς μπορούν να εξοπλισθούν)  τους Σπαρτιάτες στον πόλεμο: στις Πλαταιές πολεμούν 5.000 περίοικοι, ισάριθμοι με τους Σπαρτιατες, όμως ως χωριστό σώμα· στον Πελοποννησιακό πόλεμο (430-404 π.Χ.) θα ενταχθούν στις ίδιες με εκείνους μονάδες, ενώ στη καταστροφική μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.) θα αποτελέσουν το μεγαλύτερο μέρος του λακεδαιμονικού στρατού. Μεγαλύτερη ακόμη ήταν η συμμετοχή τους στη ναυπήγηση, τον εξοπλισμό και (έως το 370 όταν θα αντικατασταθούν στο έργο αυτό από είλωτες και μισθοφόρους) στην επάνδρωση του στόλου.

Παρόλα αυτά, ήταν προφανής η αδυναμία των μικρών πόλεων των λακωνικών παραλίων να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους απέναντι στη μονολιθική δύναμη του στρατιωτικά πειθαρχημένου έθνους των μεγάλων γαιοκτημόνων και επαγγελματιών πολεμιστών (ένα ανάλογο των πρώσσων γιούκερς) Τούτο φάνηκε στην αδυναμία τους όταν τελικά το 146 π.Χ.  (με τη βοήθεια των Ρωμαίων που εξυπηρετούσε η πολιτική του διαίρει και βασίλευε) την κατέκτησαν, να εκμεταλλευθούν την εξαιρετικά ευνοϊκή συγκυρία, όταν με την καταστροφή της Κορίνθου περιοχή του Μαλέα αποκτά  πλέον κομβική σημασία  για τον έλεγχο των θαλασσίων δρόμων της ρωμαϊκής Μεσογείου, προκειμένου  να αναδειχθούν σε μια πραγματική πολιτική δύναμη.

Τα αίτια της αποτυχίας της πολιτικής ένωσης των περιοίκων ήταν μπορούμε να πούμε δομικής φύσης. Είναι πρώτα απ᾽όλα η απουσία συνοχής ενός χώρου μοιρασμένου σε δύο χωριστές γεωγραφικές ενότητες (τα δύο σκέλη της Λακωνικής) με διαφορετικές η κάθε μια παραδόσεις και λατρείες. Σε αντίθεση με τη χερσόννησο του Πάρνωνα, η οποία  διατηρεί ακόμη σαφή τα ίχνη της αργείτικης παράδοσης, η χερσόννησος του Ταϋγέτου είναι μια περιοχή  με αρχαιότατους, γνωστούς ήδη  από το έπος (Ιλ.Β 581) εθνικούς, ιστορικούς, μυθολογικούς και θρησκευτικούς δεσμούς με τη Σπάρτη. Πέρα από την έκταση της λατρείας της Αρτέμιδος και του Ποσειδώνα και ειδικά του Καρνείου Απόλλωνος, χαρακτηριστική των δεσμών αυτών  είναι η πανταχού παρουσία των Διοσκούρων  στη Πέφνο (τις Θαλάμες) όπου κατά την παράδοση γεννήθηκαν, την Παλλάνα όπου μεγάλωσαν, στην ίδια τη Σπάρτη όπου δείχνουν το σπίτι τους και στην Θεράπνη, υπό την γής της οποίας «λέγονται ζώντες» αλλά και στο Γύθειο, το Λα κλπ.). 

Η δεύτερη αιτία, συνέπεια της προηγούμενης, ήταν η εξαιρετικά χαλαρή μορφή της πολιτικής ένωσης τους: μιλάμε για ένα Κοινό χωρίς ένα κοινό διοικητικό κέντρο, αντίθετα  με δύο θρησκευτικά  (αμφικτυονικά) κέντρα: τα ιερά του Ποσειδώνος στο Ταίναρο και στην άλλη πλευρά το ιερό του Απόλλωνος-Υπερτελεάτα στο Φοινίκι κοντά στη Δαιμονιά), και με ένα μεγάλο αριθμό (24 τον 1ο αι. π.Χ. 18 το το 2ο αι.μ.Χ.) μικρών –συνεπώς πολιτικά και οικονομικά αδύναμων- παραθαλασσών πόλεων. 

Μια τρίτη, εξίσου σοβαρή (και όχι άσχετη με την προηγούμενη) αιτία της  αδυναμίας του Κοινού των  Λακεδαιμονίων,  ήταν η  οικονομική καχεξία των πολλών μικρών ανεξαρτήτων πόλεων που το αποτελούσαν. Αρκεί να αναφέρουμε λίγους αριθμούς. Στην αυτοκρατορική εποχή τη χερσόννησο του Μαλέα με συνολικά 451 τ.χλμ (μια έκταση ίση περίπου προς την πολύ καλύτερη πολιτική γη της Σπάρτης), μοιράζονται ακόμη (παρά τους συνοικισμούς που είχαν μεσολαβήσει) 8 ή 9 πόλεις (Γερόνθραι, Μαριός Ακρίαι, Ασωπός, Βιάνδυνα, Κοτύρτα, Βοιαί, Επίδαυρος Λιμηρά, ίσως και ο Ζάραξ) με κατά μ.ο. 53,2 τ.χμ. καθεμία.

Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα στη χερσόννησο του Tαϋγέτου, όπου τα συνολικώς 146 τ.χμ. καλλιεργήσιμης γης  νέμονται κατά την ίδια περίοδο 8 επίσης πόλεις: το Γύθειο, η Λας, η Τευθρώνη, ο Πύρριχος,το Ταίναρον, η Ιππολα, το Οίτυλον και οι Θαλάμαι, με συνέπεια σέ κάθε πόλη της χερσοννήσου του Ταϋγέτου (αν εξαιρέσουμε το Γύθειο και τις Γερόνθρες) να αντιστοιχούν κατά μέσον όρο μόλις 18 τ.χμ. Το τι αυτό πρακτικά σημαίνει στο ατομικό επίπεδο, το δείχνει το επαναστατικό πρόγραμμα ανακατανομής της γής που  αποπειράθηκε να εφαρμόσει ο Αγις Δ' (Πλουτ. Αγ. 8) στην προσπαθεια ανανέωσης της σπαρτιατικής στρατιωτικής ισχύος, σύμφωνα με το οποίο ο κλήρος του σπαρτιάτη οπλίτη ήταν υπερδιπλάσιος εκείνου του περιοίκου. 

Η περιορισμένη ικανότητα συσσώρευσης αυτών των αγροτικών κατά βάση οικονομιών, περιόριζε τις δυνατότητες επένδυσης σε νέες γεωργικές μεθόδους, στη ανάπτυξη της εξόρυξης και εμπορίας των λακωνικών μαρμάρων και σιδήρου και  των  εφοπλιστικών δραστηριοτήτων, επιτείνωντας  την εξάρτηση από τη Σπάρτη, κέντρο των επικοινωνιών και κύρια αγορά της Λακωνικής, ενώ συγχρόνως η ακτινοβολία της μεγάλης πόλης του Ευρώτα δεν έπαυσε να αποτελεί το μόνιμο πόλο προέλκυσης των χαριεστάτων (ενν. των πλουσιωτέρων) από τους περιοίκους.

Είναι ωστόσο χαρακτηριστικό της δυναμικής των σπαρτιατικών αξιών αλλά και του πεισματικά ανεξάρτητου  φρονήματος των Λακεδαιμονίων, ότι και οι δύο αυτές λακωνικές οντότητες, η Σπάρτη βέβαια, αλλά το κοινό των Ελευθερολακώνων (όπως είναι η επίσημη ονομασία του τώρα), όχι μόνο θα επιβιώσουν ως πολιτικές οντότητες  αλλά και   θα διατηρήσουν ζωντανό μέσα στο melting pot  της αυτοκρατορίας το μοναδικό στην ιστορία  πρότυπο  του λακωνικού βίου. Ακόμα και μετά  το τέλος της αρχαιότητας θα είναι ακριβώς εκείνοι οι απομονωμένοι στις δύο χερσοννήσους Λάκωνες περιοίκοι, που μέσα από τις επιδρομές, τις μεταναστεύσεις και τις κατακτήσεις, θα περισώσουν την ανάμνηση της αρχαίας Σπάρτης. Οι περήφανοι και σκληροτράχηλοι Μανιάτες του μαχητικού ήθους της, οι κάτοικοι  των  καταφυγίων του Πάρνωνα και της αποκλεισμένης Τσακωνιάς βόρεια από τη Μονεμβασία, της λακωνικής  γλώσσας.

Είναι αυτό το συγκλονιστικό αίσθημα της συνέχειας που αφήνει η επαφή με τη Λακωνία, που -αν μου επιτρέπεται τελειώνοντας μια προσωπική αναφορά- με συνόδευσε και μένα για χρόνια: από τη γνωριμία με τους Λάκωνες του πατρικού μου Πειραιά, τους Μανιάτες της Αγιά- Σοφιάς σκληρούς και επίμονους στην πολιτική και την επαγγελματική διεκδίκηση,  και   στην άλλη άκρη της πόλης   τους Βατικιώτες, πιο κοντά στον αγαιοπελαγίτικο κόσμο και τους ανθρώπους του, έως τη Σπάρτη του πρώτου διορισμού μου στο τέρμα ενός εξάωρου ταξιδιού: μιά  πόλη στη μέση μιας κοιλάδας κλεισμένη γύρω από  βουνά (τα πραγματικά  τείχη της ατείχιστης αρχαίας πολιτείας), μια κεντρική  πλατεία όπου στη χωροταξία των καφενείων της (τη  λέσχη, στην οποία δύσκολα θα εύρισκε τότε εξυπηρέτηση  ο χωρικός, απέναντι το καφενείο των εμπόρων, δίπλα εκείνο των παρακατιανών) ανακάλυπτα την μνήμη της αρχαίας κοινωνικής διαστρωμάτωσης  και στην ευγενική ακαταδεξία των αστών της,  εκείνη της   αριστοκρατικής  απομόνωσης  των ομοίων.

 

 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.